Αρχική Lefkada's Secrets Μια ζωή τρεις στιγμές

Μια ζωή τρεις στιγμές

papous-giagia

Επιτέλους ήρθε ο καιρός να μείνω κι εγώ δυο μέρες με παρέα. Έλα Ανέστη, ελάτε κι εσείς παιδιά να κουβεντιάσουμε, όλα με εγκατέλειψαν τώρα τελευταία, μα η κουβέντα πιο πολύ.

  • Τι λες παππού; Η παρέα σου, η γυναίκα σου θέλω να πω, δε συζητάει;
  • Άστην αυτή, να μουρμουρίζει ξέρει. Αυτό μόνο απ’ το πρωί ως το βράδυ. Πού ν’ αντέξει κανείς… Έπειτα βάρυνε τελευταία.

Στο χωριό το τζάκι έκαιγε και τα καλά. Ο βοριάς λυσσομανούσε, έδερνε τα γέρικα κλαδιά των πλατάνων, έπαιρνε τα ξερά φύλλα και βογκούσε. Κι οι χωρικοί, οι γέροι δηλαδή, κλεισμένοι στα σπίτια τους. Με τη μοναξιά τους. Παρέα τους η τηλεόραση και τα τηλέφωνα. Και μόλις σουρούπωνε κουκουλώνονταν στις κουβέρτες και τα παπλώματα και περιμένανε να ξημερώσει. Βαριά κι απέραντη η νύχτα, μα αβάσταχτη η νοσταλγία της ζωής που πέρασε και τους έχει αφήσει ανήμπορους.

Και σαν έφταναν οι γιορτές των Χριστουγέννων, περιμένανε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, για ν’ ανασάνουν. Έτσι ο κυρ – Γιάννης πετούσε απ’ τη χαρά του, γιατί μια και γιόρταζε κιόλας τότε , γιόμιζε το σπίτι του κόσμο και χαρά. Εκείνη τη βραδιά δεν είχε ύπνο. Και σαν η γυναίκα του, η κυρά Μαριώ, πήγε να ξαπλώσει, στρώθηκε για τα καλά στη γωνιά και φόρτωσε το μπουχαρί ξύλα ως απάνου, να φουντώσει η φλόγα, να ‘ναι ζεστά και να μιλήσει για τη ζωή του. Ιδιαίτερη αδυναμία είχε στο γαμπρό του τον Ανέστη, γιατί τον άκουγε και τον συζητούσε. Η κόρη του; Όλο δουλειές. Τα εγγόνια του τον αγαπούσαν, έξι στον αριθμό, αλλά και τον βαριόντουσαν τώρα που μεγάλωσαν. Όμως εκείνη τη βραδιά, θες ο καιρός, θες οι μέρες, θες τα γεράματά του, κυριάρχησε μια παράξενη έλξη, λες και δεν τον είχαν ξανακούσει να μιλάει.

-Λοιπόν παιδιά μου όλα καλά; Να ξέρετε, η ουσία του ανθρώπου είναι μία, σαν είναι νέος, σαν είναι παιδί νιώθει καλά. Μετά όλα χάνονται. Ο χρόνος ο άτιμος, αυτός τα παίρνει όλα: την ομορφιά, τη δύναμη, την υγεία μας. Κι είμαστε ευτυχισμένοι σαν ξέρουμε πως τα παιδιά μας, ας μένουν μακριά, είναι καλά. Μα ξέρετε τι παθαίνω σαν περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο κι αυτό το ρημάδι σωπά; Παθαίνω μεγάλη ζημιά, χάνομαι, λέω πως όλοι με ξεχάσατε, πως ξόφλησα, αλλά η μουρμούρα της Μαριώς με ζωντανεύει.

-Τι λες βρε παππού; Αντέχεις;

-Ναι σου λέω Ανέστη, ξανανιώνω, αφού με βάζει στη θέση μου. Σας δικαιολογεί, λέει πως οι δουλειές, οι σκοτούρες, η καθημερινότητα σάς κάνουν έτσι κι εγώ παρηγοριέμαι κι ελπίζω και περιμένω.

