Αρχική Άλλες ειδήσεις Διαφορα Αυτά θυμάμαι, μ’ αυτά πορεύομαι!  

Αυτά θυμάμαι, μ’ αυτά πορεύομαι!  

Του Σωτήρη Κων. Κάτσενου, Δημοσιογράφου

Αυτά θυμάμαι, μ’ αυτά πορεύομαι! Τότε, που ήτανε όλα γνήσια κι αυθεντικά! Τότε, που η γλυκιά μου μάνα, φούρνιζε το ψωμί με τη μαγιά και μοσχοβολούσε το σπίτι! Τότε, που τα κρύα βράδια του χειμώνα, στο τζάκι, ψήναμε τις προμάδες και τις παπαρώναμε με γνήσιο λάδι! Τότε, που βάζαμε στη χόβολη τα κυδώνια και τρέλανε τον ουρανίσκο μας η νοστιμιά τους! Τότε, που είχαμε ένα μόνο τετράδιο, μια ξύλινη κασετίνα και μια σάκα που μ’ αυτή τελειώναμε το σχολείο. Τότε, που όλη η γειτονιά ήτανε μια μεγάλη οικογένεια. Τότε, που οι πόρτες μας ήτανε ολημερίς ξεκλείδωτες και το κλειδί απάνω. Τότε, που κάθε σπιτικό είχε το μπαξέ του, τα κηπευτικά του και τα ζωντανά του. Τότε, που κάθε τενεκές του λαδιού βαφόταν με μεράκι για να υποδεχτεί τη μαντζουράνα και το βασιλικό! Τότε, που με την  παρέα μου απ’ τον Κάβαλο, το χωριό μου, κατεβαίναμε στη  «Χώρα» για να δούμε ποδόσφαιρο, ν’ απολαύσουμε, με την ψυχή στο στόμα, καμιά ταινία γουέστερν και τελειώναμε με την καθιερωμένη τσάρκα μας στο παζάρι! Τότε, που φεύγαμε σκαστοί απ’ το γυμνάσιο για να παίξουμε μπιλιάρδο και ποδοσφαιράκι, εκεί στα στενά της Αγίας Παρασκευής. Τότε, που κάθε Κυριακή, φοράγαμε τα καλά μας για να πάμε στην εκκλησία, και μετά, μας περίμενε στο σπίτι το καθαρό και καλοστρωμένο κυριακάτικο τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί, σαν οικογένεια! Τότε, που με χαρά ακολουθούσαμε τον πατέρα μας στο καφενείο κι απολαμβάναμε μια κουταλιά βανίλια, το γνωστό «υποβρύχιο» δηλαδή, μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό! Τότε, που κάθε Κυριακή βράδυ, στριμωχνόμαστε σε μια από τις δυο – τρεις τηλεοράσεις που υπήρχαν στο χωριό, για να δούμε την θρυλική «Αθλητική Κυριακή» και να δονεί τα αθλητικά μας αισθήματα, η φωνή του Γιάννη Διακογιάννη! Τότε, που κατεβαίναμε στη «Χώρα», χωνόμαστε κρυφά στις ντισκοτέκ και καρδιοχτυπούσαμε μ’ ένα καμπάρι στο χέρι! Τότε, που περιμέναμε τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, για να «τσακίσουμε» τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, φτιαγμένα απ’ τα άξια χέρια της μάνας μας. Τότε, που στις Απόκριες ντυνόμαστε με ό, τι βρίσκαμε στο μπαούλο του σπιτιού μας. Τότε, που λέγαμε τα κάλαντα και πλημμύριζε από χαρά η ζωή μας και το σπιτικό μας! Τότε, που το μαγκάλι και το μπουχαρί, ζέσταινε μόνο την κουζίνα κι απέξω η ντραμουντάνα, λυσσομανούσε, χτυπώντας παράθυρα και πόρτες. Τότε, που στο μπακάλικο αγοράζαμε με βερεσέ. Τότε, που τα κοκόρια λαλούσαν και μας καλημέριζαν. Τότε, που ο καθένας μας, έδινε ένα πιάτο φαϊ, ένα ρούχο, ένα μπουκάλι λάδι και λίγα αυγά! Τότε, που νοιαζόμασταν για τον διπλανό μας. Τότε, που στα σπίτια ζούσαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες!  Τότε, που παίζαμε στις αλάνες και στα χωράφια. Τότε, που κάναμε φίλους καρδιακούς. Τότε, που κοκκινίζαμε όταν ντρεπόμασταν. Τότε, που οι κούνιες μας δεν ήταν, γνωστές μάρκες, πολύχρωμες και με στρώματα. Τότε, που τα πατώματα στα σπίτια ήτανε φτιαγμένα από ξύλινες τάβλες, χωρίς ταβάνι, με τα κεραμίδια να φέγγουν. Τότε, που το κρύο, σου περόνιαζε το κόκκαλο. Τότε, που οι στάλες της βροχής, μαζί με το χαλάζι που περνούσαν απ’ τις χαραμάδες της σκεπής, σου έστελναν τα πρώτα μηνύματα, πως πρέπει να σκεπαστείς κάτω απ’ τις κουβέρτες και τα ντρεμίδια, μέχρι απάνω. Τότε, που είχαμε συντροφιά τον Μικρό Ήρωα, τον Μικρό Σερίφη, τον Μπλεκ κ.