Αρχική Μόνιμες Στήλες Κατά Μάρκον Η γενιά του 50 – 60 στην Κρήτη (μέρος 2ο)

Η γενιά του 50 – 60 στην Κρήτη (μέρος 2ο)

Δημοτικό Σχολείο 1961 1962Γράφει ο Μάρκος Νικητάκης.

Στο σχολείο

Sxolio002Πλάκα και κοντύλι στην αρχή, τετράδιο και μολύβι αργότερα και μπλε κόλλα (υποχρεωτικά) για το ντύσιμο των τετραδίων! Μελανοδοχείο και στυπόχαρτο, πένες και κοντυλοφόροι, μουντζούρες στα τετράδια από τους απρόσεκτους και … τιμωρία φυσικά! Για τσάντα ένα σακούλι που μας έραβε η μάνα μας, κάτι σαν ταγάρι ας πούμε.

Σύνθημα για το σχολείο η (μικρή) καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου, που βάραγε κάποιο μεγαλύτερο παιδί, κάθε πρωί. Για κάποια χρόνια έκανα τον κωδωνοκρούστη, δίπλα στο σπίτι μου ήταν η εκκλησία!

Το σχολείο με ένα δάσκαλο για όλες τις τάξεις και μια αίθουσα επίσης. Έτσι από την πρώτη τάξη ακούγαμε όλα τα μαθήματα του δημοτικού. Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως! Τι να πρωτοκάνει και ο έρμος ο δάσκαλος ή η δασκάλα! Που να κρατήσει την ησυχία στην τάξη! Λύση η … τιμωρία!

Δύο πίνακες, στη μέση η έδρα και στους τοίχους δύο … κρικέλια! Πρώτη τιμωρία όρθιος με τη μύτη στον πίνακα και στο ένα πόδι. Δεύτερη, φάλαγγα στα χέρια με το χάρακα ή τη βίτσα, από αγριελιά συνήθως. Άνοιξε τα χέρια σου, πάρε και αυτή, πάρε και την άλλη. Το ένα χέρι τεντωμένο για τη βίτσα, το άλλο να τρίβεται στα πόδια μας για να φύγει ο πόνος και τούμπαλιν. Βασανιστήριο σε παιδικά χέρια, που έκαναν να συνέλθουν και να ξεπρηστούν κάποιες ημέρες!

Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ξύλο που έφαγα από το δάσκαλο, γιατί άνοιξα τον κατάλογο να δω τους βαθμούς. Είχε βρέξει και μια σταγόνα νερό έπεσε από το κεφάλι μου πάνω στον κατάλογο και λέκιασε το μελάνι. Ομολόγησα την πράξη μου και ο δάσκαλος με άρχισε με τη βίτσα. Θυμάμαι που κοίταζα προς το παράθυρο και έβλεπα ένα γάιδαρο απέναντι στο σόχωρο, μέσα σε ένα πλαίσιο από κυκλάκια, να κινείται πάνω κάτω σαν καράβι σε φουρτούνα. Σταμάτησε εγκαίρως ο δάσκαλος το ξύλο και γλύτωσα τη λιποθυμία.

Τρίτη και χειρότερη τιμωρία το κρέμασμα από το κρικέλι, ενώπιον όλου του σχολείου. Ένα σχοινί δεμένο στη μέση μας, πέρασμα από το κρικέλι και … στον αέρα για κάμποσο, μέχρι να βάλει μυαλό ο … αληταράς! Το σχοινί το κρατούσε ο … «ρουφιάνος» της τάξης ή η «ρουφιάνα» αναλόγως! Νέα παιδαγωγική, κατά πως αναφέρει ο Καζαντζάκης! Τα κόκκαλα των γονιών,  το κρέας του δασκάλου και εμείς τα … σφάγια! Δεν αναφέρομαι φυσικά σε απλά πράγματα, όπως ξεκόλλημα αυτιών, σφαλιάρες κ.λ.π.

Παλαιότερα το κρέμασμα γινόταν σε μια χαρουπέ έξω από το σχολείο. Σε κρέμαγαν και σε άφηναν εκεί για ώρα πολύ. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου ο Νίκος είχε υποστεί το μαρτύριο και μάλιστα υπάρχει μια ωραία ιστορία γύρω από αυτό. Μόλις τον είδε ο ξάδελφός μας ο Ηλίας (μεγάλος αλάνης όταν ήταν μικρός), δεν πήγαινε ακόμη σχολείο, γέμισε την τσέπη του πέτρες και μπήκε στην τάξη.

