Αρχική Άλλες ειδήσεις Διαφορα Η καρδιά μου «χτυπάει» ακόμη…στο πατρικό σπίτι που γεννήθηκα! 

Η καρδιά μου «χτυπάει» ακόμη…στο πατρικό σπίτι που γεννήθηκα! 

Γράφει ο Κώστας Σκλαβενίτης

Οι παιδικές αναμνήσεις για όσους γεννήθηκαν σε κάποιο χωριό είναι κάτι το ιδιαίτερο κάτι το ξεχωριστό απ όσους γεννήθηκαν σε μια μεγάλη πόλη.

Θα αναφερθώ στα δικά μου παιδικά χρόνια της δεκαετίας του ’60 που έχουν συνδυαστεί με το χωριό Κατούνα Λευκάδας και το σπίτι που γεννήθηκα. Ένα σπίτι στο οποίο με τη βοήθεια μιας πρακτικής μαίας ήρθα στο κόσμο κι εκεί πήρα τη πρώτη ανάσα, έριξα το πρώτο κλάμα, τη πρώτη ματιά.

Έτσι σχεδόν γεννηθήκαμε όσοι μεγαλώσαμε σε χωριά την χρονική περίοδο που ανέφερα αλλά και οι προηγούμενοι από εμάς.

Θεωρώ τύχη, ας μου επιτραπεί που γεννήθηκα έστω με ελλιπή ιατρική παρακολούθηση σε χωριό και έχω παιδικές αναμνήσεις ανεξίτηλες χαραγμένες στο μυαλό μου από το πατρικό σπίτι, την αυλή του, τη γειτονιά του και γενικότερα το ίδιο το χωριό με το σχολείο που μάθαμε τα πρώτα γράμματα, με τη πλατεία που παίξαμε τα παιχνίδια της εποχής όπως κρυφτό,βόλους, μακριά γαϊδούρα,πόλεμο με λεμονόκουπες, κ.ά, τα σοκάκια που περπατήσαμε, τους συγχωριανούς στα καφενεία,τις εξορμήσεις στα  ξένα χωράφια για να κλέψουμε κυδώνια, κορόμηλα,μέσπολες(μούσμουλα), ρόδια,σκάμνα(μούρα),τζίτζιφα, μελίκοκα, αλλά και τις γρατζουνιές που είχαμε όλοι για να πάρουμε τα βατόμουρα από τις βατσινιές(βάτους) και τις άγριες αγκινάρες τις οποίες τρώγαμε ωμές.

Όλα όσα προανέφερα είναι καταχωρημένα στο μυαλό μου με πάρα πολλές λεπτομέρειες, ωστόσο ξεχωρίζω από όλα αυτά το πατρικό μου σπίτι παρ ότι σήμερα δεν ανήκει σε μένα ή κάποιον άλλον από την οικογένειά μας και είναι το μέρος που θέλω να βλέπω κάθε φορά που ανηφορίζω στη Κατούνα.

Θέλω να αντικρίσω το δωμάτιο που γεννήθηκα, την αυλή που μπουσούλησα, περπάτησα και έπαιξα, ακόμη να δω και τη «κουφάλα» της ελιάς που υπάρχει ακόμη στην αυλή του σπιτιού και την είχα κρυψώνα για διάφορα χειροποίητα παιχνίδια που είχαμε τότε.

Σήμερα το διώροφο αυτό σπίτι έχει αλλάξει, ωστόσο η δομή του παραμένει ίδια με την πέτρινη σκάλα που όλοι μας φάγαμε τις κολοτούμπες μας, τη ξύλινη βεράντα του και την αυλή του. Μία αυλή που γέμιζε παιδικές φωνές από εμένα τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου, ξαδέρφια αλλά και παιδιά της γειτονιάς.

Ζούσαμε τότε πολλά άτομα στο ίδιο σπίτι μαζί με το παππού, τη γιαγιά, και τα αδέρφια του πατέρα μου. Δύσκολα χρόνια χωρίς ρεύμα  μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60, βλέποντας τα βράδια με τη λάμπα πετρελαίου ή το λυχνάρι και χωρίς κάποια οικονομική άνεση διότι τα εισοδήματα προέρχονταν από τη θάλασσα και τις ελιές.

Οι δυσκολίες πέρασαν όπως και τα παιδικά χρόνια αλλά εκείνο που έμεινε τελικά είναι οι καλές αναμνήσεις απ αυτό το σπίτι με το παππού αλλά κυρίως τη γιαγιά που πάντα μας προστάτευε μέσα στη ποδιά της όταν τρέχαμε για να γλυτώσουμε τις «ψιλές» για τις ζαβολιές που σαν παιδιά κάναμε.

Το 1970 κατοικήσαμε στη Λυγιά σε ένα σπίτι νεόκτιστο κι έζησα εκεί τα υπόλοιπα χρόνια μέχρι να τελειώσω το Λύκειο στη πόλη της Λευκάδας…τίποτε δεν έχω στο μυαλό μου απ αυτό ώστε να με συγκινεί ιδιαίτερα και να αισθανθώ να κάνω κάποια αναφορά παρ ότι μας ανήκει.
Η καρδιά μου «χτυπάει» ακόμη…στο παλιό πατρικό σπίτι της Κατούνας που γεννήθηκα.