Αρχική Μόνιμες Στήλες Κατά Μάρκον Η γενιά του 50 – 60 στην Κρήτη (μέρος 3ο)

Η γενιά του 50 – 60 στην Κρήτη (μέρος 3ο)

Το χωριό από τον ΚούμαροΗ ζωή μας δουλειά και … αλητεία. Η δουλειά σκληρή για τα παιδικά μας χέρια μα απαραίτητη για την οικογένεια.  Από τα πέντε ή έξι μας χρόνια μπαίναμε στην … παραγωγή.

► Πηγαίναμε τις αίγες στο βουνό το πρωί για βοσκή, τις κοστεκιάζαμε ή τις μπουζιάζαμε (με μικρό σκοινί δέναμε τα πόδια τους σταυρωτά ή παράλληλα για να μη φεύγουν μακριά) και το βράδυ τις ξαναφέρναμε αφού κάναμε αγώνα για να τις βρούμε.

– Έλα πα να ε να και ξανά έλα πα να ε να, αυτό ήταν το κάλεσμά μας στις κατσίκες!

Ακόμη και κοστεκιασμένες όμως, ζοριζόμαστε πολύ για να τις βρούμε!

Αν αργούσαμε να τις βρούμε και γυρνούσαμε σαν σκοτείνιαζε, δίναμε μάχη με το φόβο μας, ειδικά όταν περνούσαμε έξω από το νεκροταφείο, στην Αγία Παρασκευή. Άσπρα ασβεστωμένα μνήματα, προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, τρόμος. Τραγουδούσαμε ή φωνάζαμε περνώντας, για να ακούμε τη φωνή μας και η καρδιά μας στην … πέμπτη ταχύτητα! Φυσικά πριν το σπίτι τις ποτίζαμε, πάει να πει τις περνούσαμε από τη βρύση για να πιουν νερό στη γούρνα!

► Πηγαίναμε τα ζώα για ζευγάρωμα στους αντίστοιχους επιβήτορες, κάπρους, τράγους, βόδια κ.λ.π. Βλέπαμε τη διαδικασία και… αγριεύαμε από μικροί!

Αλήθεια τι έβλεπαν τα μάτια μας τότε! Μέχρι κατσίκα ξεγέννησα στα δέκα μου, έχω τη σκηνή ακόμη στα μάτια μου, όταν τη βοήθησα να βγάλει το κατσικάκι και μετά το καθάρισε γλύφοντας το.

Τέτοια βλέπαμε ολημερίς και μετά, άντε να μας κρατήσεις, για να μην κυνηγούμε τις κοπελίτσες στο χωριό …

► Κουβαλούσαμε στα περιβόλια, που ήταν μακριά συνήθως, κοπριά με το γάιδαρο, γράφοντας αρκετά χιλιόμετρα πεζοπορίας, άχυρα και καρπούς από το αλώνι στο σπίτι, χειμωνιάτικη τροφή για τα ζώα, σταφύλια από το αμπέλι στο πατητήρι του σπιτιού, ξύλα για την παραστιά κ.λ.π. Διαδικασία δύσκολη για τα παιδικά μας χέρια, το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα γιατί, πέρα από το βάρος, έπρεπε να βάλεις αντιστύλι μια χαχαλόβεργα (βέργα με διχάλα στην κορυφή) στο ένα σακί για να κατεβάσεις το άλλο και δεν τα καταφέρναμε πάντα, άρα πάει το σαμάρι!

Ο γάιδαρος, τι μανία, δεν άλλαζε το δρομολόγιό του ακόμη κι αν πλησίαζε δίπλα σε γκρεμνό. Τρέμαμε όταν περνούσαμε το Πρόβαρμα, όταν κατεβαίναμε στον Βόλακα, όπως τρέμαμε και όταν συναντούσε θηλυκό. Φορτωμένος, ξεφορτωμένος άρχιζε το γκάρισμα και το τρεχαλητό κι έκανε σάλτο πάνω στη γαϊδούρα ενώ όλη την υπόλοιπη ημέρα έκανες αμάν για να προχωρήσει!

Στο χωριό οι περισσότεροι είχαν γάιδαρο ή γαϊδάρα. Ελάχιστοι είχαν μουλάρια και ένας – δύο μπεγίρια (άλογα).

► Θερίζαμε και αλωνεύαμε με τους γονείς μας γυρνώντας μέσα στο λιοπύρι ολημερίς στο αλώνι με την αγελάδα μας, προσέχοντας μην αφοδεύσει μέσα (όταν ήταν έτοιμη τρέχαμε πίσω της με στάχυα και μαζεύαμε στον … αέρα τιςβουτσές (κόπρανα) της ή με δύο αγελάδες(η μία δανεική) και βολόσυρο (ξύλινη επιφάνεια με λάμες πριονωτές από κάτω), αν είμαστε τυχεροί.  Για καπέλο ένα μαντήλι με τέσσερις κόμπους, για ξεκούραση μια κούνια με σχοινί, κρεμασμένη σε δέντρο και η κατασκευή μύλων με ασφόντυλους, χαρτί και αγκάθια από βάτα σαν καρφιά, έτσι για να βλέπουμε στο λίχνισμα προς τα πού φυσάει ο αέρας. Νερό από τη στέρνα ή το ρυάκι και φαγητό πρόχειρο, ψωμί, τυρί, ντομάτα, κρεμμύδι κ.λ.π.