– Μωή τάνα, άσε μωή τον τσάδεφό μου γιατί θα σε ασβολώσω (τραυματίσω), φώναζε στη δασκάλα, πετώντας της πέτρες!

Φυσικά υπήρχε και αποβολή από την τάξη, δηλαδή μας έβαζε ο δάσκαλος να βγούμε έξω στη βροχή ή στο αγιάζι και να σταθούμε στο απέναντι υπερυψωμένο σόχωρο (επίπεδο χωράφι) για να μας βλέπει, μη και πάμε σπίτι μας! (Ο ξάδελφός μου ο Ηλίας ήταν μονίμως εκεί στημένος)!

Αιτίες για την τιμωρία πολλές. Πέρα από τα του σχολείου, τιμωρούμαστε συνήθως αν αλητεύαμε και μας έπιανε ο δάσκαλος έξω από το σπίτι. Ευτυχώς ο δάσκαλος (τον είχα στις μεγάλες τάξεις) έμενε στο δίπλα χωριό και δεν τον είχαμε συχνά στα … πόδια μας!

Με τα νύχια μας άλλο μαρτύριο.

–  Τα χέρια στο θρανίο, διατάζει η δασκάλα! Όλοι και όλες λοιπόν τα χέρια μας πάνω στο θρανίο, περνά η δασκάλα και όπου βλέπει βρώμικα νύχια, τσουπ! το χάρακα ή τη βίτσα πάνω τους! Που σε πονά και που σε σφάζει… Έτσι μάθαμε να τρώμε τα νύχια μας ορισμένοι…

– Τι μυρίζει; Πήγαινε  …. (καρφί του σχολείου) να μυρίσεις όλους τους μαθητές να δεις ποιος … αερίστηκε! Τέτοια κατάντια! Καλά λοιπόν έκανε ο Ηλίας και την … κέρασε την κατάλληλη στιγμή! Εκδίκηση γλυκιά, ασχέτως αν μετά … υπέφερε!

(Η πρώτη μου δασκάλα ήταν αυστηρή μεν όμορφη δε. Σαν τα κοράκια την περιτριγύριζαν οι νέοι του χωριού και κάποιοι παντρεμένοι που το έπαιζαν «εραστές».

Φορούσε μακριά φούστα και φουρό κι από μέσα απ’ το φουρό… Μια ζωή το μολύβι μας έπεφτε κάτω και το ψάχναμε, όταν καθόταν σταυροπόδι…)

Για βιβλίο το, κλασσικό πια Αλφαβητάριο. Λα, λα όλα, λα, λα Λόλα! Ο ταρσανάς του καπετάν Μαλάμου κ.λ.π

Στα διαλλείματα παίζαμε διάφορα παιχνίδια ή σκαλίζαμε αυλάκια στον τεράστιο ριζιμιό βράχο της αυλής, ο οποίος χρησίμευε και σαν εξέδρα για θεατρικές παραστάσεις, με όπλο μια πέτρα και το χερούλι από ένα σπασμένο κουτάλι, τότε τα κουτάλια ήταν χοντρά και σκληρά. Τα αυλάκια χρησίμευαν για να τρέχει το νερό της πηγούλας, που μόλις είχαμε ανακαλύψει σκάβοντας το χώμα του ανισόπεδου χωραφιού από πάνω. Σκαλίζαμε φυσικά και το όνομά μας, έτσι για την «αθανασία».

Παίζαμε και με τις βροντότριχες, κάτι σκουληκάκια ψιλά σαν κλωστή που βρίσκαμε σε λακκούβες με νερό και που, αν βάζαμε το δάχτυλό μας, τυλίγονταν γύρω του και το έσφιγγαν δυνατά.

Στις μεγάλες τάξεις βοηθούσαμε σε δουλειές του σχολείου. Κουβαλούσαμε πέτρες και τσιμέντο για να χτιστεί ο μαντρότοιχος, κάναμε τρύπες για φουρνέλα πάνω στον τεράστιο βράχο, προκειμένου να μικρύνει, φυτεύαμε φυτά στον μικρό κήπο, ξεχορταριάζαμε κ.α.

