Αρχική Μόνιμες Στήλες Η μισοσπορίτισσα, τα πλεικούκια και τα σαραντάρια

Η μισοσπορίτισσα, τα πλεικούκια και τα σαραντάρια

gria

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Δεκαετία του 1960. Τα χωριά της Λευκάδας μαστίζονται ανελέητα απ το κύμα της μεγάλης φυγής. Η Αυσραλία στέλνει προσκλήσεις. Η Γερμανία κτίζει την σημερινή αυτοκρατορία της και με χέρια λευκαδίτικα. Η Αθήνα ανακαλύπτει την αντιπαροχή και στεγάζει χιλιαδες επαρχιώτες στα διαμερίσματα-κλουβιά.Ο Καναδάς απαιτεί και αυτός μερίδιο στην ανάπτυξη και εκμαυλίζει καρδιές.

Και όμως η Λευκάδα αντιστέκεται σθεναρά , παρά την αφαίμαξη του καλύτερου δυναμικού της. Τα σχολεία στα χωριά σφίζουν απο ζωή. Εκατοντάδες παιδικές ψυχές βλέπουμε μέσα απ την μυθολογία , την γεωγραφία , την ιστορία , τα θρησκευτικά να ξανοίγεται μπροστά μας ένας άγνωστος κόσμος , περα απ τον στενό ορίζοντα των Σταυρωτών, της Ελάτης και των Ακαρνανικών.

Ζούμε την πενιχρη ζωη του χωριού, που δεν μας επιτρέπει ούτε την πολυτέλεια των παγωτών ΘΑΥΜΑ, που με μιά δραχμή τα διαλαλούσε ο πλανόδιος με την FLORETTA στο χωριο.. Ζουμε ομως και το μεγάλο θαύμα της ανέμελης ζωής.Κανουμε τουμπες στο γρασίδι ,όπως λέει και ο μεγάλος Σκαρίμπας, παίζουμε το κρυφτό, τον σκλάβο , τα βεργιά , δημιουργούμε αυτοσχέδιες μπάλλες ποδοσφαίρου με …άχυρα μέσα στις καλτσες,κλέβουμε τους βρακατσάνους του μπαρμπα Θωμά,τρέχουμε στα αμπέλια για να δουμε ποιός θα πρωτοδοκιμάσει, τις ράτες που σκάρισαν,παμε στο πανηγυρι στην Ανάληψη για να ακούσουμε τα βιολιά και να πάρουμε τα δυό κουλουράκια περασμένα στο χορτόσχοινο,αναποδογυρίζουμε με τρέλλα τους σωρούς το άχυρο που μόλις έχεισωριάσει η αλωνιστική μηχανή,γευόμαστε με λαιμαργία το ψωμι με την ζάχαρη, τρέχουμε να πιούμε κάθιδροι το κρύο νερό απ την βαρέλα που μόλις έφερε η μάννα απ το πηγάδι,αρπάζουμε τον αγκαθό το ψωμί και με αρμυροσαρδέλαδεν χορταίνουμε την καλοκαιρινή ριγανάδα,τρεχουμε το βράδυ στον εσπερινό για ναφιλησουμε το χέρι του σεβάσμιου παπά.

Μα πάνω απ όλα ευφραινόμαστε την ιερή και μυσταγωγική στιγμή στο βραδυνό φαγητό με ολη την οικογενεια γύρω απ την γωνιά , την φωτιά.

– Γριά, αύριο είναι της Μισοσπορίτισσας.Να βάλεις για μεγέρεμα πλειοκούκια.Και μην ξεχάσεις να φτιάξεις και την λειτουργιά για το σαραντάρι που θα διαβάσουμε.

Ο γέρο παπούληςέδινε το προσταγμα και η γρια ,την άλλη μέρα, ανήμερα των Εισοδείων της Παναγίας, απο νωρίς το πρωί έπιανε δουλειά.

-Ελα δω άγγονα, μου φώναζε. Καθάρισε την φακή ,γιατί δεν βλέπω.