Τα αλώνια στο χωριό πολλά, τα περισσότερα σκαμμένα σε βράχο. Σε κάθε μεγάλο χωράφι, εκεί τουλάχιστον που υπήρχε πέτρα από κάτω, υπήρχε και ένα. Κάπου υπήρχαν περισσότερα όπως στα Τέσσερα αλώνια. Δυστυχώς σήμερα τα περισσότερα έχουν καταστραφεί στο όνομα μιας… μελλοντικής καλλιέργειας που τελικά μένει στα σχέδια! Δυστυχώς δεν έχουμε καταλάβει ότι ανάπτυξη δεν είναι η καταστροφή της παράδοσης μα η συνύπαρξή της με τις νέες τεχνολογίες. Άλλωστε τουριστική χώρα καταντήσαμε και η παράδοση είναι σημαντικό μέρος της τουριστικής προβολής!

► Ποτίζαμε και ξεχορταριάζαμε τα περιβόλια μας σε ολοήμερη απασχόληση. Τα περιβόλια μακριά από το χωριό, στο Λιμνί ή στο Γέρμα, σε ήθελαν εκεί ολημερίς αφού ήταν δύσκολο να πας και να ξαναγυρίσεις. «Σπάγαμε» τον ποταμό (ρυάκι στην ουσία), δηλαδή κάναμε πρόχειρο φράχτη, και γεμίζαμε τη στέρνα. Μετά ποτίζαμε με φυσική ροή αυλάκι το αυλάκι. Αν η στέρνα δεν ήταν γεμάτη, το νερό έτρεχε απελπιστικά αργά με αποτέλεσμα να θέλουμε ώρες για το πότισμα!

Ρολόι μας ο ήλιος και η σκιά των βράχων του Κορακιά (περιοχή σε ένα φαράγγι).

Φαγητό σαλάτα συνήθως. Ένα τσίγκινο πιάτο, ένα μπουκάλι λάδι, ένα ξύδι και αλάτι κρυμμένα σε μια κουμαριά, φασολάκια, γλιστρίδα, ντομάτα, κρεμμύδι και αγγούρι στη σαλάτα (αν είχαμε και λίγο τυρί) και για πιρούνια διχαλωτά κλαδάκια από ένα θάμνο. Η αλήθεια είναι πως νοστιμότερη σαλάτα δεν έχω φάει έκτοτε!

Νερό πίναμε από το Βρυσίδι. Μια πηγή κάτω από ένα πλάτανο με καταπληκτικό νερό. Παραμέριζες τα χιλιάδες κουνούπια πάνω στο νερό, έσκυβες και έπινες ή γέμιζες ένα γαβανόζι ή μια αλουμινένια κούπα που πάντα υπήρχε εκεί. Πίναμε και από τον ποταμό, τις στέρνες ή τα ρούματα (ρυάκια) που συναντούσαμε στο δρόμο μας. Κανένας φόβος, καμία επιφύλαξη!

Κάτω ΒρύσηΠαρένθεση. Στο χωριό υπήρχαν και υπάρχουν καταπληκτικές πηγές με πολύ καλό νερό (Χαλασές κ.α).

Πηγαίνοντας για το περιβόλι αξίζει να σταθώ σε ένα μικρό χορτάρι που βρίσκαμε στο δρόμο μας, στον Κορακιά, στον Παρασυρέ συνήθως αλλά και αλλού, και που έβγαζε ένα δάκρυ. Το δάκρυ αυτό, στερεοποιημένο βεβαίως, το μασούσαμε σαν τσίχλα. Ήταν τσίχλα, αφού ποτέ δεν έλιωνε όσο και να το μασούσες.

► Μαζεύαμε δάφνη, φασκόμηλο και ρίγανη και τα πουλούσαμε στον έμπορο, πρόσθετο εισόδημα για τις ανάγκες μας. Δουλειά κοπιαστική στα βουνά και στα χωράφια για δάφνη και ρίγανη και στο Λαγγό ή στο Φαράγγι, που είναι κακοτράχαλα μέρη, για φασκόμηλο. Μια ποδιά στη μέση, ένα – δυο τσουβάλια παραπέρα, τα γεμίζαμε, τα φορτωνόμαστε, τα πηγαίναμε στον έμπορο και φτου κι απ’ τη αρχή. Το φασκόμηλο που μαζεύαμε στο χωριό, δεν είναι το γνωστό μας φασκόμηλο. Είναι άγριο είδος που, κατά πως λέγαν οι παλαιότεροι, αν το έπινες μόνο του κινδύνευες με έμφραγμα! Έχει μια πολύ δυνατή μυρωδιά και βγάζει καρπούς που τρώγαμε!