Κούρεμα με την ψιλή φυσικά. Άντε να μας άφηναν κάποια αφέλεια. Κουρέας ένας στο χωριό που έμαθε στο στρατό ή μόνοι μας, κουρεύοντας ο ένας τον άλλο με τη χειροκίνητη μηχανή που σου άφηνε πληγές στα χέρια η χρήση της..

Η εκκλησία υποχρεωτική. Υποχρεωτικό και το «Πιστεύω» ή το «Πάτερ ημών» για κάποιο μαθητή κάθε Κυριακή. Αλίμονο σου αν κάτι ξέχναγες! Πόσες φορές δεν στήθηκα, μπροστά στην Ωραία Πύλη, για απαγγελία!

Στις εθνικές επετείους παίζαμε θέατρο. Σκηνή ο βράχος έξω από το σχολείο σκεπασμένος με κάποιες κουρελούδες ή η έδρα του γραφείου του δασκάλου, μέσα στο σχολείο. Σκετσάκια ηρωικά ή και αστεία, ευκαιρία να κάνουμε την επίδειξή μας στην κοινωνία του χωριού.

Θεατρική παράσταση
Θεατρική παράσταση

Κάναμε και γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της χρονιάς στις οποίες μόνιμη κατάληξη ήταν η τσουβαλοδρομία. Μπαίναμε σε ένα τσουβάλι και προσπαθούσαμε να τρέξουμε, συναγωνιζόμενοι ποιος θα φτάσει κάπου πρώτος!

Θρύλοι

φαράγγι001 (1)Πηγαίναμε και εκδρομές που και που. Στην Αγία Φωτεινή, έξω από το χωριό μια περιοχή με πηγές νερού και μια στέρνα γεμάτη βδέλλες. Πηγαίναμε και στην Κεφάλα στον Πύργο. Ο πύργος ήταν ένας σωρός από πέτρες, κάτι σαν οικοδόμημα πάντως, που έλεγαν όσοι ξέρανε πως ήταν αρχαίο τηλεγραφείο. Από εκεί με φωτιά ειδοποιούσαν τις γύρω περιοχές για επικείμενο εχθρό. Πρέπει να αληθεύει γιατί στο απέναντι χωριό, το Νησί, υπήρχε ένας αντίστοιχος πύργος και γιατί, στη μέση του πουθενά που βρίσκεται το χωριό μου, υπήρχε Ενετικό Δικαστήριο.

Στον πύργο στην Κεφάλα, κατά τα θρυλούμενα, ήταν κλεισμένη μια κοπέλα και ύφαινε σε ένα χρυσό αργαλειό. Την κοπέλα αυτή τη φύλαγε λένε ένας αράπης που έβγαινε κάθε Πρωτοχρονιά έξω και αλίμονο όποιον πετύχαινε! Η γιαγιά μου έλεγε πως τον είχε δει …

Βάζαμε το αυτί μας στο χώμα και ακούγαμε τις «πεταλές» του αργαλειού. Τακ, τακ, τακ. Προφανώς νερό θα έτρεχε από κάτω, τι άλλο! Αυτό γιατί σε μικρή απόσταση ήταν ένα μαγκανοπήγαδο, από αυτά που τα γυρνάει ένα ζώο και βγάζουν νερό με μια αλυσίδα  δεξαμενών.

Ένας άλλος θρύλος στο χωριό έλεγε για μια χρυσή καμπάνα θαμμένη κάπου σε ένα φαράγγι, στον Λαγγό. Εκεί επίσης, απέναντι από τον Κορακιά, λένε πως σκότωσαν έναν ληστή(;), τον Λούκα και συχνά έβγαινε το φάντασμά του στην περιοχή.

Οι μεγάλοι πάντα είχαν τρόπο να μας τρομάζουν σαν παιδιά με ιστορίες που ποιος ξέρει από πού πήγαζαν. Είναι και το περιβάλλον του χωριού με τα βουνά, τους γκρεμνούς  και τις χαράδρες που εμπνέει τον φόβο, άρα…

Του κατσουλιού η τρύπαΈνας άλλος θρύλος μιλά για μια τρύπα που διαπερνά ένα ολόκληρο βουνό και βγαίνει αρκετά χιλιόμετρα μακρύτερα. Του «Κατσουλιού η τρύπα» είναι αυτή που ξεκινά από το Φαράγγι και βγαίνει στον Παρασυρέ, περνώντας κάτω από τη Στραβορά και τον Λαγγό.