-Καλά κάνεις, σ’ αγαπάμε, όπως τα λέει η Μαριώ είναι, μα πες μας καμιά ιστορία να περάσει η βραδιά, αφού η κόρη σου μας ξέχασε με τις δουλειές , αλλά να, στολίζει το δένδρο μαζί με τα μικρά καλό δε γίνεται; είπε ο Ανέστης.

-Πολύ καλό, φέρε και το κοκκινέλι να πίνω από λίγο. Αυτό με κράτησε στα ογδόντα τόσα μου. Κι αυτό με κάνει σοφό και κελαηδάω, είπε ο κυρ Γιάννης κι άρχισε να ξετυλίγει τη ζωή του και να κάνει όλους να τον προσέχουν.

     Η φωτιά έκαιγε, η τηλεόραση είχε κλείσει, τα μεζεδάκια και το κοκκινέλι είχαν την τιμητική τους.

– Λοιπόν που λες, γιε μου, γεννήθηκα σε δύσκολους καιρούς.

– Τόσο πίσω θα με πας;

– Τόσο, αλλά σύντομα θα διηγηθώ το ταξίδι μου, τονίζοντας δυο – τρία περιστατικά.

– Καλά, ελπίζω να βρούμε άκρη.

– Καλώς το ελπίζεις. Η οικογένειά μου φτωχή, η μάνα μου δέκα χρόνια μεγαλύτερη απ’ τον πατέρα μου, θεριό. Αυτή τα κανόνιζε όλα, είχε φούρνο που ερχόταν όλο το χωριό και το εξυπηρετούσε: φαγητό, ψωμιά, πίτες, κουλούρια. Δεν της έδιναν χρήματα, μα είχαμε να φάμε ψωμί. Από παιδάκι πήγαινα στη Λαγκάδα, πιο κάτω προς τη θάλασσα ξέρεις, για ξύλα. Εκεί να δεις ιστορίες, άστες γι’ άλλη φορά να ‘μαστε μόνοι. Μετά ήρθε ο στρατός. Καλαμάτα λοχίας, μια χαρά, μετά Αθήνα, Χαλκίδα. Μου φαινόταν διασκέδαση, άσε που με παρακαλούσαν να μείνω, να με παντρέψουν στην πρωτεύουσα και να με κάνουν υπάλληλο. Αλλά εγώ πού. Έπρεπε να γυρίσω στους γονείς μου, στο χωριό, να καλλιεργήσω τα χωράφια, να προστατέψω την αδερφή μου. Έτσι επέστρεψα. Μου προξενέψανε την πεθερά σου τη συχωρεμένη. Κάναμε τη γυναίκα σου και το Ζώη, τον κουνιάδο σου. Περάσαμε καλά. Η μάνα μου πέθανε στα εβδομήντα τόσα της, τα παιδιά σπουδάσανε κι ήμουν περήφανος με τις σπουδές και τα βραβεία τους. Αλλά να ατύχησα, γιατί έχασα τη γυναίκα μου νωρίς. Έπρεπε να ξαναπαντρευτώ, ο πατέρας μου κι εγώ δυο άνδρες, πώς να τα βγάλουμε πέρα; Και πήρα τη Μαριώ. Στο μεταξύ τα παιδιά μου παντρευτήκανε. Ο πατέρας μου πάει κι αυτός στα ενενήντα έξι του κι η Μαριώ η προκομμένη ψέλνει απ’ το πρωί ως το βράδυ. Όσο για μένα; Έχασα τους φίλους μου, κλείστηκα στο σπίτι παρέα μα το συμπυκνωτή οξυγόνου. Για σκέψου να μην υπήρχε κι αυτός. Πώς θα μπορούσα ν’ αναπνεύσω; Θαύματα η επιστήμη. Κι η μεγαλύτερή μου ευτυχία τα εγγόνια μου.