α. Τότε … Τότε … Ακόμα θυμάμαι και ζητάω, τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου, αυτή με το τάλιρο. Ακόμα ζητάω, τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια, με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου. Ακόμα θυμάμαι, το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το φρεσκοψημένο ποπ κορν. Ακόμα θυμάμαι, τις καραμέλες γάλακτος, τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί και τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον! Ακόμα θυμάμαι, το αυθεντικό παστέλι και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι, τα αστικά λεωφορεία Σκάνια Βάμπις, Σκόντα, κι αργότερα Britsh Leyland και HINO, που είχαν τη μηχανή μέσα, και που συνήθως ήτανε καλυμμένη με μπλε ή μαύρα δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Ακόμα θυμάμαι, το βογκητό τους, κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα, ιδιαίτερα στις ανηφόρες. Ακόμα θυμάμαι, τη θέση που είχανε μπροστά δεξιά, δίπλα στη μηχανή και ήτανε η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Και που όταν ήτανε άδεια, γινότανε ομηρική μάχη ποιος θα καθίσει πρώτος!  Ακόμα θυμάμαι, τους καρεκλάδες, τους γανωτζήδες, τους ραφτάδες και τσαγκάρηδες. Ένα μικρό δωματιάκι, μια γωνιά, μια σταλιά, μια καμαρούλα 2χ2. Εκεί ήτανε το βασίλειο του τσαγκάρη, μ’ εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι, το κόλλαγε και το κάρφωνε μ’ εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και τη διάχυτη μυρουδιά της βενζινόκολλας. Ακόμα θυμάμαι, τον καφέ στα παραδοσιακά καφενεία του χωριού μου, στο Φρυά και όχι μόνο! Ελληνικός(τούρκικος) παρακαλώ, φτιαγμένος  στο μπρίκι, στο πετρογκάζ. Μάρκας ΙΖΟΛΑ ή ΠΙΤΣΟΣ!  Εταιρείες  ελληνικές, παρακαλώ 100%! Πάει, χάθηκαν κι αυτές, τις «έφαγαν» οι πολυεθνικές! Τότε, που η γλυκύτερή μας αναμονή, ήτανε ο ερχομός του καλοκαιριού και τ’ αγαπημένα μας παγωτά! Παπασπύρου, ΑΣΤΥ, ΕΒΓΑ κ.λ.π. . Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο και δυο η σοκολάτα! Τότε, τα καλοκαίρια που πηγαίναμε για μπάνιο, πότε με το λεωφορείο στο Κάστρο και στη Γύρα. Ή απάνω στις καρότσες των αγροτικών ή σε φορτηγά κάνοντας ωτο στοπ! Αλλά, σ’ εμάς τους ορεινούς, τα καλύτερα καλοκαίρια μας ήτανε στις «Ποτισιές» και στο χωριό, στον Αη Νικήτα!  Τότε, που δεν υπήρχε δρόμος – όχι πως υπάρχει και τώρα δηλαδή – κατεβαίναμε απ’ το Καβαλισάνικο, πέφταμε στο ξερολάγκαδο που ξεκίναγε απ’ το Φρυά, περνάγαμε απέναντι στο Τσουκαλαδιώτικο κομμάτι, ανοίγοντας μονοπάτι με κλαδευτήρια και ψαλίδες και φτάναμε στο απέραντο γαλάζιο του Ιονίου, στα «Πευκούλια»! Τότε, που τα φρούτα τα τρώγαμε με το κιλό! Τι φρούτα Θεούλη μου! Ακόμα θυμάμαι, τον πατέρα μου, να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες, που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και στο λαιμό! Τότε, που τα πεπόνια μοσχομύριζαν. Τότε, που τα κεράσια ήτανε μέλι! Τότε, που τα σταφύλια ήτανε ολόγλυκα! Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση!

Με τις γλυκές αυτές θύμησες, θα σας αφήσω, εκλεκτοί μου αναγνώστες, κι ανανεώνω το επόμενο ραντεβού μας, με το γλυκό αυτό ταξίδι των αναμνήσεων, σ’ επόμενο τεύχος.

Συνεχίζεται ……

πηγή : Τα Νέα της Λευκάδας