Την λένε έτσι γιατί έβαλαν λέει ένα κατσούλι (μικρό γατάκι), έκλεισαν την τρύπα και μετά το βρήκαν τόσο μακριά. Κάποιοι δοκιμάσαμε να μπούμε μέσα, είναι στενή και έχει όντως αρκετό βάθος μα, ποιος ξέρει μέχρι που φτάνει!

Στο δρόμο για τη Χαλέπα ήταν του Αη Γιωργιού η πεταλέ, ένα σημάδι οπλής πάνω στο βράχο. Τούτο το σημάδι δεν έσβηνε ποτέ γι αυτό οι παλιοί λέγανε πως το έκανε το άλογο του Αη Γιώργη!

Αυτός ο Αη Γιώργης έχει ένα ξωκλήσι έξω από το χωριό και λένε πως κάποτε έδειρε ένα παπά γιατί τόλμησε να βγει έξω από την εκκλησία εν ώρα λειτουργίας. Δεν παίρνω όρκο για το συμβάν, δεν θυμούμαι ακριβώς το λόγο του ξύλου, όλοι όμως στο χωριό το ανέφεραν σαν γεγονός!

Φαγητό

Το σχολείο είχε και συσσίτιο. Κίτρινο τυρί και γάλα σκόνη το πρωί, φαγητό το μεσημέρι, πλιγούρι, πατάτες, μακαρόνια κ.λ.π. που αναλάμβανε να μαγειρέψει μια γυναίκα στο χωριό.

Αμερικάνικη βοήθεια! Κόκκινες καραμέλες, κάτι παλιά ρούχα τεραστίων διαστάσεων και ενίοτε μπομπότα και κάποια κονσέρβα!

Μεγάλη υπόθεση να πήγαινε κάποιος συγγενής στη Χώρα (Ρέθυμνο) και να μας φέρει κάποιο κουλούρι με σησάμι ή κάτι άλλο φαγώσιμο!

Πόσες φορές αλήθεια δεν λιμπιστήκαμε τα ζαχαρωτά που στόλιζαν τα κόλλυβα και πόσες άλλες δεν χαζεύαμε τα παγωτά που έφερνε ο παγωτατζής, μη έχοντας δραχμή στην τσέπη να τα αγοράσουμε!

Ακόμη και τις κηδείες θεωρούσαμε ευκαιρία για να φάμε τυρί και παξιμάδι και να πιούμε κρασί, στο δρόμο για το νεκροταφείο. Κάποτε μάλιστα ένας «έξυπνος» κεραστής, μας έδωσε και ήπιαμε τόσο κρασί (ήμαστε τρεις κολλητοί φίλοι), που μεθύσαμε και κοντεύαμε να πνιγούμε στη στέρνα. Εκεί μας έβγαλε η μέθη, να κάνουμε μπάνιο… Σωθήκαμε τελευταία στιγμή από τον πατέρα μου και ξυπνήσαμε, μέσα στη λέρα, μια μέρα μετά! Ήμαστε μόλις εφτά άντε οκτώ χρόνων…

Πείνα!  Το χειμώνα χόρτα και κουκιά, χοχλιοί, ομανίτες (μανιτάρια), ξινόχοντρος (σκέτος ή με πατάτες) , γαλόχοντρος, φασολάδα, φακές (όταν περίσσευαν τις κάναμε με ρύζι), αυγά τηγανητά με ανθόγαλο (αυτό ήταν γκουρμέ πραγματικό), κάποιες ελάχιστες φορές μακαρόνια (σκέτα ή με γάλα) ή ρύζι, το κρέας σπάνιο. Θυμούμαι ακόμη πως, όταν πέθανε η γιαγιά μου (ήμουν 7 στα 8) , έφαγα στη θειά μου την Ελένη, που με πήρε για να μην είμαι σπίτι, κότα κοκκινιστή με πιλάφι! Χαράχτηκε στη μνήμη μου εκείνο το φαί, ότι και να σημαίνει αυτό!