Και άρχιζε η γριά την μίξη. Φακή , φασόλια , κουκιά , λαθύρια , ρεβύθια και λίγο σιτάρι και τα πλειοκούκια στην κατσαρόλα ήταν έτοιμα για μαγέρεμα το βράδυ, για την διατήρηση του εθίμου γαι να πάνε καλά τα γεννήματα (τα σπαρτά) και για να δώσει η Παναγία να καρπίσουν. ‘Ητανε, βλέπετε η εποχή που ζούσαμε απ την οικιακή και μόνο οικονομία σπέρνοντας το στάρι ,την φακή , τα ρεβύθια, που φτιάχναμε την σφήνα το τυρί στην τσαντίλα, που αλάτιζε μέσα στην λάτα τις σαρδέλες ο γέροντας , που ζύμωνε η μάννα το καρβέλι και γέμιζε την μαλάθα ,για το ψωμί της εβδομάδας.

Ανατρέχοντας σήμερα στην ανάλυση και ετυμολογία της λέξεως ΠΛΕΙΟΚΟΥΚΙΑ μπορούμε να δεχθούμε αυτήτην γραφη με ει που σημαινει “πλείονα των κουκιών”, δηλαδή περισσότεοι σπόροι απ τα κουκιά.Σωστή όμως φαινεται να είναι και η γραφή με ι (ΠΛΙΟΚΟΥΚΙΑ), που το πλιόνα σημαίνει τα πολλά και το κουκιά με την έννοια των σπόρων γενικώτερα ,δηλαδή πολλοί σπόροι μαζι .

Η … παρεγγελία, όμως του γέροντα παπούλη είχε και δεύτερη εργασία για την γριά, που αφορούσε την λειτουργιά για το σαραντάρι στην εκκλησία.

Ανήμερα του αγίου Φιλίππου, στις 14 Νοεμβρίου άρχιζαν τα σαραντάρια στην εκκλησία. Ηταν οι καθημερινές πρωινές λειτουργίες που διαβαζε ο παπάς σαν μνημόσυνο γιά τους τεθνεώτες της οικογένειας ,στις οποίες μετείχε με την σειρά όλο το χωριό.

Γιά μας τα παιδιά τα σαραντάρια ήταν μιά γιορτή , ένα πανηγύρι. Κάθε πρωί , απ τις πέντε η ώρα ολόκηρη η εκκλησία γέμιζε και λαμποκοπούσε απ τα ροδαλά πρόσωπα όλων εμάς των παιδών, που βλέπαμε την λατρευτική αυτή εκδήλωση σαν μιά άλλη ευκαιρία για να βρεθούμε και πάλι μέσα στο δικό μας μελίσσι της ανεμελιάς ,μέσα στον δικό μας μικρόκοσμο που ρουφούσε με ανείπωτη χαρά κάθε στιγμή της ζωής και που με ευκολία μετατρέπαμε και μεταφράζαμε τα πάντα , σύμφωνα με τον δικό μας κώδικα και την δική μας δεοντολογία , σαν μιά ακόμα ευκαιρία γιά παιγνίδι και ζωή.

Το τέλος της λειτουργίας μας εύρισκε όλους με το υφασμάτινο σακκούλι στην πλάτη που με τόσα κεντίδια και σπάθες είχε φτιάξει η μάννα μας στο αργαλειό , με το πλουμιστό σακκούλι και μέσα το αναγνωστικό , την ιστορία, την γεωγραφία και τα θρησκευτικά στο δρόμο για το σχολείο.Ενα σχολειο κιβωτός για κάθε γνώση , γιά κάθε απλή μεταλαμπάδευση ανθρώπινων και απλοϊκών μηνυμάτων χαραγμένα διά βίου στο νού και την καρδιά μας, πάντα να μας οδηγούν νοερά στο λίκνο του μικρού χωριού, όπου για πρώτη φορά αντικρίσαμε το θαύμα της ζωής.