Σταμάτησε, πήρε μια βαθιά ανάσα, σύμπησε τη φωτιά, ήπιε και λίγο κρασί και κοίταξε γύρω ευτυχισμένος.

-Σύντομη η ιστορία και γνωστά τα πιο πολλά, είπε χαμογελώντας ο Ανέστης.

-Δεν κατάλαβες, ανάσα να πάρω και να σου πω αυτά που σου ‘ταξα, τα δυο – τρία περιστατικά. Γεια μας, καλές γιορτές.

-Γεια μας, καλά γεράματα, να χαίρεσαι εμάς και τη Μαριώ φυσικά.

-Ναι, μη χάσω. Άκου λοιπόν Ανέστη, κάπου στο 1943, Κατοχή, ήμουν δεν ήμουν 20 χρονών κι οι Γερμαναράδες κόβανε κυπαρίσσια πίσω στην Κλωσσουριά, να τα φορτώσουνε στα κάρα. Και μαζευτήκαμε εγώ, ο Πανταζής, ο Στάθης κι ο Καρασούλας, όλοι συχωρεμένοι. Και κρυφά χώσαμε στα λάστιχα ατσαλένιες καρφίτσες. Ξεφούσκωσαν αυτά και πού να φορτώσουν οι Γερμανοί τα ξύλα. Αυτοί ουρλιάζανε και βλασφημούσαν κι εμείς κρυμμένοι πιο πέρα, πίσω από τεράστιους κορμούς ξερών δένδρων, είχαμε κατουρηθεί απ’ τα γέλια. Τους άτιμους τους περιποιηθήκαμε, αλλά σε λίγη ώρα φέρανε άλλους και διορθώσανε τη ζημιά. Ρημάξανε τα καημένα τα δέντρα, χρόνια έκανε το δάσος να συνέλθει. Εμείς όμως νιώσαμε ήρωες που τους κάναμε τη ζωή δύσκολη. Πέτρινα χρόνια, άτιμη φάρα. Τίποτα δε λογαριάζανε και φούντωνε η αντίσταση στην Κατοχή. Εκείνα τα χρόνια που λες, πηγαίναμε απέναντι στην Περατειά και δουλεύαμε μεροκάματο για ένα κομμάτι ψωμί. Μέναμε καιρό, γιατί και το πέρασμα ήταν δύσκολο. Στο Κάστρο, εκεί που σήμερα είναι η γέφυρα, μια πλατφόρμα που κινούνταν με αλυσίδες πήγαινε πέρα – δώθε. Απ’ την Αιτωλοακαρνανία, στη Λευκάδα και αντίστροφα. Μας έκαναν έλεγχο και μας επιτρέπανε να περάσουμε, αν δεν εύρισκαν κάτι ύποπτο. Μια φορά λοιπόν, γεμίσαμε τις τσέπες μας αυγά, εγώ κι ο Πανταζής, να τα πάμε στους αντάρτες, που κρύβονταν στο βουνό απέναντι. «Δε θα μας καταλάβουν, μη φοβάσαι μόνο», μου είπε ο Πανταζής που ήταν και μεγαλύτερος. Σα φτάσαμε στη «Φινάτσα» των Ιταλών, στην αρχή του δρόμου για το Κάστρο, εκεί μας περιλάβανε. Και καλά ο Πανταζής, πέρασε χωρίς να τον καταλάβουν. Εμένα όμως που μου βρήκανε τ’ αυγά; Μου τα ρίξανε στη μούρη κι έπειτα έφαγα τόσο ξύλο, που λιποθύμησε η μάνα μου όταν με είδε, σα γύρισα στο χωριό. Γιατί με γυρίσανε πίσω φυσικά. Άσε τη καζούρα που έφαγα απ’ το φίλο μου τον Πανταζή, όταν επέστρεψε απ’ τους αντάρτες.

-Πάντως για πες μου ποιοι ήταν πιο σκληροί; τον διέκοψε ο Ανέστης.