Το ανθόγαλο ήθελε τη διαδικασία του. Μετά το άρμεγμα της κατσίκας βάζαμε το γάλα που δεν πίναμε σε μια μεταλλική λεκάνη και το βγάζαμε στον αέρα. Μαζεύαμε την κρούστα που δημιουργούνταν και τη βάζαμε σε ένα πάνινο σακούλι,  για να στραγγίξει, που κρεμάγαμε σε ένα καρφί πάνω από την παραστιά. Φυσικά φτιάχναμε και ανθότυρο μα ήταν λίγος.

Χαρά μου να πάω στο χωριό της μάνας μου, στην Καλή Συκιά που ήταν κοντά και να μου δώσει η θειά μου η Ελένη και στον μπάρμπα Μιχάλη, που είχαν τυροκομείο, ανθότυρο ή στάκα και ψωμί για το δρόμο! Εκεί βέβαια πάντα τρώγαμε καλά, γιατί ο μπάρμπας μου ο Νίκος ήταν δεινός κυνηγός και πάντα είχε λαγούς και πέρδικες στο σπίτι του! Πηγαίναμε όμως σπάνια!

Το χωριό από ψηλά
Το χωριό από ψηλά

Οι τηγανητές πατάτες μενού πολυτελείας (- διάσο λάχανα θέλω γω, θα πάω στη θειά μου τη Μαρία να φάω πατάτες, φώναζα κάποτε και έμεινε!), οι χορτόπιτες  (με κουρνοπόδους και τσιλιμπινίδια, χόρτα νοστιμότατα) και οιμαλαμουδόπιτες (μια φτενή φέτα ζύμης με ενσωματωμένα υλικά (τυρί, μυρωδικά κλπ), που την τηγανίζαμε) συχνές, όπως και τα «τουρσού», πάει να πει ξεραμένα βλίτα, στύφνος, φασολάκια, πυρόβολοι (είδος φασολιού σε σχήμαD) και άλλα μποστανικά που περίσσευαν το καλοκαίρι και δεν είχαμε την πολυτέλεια να πετάξουμε! Τα ξεραίναμε λοιπόν στον ήλιο και τα βάζαμε σε ένα τσουβάλι, προμήθεια για το χειμώνα.

Το καλοκαίρι ότι έβγαζε το περιβόλι κυρίως, (αχ! εκείνοι οι ντολμάδες με τους κολοκυθανθούς), κρέας αν σφάζαμε κάποια κότα μας, ένα γουρουνάκι, ένα ρίφι κ.λ.π. , άντε να αγοράζαμε κιόλας λίγο, αν ο πατέρας μας έκανε κάποιο έξτρα μεροκάματο.

Χαρά μας αν έσφαζαν κάποιο γουρούνι να μας δώσουν τη «φούσκα», την κύστη πάει να πει, για να την κάνουμε μπαλόνι και τρελή χαρά αν μουνούχιζαν (ευνούχιζαν) γουρουνάκια και μας έδιναν τα … αποτελέσματα του ευνουχισμού, μεζέ για το πεινασμένο μας στομάχι!

Αυτονόητο το ότι δεν αφήναμε φρούτο για φρούτο σε, (ξένο κυρίως) δέντρο! Τα πρώιμα ιδιαίτερα. Επικίνδυνο γιατί αν μας έπιαναν οι ιδιοκτήτες μας τσάκιζαν στο ξύλο. Κάποτε οι … τρεις Καμπαλέρος (Λάμπρος, Μανόλης, Μάρκος) πήγαμε να κόψουμε απίδια στην Κεφάλα, μας πέτυχε ο ιδιοκτήτης και, επειδή δεν μπορούσε να μας φτάσει, μας πέταξε την κατσούνα του στα πόδια! Αυτή πέτυχε το Μανόλη που κουτρουβαλιάστηκε και …τσακίστηκε! Γλυτώσαμε τα χειρότερα όμως γιατί ο … μπάρμπας ήταν άγριος! Κάποτε με είχε πιάσει από το στήθος έξω από την εκκλησία της Παναγίας, επειδή μάλωσα με το γιό του, και με ασφεντούριξε (εκσφεντόνισε)  μακριά, όπως πετούνε οι αθλητές τη … σφαίρα! Ζω ακόμη, ευτυχώς!

