Αρχική Άλλες ειδήσεις Διαφορα Στη μάνα μου Κατερίνα…

Στη μάνα μου Κατερίνα…

Του Κώστα Σκλαβενίτη

Για τη «Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας»(που γιορτάζεται κάθε δεύτερη Κυριακή του Μάη) θα αναφερθώ στη δική μου μητέρα Κατερίνα για να εκτελέσω την «υποχρέωση» μου απέναντι της. Μια υποχρέωση που άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο την έχει απέναντι στον άνθρωπο που τον έφερε στη ζωή.

Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι, καθένας έχει τον δικό του χαρακτήρα, τα δικά κριτήρια για τη ζωή, για τους ανθρώπους για όλα.

Στο μέσον εργάτρια στις Αλυκές Αλεξάνδρου στη δεκαετία του 50(περίπου 30 ετών), μεταφέροντας το αλάτι με ζεμπίλι στο κεφάλι.Δίπλα η μικρότερη αδερφή της Τασούλα Φωτογραφία από τις εκδόσεις Τσιρίμπαση «Αλισάχνη στα ίχνη της ζωής»
Ο βιοπαλαιστής πατέρας μου με το δύσκολο επάγγελμα του ψαρά, αρχικά με ένα μονόξυλο και κατόπιν με μία βάρκα μ έχει σημαδέψει από τα παιδικά μου χρόνια κι ακόμη στον ύπνο μου βλέπω εφιάλτες πως ταλαιπωρείται να σηκώνει δίχτυα με τα χέρια, να μπερδεύεται μ αυτά και να πνίγεται, διότι τη φουρτούνα δεν τη λογάριαζε αλλά προφανώς δεν είχε ακούσει και τη λέξη… αργία!

Με τον πατέρα μου Αργύρη το 1960
Χρόνια πολύ δύσκολα για να μεγαλώσει την πενταμελή οικογένεια που είχε δημιουργήσει με την μάνα μου φέρνοντας στο κόσμο τρία αγόρια από το 1955 έως το 1960 που γεννήθηκα εγώ ο τελευταίος.

Η μάνα όπως και όλες οι μανάδες του κόσμου θα βασανιστεί να φέρει στο κόσμο τα παιδιά της.
Στο μεροκάματο και στις δουλειές του σπιτιού μέχρι τη μέρα της γέννησής μας όπου μας έφερε στο κόσμο με τη βοήθεια μιας χωριανής πρακτικής μαίας (μαμής) στην ώρα του τοκετού.

Το μισό χρόνο ο πατέρας έφευγε από το σπίτι για πάνω από εικοσιπέντε ημέρες κάθε μήνα, πηγαίνοντας για δουλειά στα γρι γρι τα καΐκια της Λυγιάς στη Λευκάδα, τη Πάτρα, την Κυλλήνη κ.α., τα οποία του εξασφάλιζαν ένα σίγουρο μηνιαίο εισόδημα διότι με τη βάρκα «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο» που λέει και η παροιμία. Επίσης εξασφάλιζε και τα απαραίτητα λεγόμενα ένσημα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της οικογένειας.

Πίσω έμενε η μάνα με τα τρία μικρά παιδιά (όπως και οι περισσότερες Κατουνιώτισσες μανάδες) κι έπρεπε να φροντίζει για όλα, εμάς τις δουλειές του σπιτιού και αν είχε χρόνο… τον αργαλειό το κέντημα και το πλέξιμο που γνώριζε.

Θα γυρίσω λίγο πιο πίσω για να αναφέρω πως τα παιδικά της χρόνια ήταν πολύ δύσκολα διότι από οκτώ χρονών έμεινε ορφανή από πατέρα(γεννήθηκε το 1924). Έμεινε η γιαγιά με τέσσερα παιδιά (τρεις κόρες και ένα γιό) ηλικίας από δύο μέχρι δεκαέξι χρονών.
Κάποια στιγμή ο αδερφός αρρώστησε και πέθανε στα δεκαπέντε του.
Έμειναν τέσσερις γυναίκες να ξενοδουλεύουν στις ελιές, τα αμπέλια και τα καλοκαίρια στις Αλυκές Αλεξάνδρου της Λευκάδας για να ζήσουν αλλά να φτιάξουν και οι κόρες τις προίκες τους.