-Α, δεν το συζητάμε. Οι Γερμανοί φυσικά. Οι Ιταλοί κάνανε και αστεία, πειράζανε και τις γυναίκες, αλλά στη μάνα μου σούζα, γιατί κάτι τους φίλευε απ’ το φούρνο. Αλλά άκου τώρα και το τρίτο και τελευταίο γι’ απόψε, γιατί σε κούρασα. Το δένδρο όπως βλέπω στολίστηκε κι η ώρα έχει προχωρήσει.

-Εσύ αντέχεις; Αν ναι, θα σ’ ανεχτώ κι εγώ, είπε γελαστά ο Ανέστης.

-Σαν τώρα θυμάμαι το σεισμό του ’53, που μας διέλυσε. Εκεί που καθόμαστε στη γωνιά, ακούσαμε μια βουή, σα να άνοιξε η γη τα σπλάχνα της να μας καταπιεί και άρχισαν όλα να γυρίζουν. Πεταχτήκαμε έξω απ’ το σπίτι, με τα ουρλιαχτά των γονιών μου κι είδαμε να γίνεται ένας σωρός από πέτρες, ξύλα, έπιπλα διαλυμένα. Κι ο φούρνος πάει κι αυτός, που έφτιαχνε ψωμί για όλο το χωριό. Κι η μάνα μου σταυροκοπιόταν και μας έλεγε να μην κλαίμε, μα να δοξάζουμε το Θεό που προλάβαμε και βρήκαμε ζωντανοί. Όλο το χωριό ένα σύννεφο σκόνης, ουρλιαχτά, φωνές, καμπάνες να χτυπούν κι ο τελάλης να φωνάζει να μην ξαναμπούμε στα σπίτια. Όσων φυσικά έμειναν τα σπίτια όρθια. Γιατί εμείς δεν είχαμε πλέον τίποτα. Είχαμε όμως την υγειά μας, είχαμε αγάπη και μετά από καιρό, με τη βοήθεια και του κράτους που μας έδωσε ένα δάνειο, μπορέσαμε και σταθήκαμε στα πόδια μας και χτίσαμε το σπίτι. Άτιμο πράγμα ο πόλεμος, μα πιο άτιμο ο σεισμός. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη χάνεις τον κόσμο σου. Αλλά βραδιά που είναι, τέλος τα άσχημα. Τελειώνει όπου να ‘ναι και το κρασί, σε κούρασα, πρέπει να βάλω το μηχάνημα να δουλέψει, για ν’ αναπνεύσω, να πάω στο δωμάτιό μου. Θα με κράξει πάλι η Μαριώ, πού να καταλάβει αυτή πώς νιώθω εγώ απόψε; Σου είπα τη ζωή μου κι από αυτήν ξεχώρισα τρεις στιγμές, όποιες ζωντανέψανε μπροστά μου.

-Μακάρι πάντα να ‘χεις τα αποψινά κέφια, να αισθανόμαστε κι εμείς όμορφα, να αποκτά νόημα ο ερχομός μας εδώ, είπε ο Ανέστης.

         Έξω ο βοριάς δυνάμωνε, η νύχτα είχε προχωρήσει για τα καλά, η γλυκιά συντροφιά των ανθρώπων ετοιμαζόταν να σβήσει τη φλόγα στο τζάκι και ν’ αναπαυθεί.

Ποιος ήξερε τι θα ετοίμαζε η επόμενη μέρα…

*To διήγημα είναι από το βιβλίο μου «ΑΠΟΔΡΑΣΗ στους ΣΦΑΚΙΩΤΕΣ», που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2010 από τις εκδόσεις ΠΑΣΧΕΝΤΗ για λογαριασμό της Δημοτικής  Βιβλιοθήκης του τότε Δήμου Σφακιωτών Λευκάδας.

**Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίου του Θοδωρή Γεωργάκη «Σφακιώτες Λευκάδας: Το Λίκνο της Καρδιάς μας»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ
Φιλόλογος