Όταν έβγαιναν τα σταφύλια, βάζαμε ένα μικρό ξυλάκι σε μια ρόγα και, παίρνοντας διαδοχικά από μία ρόγα, ψάχναμε να μη βρούμε το ξυλάκι γιατί όποιος το έβρισκε έκανε το … γάιδαρο!

Τα πρώτα σταφύλια τα τρώγαμε παραδοσιακά, στη γιορτή του Χριστού στις 6 Αυγούστου. Γιόρταζε μια εκκλησία του χωριού και μετά τη λειτουργία μοίραζαν λιάτικα σταφύλια.

Τρώγαμε ακόμη και τα στυφά μύρτα (εγώ το κάνω ακόμη), τους καρπούς από τις φασκομηλιές και το μέλι από τα άνθη τους (μαζί με μυρμήγκια συνήθως), κούμαρα, μούρα, βάτσινα (βατόμουρα), αγραπίδια,  χαρούπια και ότι άλλο μας γυάλιζε και ήταν φαγώσιμο!

Οι μπουρνιελές (μπουρνέλες) ήταν αδυναμία μας. Τις μαζεύαμε τις πλέναμε στο παγωμένο νερό της βρύσης και τρώγαμε μέχρι να σκάσουμε. Κλεμμένες φυσικά, γιατί όσοι τις είχαν τις προστάτευαν. Κέρναγαν με αυτές τους μουσαφίρηδές τους. Τις ρίχναμε με πέτρες αν ήταν ψηλά το δέντρο ή τις κόβαμε σκαρφαλώνοντας, με τσιλιαδόρους εννοείται. Σαν τώρα θυμούμαι που, σαν παίζαμε κρυφτό, ανέβαινα στη μπουρνελιά του Κωσταρού και κρυβόμουν, τρώγοντας συγχρόνως. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου!

Ήταν φορές που μας ζητούσε μια γειτόνισσα να της τις μαζέψουμε από τη μπουρνελιά και τότε μας έδινε κάμποσες να πάμε και στο σπίτι μας. Μεροκάματο πάει να πει!

Τα χλωρά καρύδια επίσης. Μόνο που άφηναν σημάδια στα χέρια και ο αγροφύλακας, αν τα χέρια μας ήταν βαμμένα από φλούδες καρυδιού, μας έσπαγε στο ξύλο αν μας έπιανε ή το έλεγε στον πατέρα μας!

Ο Άγιος Κωνσταντίνος
Ο Άγιος Κωνσταντίνος

Το φθινόπωρο άρχιζε το κυνήγι του χαρουπολάχανου, του μύκητα δηλαδή που αναπτύσσεται πάνω στις χαρουπιές. Ημέρες γυρνούσαμε στα χωράφια να τα εντοπίσουμε. Αν ήταν μεγάλα τα κόβαμε, πεσκέσι για τη μάνα μας που τα μαγείρευε όπως το κρέας και ήταν πεντανόστιμα, αν ήταν μικρά τα σκεπάζαμε με κλαδιά να μην τα δουν άλλοι και περιμέναμε να μεγαλώσουν. Συνήθως δεν τα ξαναβρίσκαμε μα αυτό ήταν στους κανόνες του παιγνιδιού.

Χαρά μας όταν όργωνε ο πατέρας μας, αν έβρισκε και μας έφερνε βολβούς που τους τρώγαμε βραστούς με ξύδι!

Άνοιξη και φθινόπωρο (με τα πρωτοβρόχια) άρχιζε το κυνήγι του χοχλιού. Μόλις σκοτείνιαζε πηγαίναμε με τη μάνα μας, με μόνα εφόδια ένα λυχνάρι ή ένα κερί και μια τσάντα, για χοχλιούς. Αν δεν φυσούσε είχε καλώς. Φωτίζαμε το κακοτράχαλο έδαφος στις πλαγιές του βουνού και μαζεύαμε τους χοχλιούς. Αν φυσούσε ήταν σκέτη ταλαιπωρία! Φακούς δεν είχαμε τότε βλέπετε, δεν υπήρχαν ή ήταν ακριβοί για τις τσέπες μας. Θα ήταν όμορφα πάντως τώρα που το φέρνω στο νου μου. Πολλά μικρά φωτάκια μέσα στη σκοτεινιά και σκιές σε διαρκή κίνηση!