Παρ όλες τις δυσκολίες της εποχής του 1940-1960 κατάφεραν και οι τρεις αδερφές παντρεύτηκαν και δημιούργησαν τις οικογένειες τους.

Οι δυσκολίες που πέρασε η μάνα μου από μικρή δεν επηρέασαν τον χαρακτήρα της και ήτανε ένας ήρεμος, υπομονετικός και γελαστός άνθρωπος.Το αντίθετο του πατέρα ο οποίος από τη φύση της δουλειάς του, τη κούραση αλλά και το ποτό που έπινε όπως όλοι σχεδόν οι ψαράδες της εποχής του, ήταν διαρκώς με νεύρα. Η μάνα έπρεπε να αντιμετωπίσει και καταστάσεις με την αυστηρότητα του πατέρα μέσα στο σπίτι με τρία παιδιά στο σχολειό και την εφηβεία.

Ποτέ δεν θυμάμαι να προκάλεσε η ίδια κάποια γκρίνια ή καυγά από δυστροπία του χαρακτήρα της.Καθημερινά με το γλυκό λόγο κι όλο ευχές, ευχές, ευχές!

Ήταν αστείος χαρακτήρας και μίμος. Όταν πηγαίνανε με άλλες γυναίκες ή οικογενειες για να μαζέψουν ελιές αντηχούσαν τα λιοστάσια από τα αστεία που έλεγε και τα γέλια που έκαναν όλοι. Δεν αργούσε βέβαια «να γυρίσει το δίσκο» και να «τρέξει το δάκρυ κορόμηλο» λέγοντας κάποιο παράπονό της.

Όπως φωτογραφήθηκε από έναν Αγγλο τουρίστα το 1980 κατεβαίνοντας από την Κατούνα στη Λυγιά με το γαϊδουράκι της μεταφέροντας νερό.Τη φωτογραφία ο ίδιος της παρέδωσε μετά τρία χρόνια οταν επισκέφτηκε ξανά τη Λευκάδα
Το σπίτι μας στη Λυγιά όπου κατοικήσαμε μετά το 1970 ήτανε μπροστά σε δημόσιο δρόμο. Πάντοτε προσκαλούσε τους περαστικούς συγχωριανούς να σταματήσουν για ένα καφέ ή ένα γλυκό και τους καλοδεχότανε με το πλατύ χαμόγελό της.

Η μεγάλη της πίκρα ήτανε η ξενιτιά όπου ο δεύτερος αδερφός μας κατέληξε από πολύ μικρός (αρχικά στα καράβια) διότι δεν του άρεσε το σχολείο. Οι επικοινωνίες τότε δύσκολες και πολύ σπάνια μάθαινε νέα του.

Ευτύχησε να δει έξι εγγόνια και άκουσε δύο φορές το όνομά της.

Μέχρι τα ογδόντα της εξυπηρετούσε τις ανάγκες του πατέρα ο οποίος ήταν κατάκοιτος και δεν το συζητούσε να έρθει άλλη γυναίκα στο σπίτι να βοηθήσει… ήταν δική της υποχρέωση!

Έφυγε από τη ζωή το 2005 δεκαπέντε μήνες μετά τον θάνατο του άντρα της. Σ’ αυτό το διάστημα εκλιπαρούσε να πεθάνει διότι «μόνο κακό θα έκανε σε μένα και την οικογένειά μου» επειδή θεωρούσε εμπόδιο τη παρουσία της εφ όσον ήθελε φροντίδα και δεν μπορούσε να προσφέρει όπως έκανε σε όλη της τη ζωή.

Παρ ότι μου λείπει από το 2005…είναι ζωντανή στη μνήμη μου διότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν τους ξεχάσεις και σταματήσεις να τους αγαπάς. Πολλοί σαν κι εμένα ίσως να αγαπάνε ακόμη και περισσότερο τους γονείς τους παρά τότε που ζούσαν.

Αγάπη με ανιδιοτέλεια και απώλεια αναντικατάστατη!