► Μαζεύανε χαρούπια, ραβδίζοντας τις χαρουπές μας στη Χαλέπα και αλλού, και τα πουλούσαμε στον έμπορο του διπλανού χωριού, πάει να πει πολλά δρομολόγια με το γάιδαρο κάθε ημέρα εκείνη την περίοδο.

Η ελιά► Μαζεύαμε τις ελιές (τσουνολές κυρίως) χωρίς δίκτυα και ραβδίσματα (μόνο τις λιανολές (ψιλές ελιές) ραβδίζαμε), πάει να πει τις περιμέναμε να πέσουν. Χρόνος πολύς, κόπος πολύς, οξύτητα δεν θυμάμαι. Όμως η διαδικασία είχε και τα καλά της. Θυμούμαι πως μια φορά, όσο μαζώναμε τις ελιές, μια χωριανή μου, η Σπαντιδοβαγγέλαινα ήταν ή η Σπαντιδοστελλήδαινα, απήγγειλε Ερωτόκριτο τον οποίο ήξερε απ’ έξω! ΄Εχει άλλη χάρη να μαζεύεις ελιές βουβός και άλλη χάρη να ακούς, για πρώτη φορά μάλιστα, τις κονταρομαχίες του Ερωτόκριτου!

Το άλεσμα το κάναμε στο λιοτρίβι του χωριού με τις μεγάλες μυλόπετρες και το άλογο που τις γύριζε, με την πρέσα, τις γούρνες με νερό και το κομμένο φλασκί που μάζευε ο μυλωνάς το λάδι.

► Κουκολογούσαμε τα ραβδισμένα δέντρα, καρυδιές, μυγδαλιές κ.λ.π., πάει να πει ψάχναμε σε ξένα δέντρα, μετά το μάζεμα των καρπών και αφού είχαν φύγει οι ιδιοκτήτες, και μαζεύαμε ότι καρπό τους είχε ξεφύγει. Κάτι βρίσκαμε πάντα σε ρεματιές και θάμνους, στην Κάτω Βρύση και στο Ρούμα κυρίως, τα βάζαμε στην μπλούζα μας και τα πηγαίναμε σπίτι πεσκέσι στη μάνα μας.

► Οι μεγαλύτεροι από εμάς, έφηβοι ή και άντρες, ενίοτε ασχολούνταν με το μάζεμα του σταμνόχορτου, του δίκταμου όπως είναι γνωστό. Άγριο δίκταμο όχι αυτό που σήμερα καλλιεργείται και έχει γίνει ανάρπαστο. Τότε δεν ήταν ευρείας κατανάλωσης, το προμηθεύονταν φαρμακευτικές εταιρίες θαρρώ. Κάποιες νοικοκυρές το φύτευαν και σε γλάστρες τότε και το λέγαμε έρωντα.

Διαδικασία δύσκολη και επίπονη. Κατά μήκος ενός θεόρατου ριζιμιού βράχου, 500 μ Χ 60 μ περίπου, στον Τζιγιάννη ή στη Λέσκα , κρεμιόντουσαν με παλαμάρια από τον Κούμαρο και μάζευαν το πολύτιμο φυτό. Θυμούμαι πολύ καλά ότι τότε, αρχές της δεκαετίας του 60, η τιμή του ήταν το, πολύ μεγάλο, ποσό των 4.000 δρχ/κιλό.

► Βοηθούσαμε τους γονείς μας σε όλες τις δουλειές τους. Κουβαλώντας πέτρες για χτίσιμο, άμμο από τον ποταμό, γυρνώντας το χειρόμυλο για το σπάσιμο του σιταριού, φτιάχνοντας καλάθια με καλάμια ή με κλαδιά από άλλους κατάλληλους θάμνους, ανοίγοντας τα μεγάλα κούτσουρα για την παραστιά με βαριοπούλα και μεταλλικές σφήνες και όπου αλλού μπορούσαμε.

Προσωπικά έχω φτιάξει εκατοντάδες κεριά και πολλές λαμπάδες για την εκκλησία, στο σπίτι μου. Είχαμε μια κατασκευή με μια κυκλική στεφάνη που γυρνούσε γύρω από ένα άξονα. Η στεφάνη είχε δεκάδες καρφιά επάνω της. Εκεί βάζαμε τους σπάγκους – φυτίλια και με μια ειδική μακριά κουτάλα αδειάζαμε πάνω τους καυτό κερί δεκάδες φορές, σε μια κυκλική εναλλαγή, μέχρι να φτάσει το κερί στο επιθυμητό πάχος.

Parasia kai tsikaliΠαιγνίδια και … αλητεία

Στο χρόνο που μας έμενε από τη δουλειά, όχι μόνο στις διακοπές, λίγο διάβασμα και πολύ παιχνίδι. Δεν αναφέρομαι φυσικά στα κλασσικά παιγνίδια, κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό,  κ.λ.π. ούτε στον πετροπόλεμο. Από τον τελευταίο έχω «οικονομήσει» κάποια βαθουλώματα μόνιμα στο κεφάλι! Σε άλλα παιγνίδια αναφέρομαι και παρακάτω θα προσπαθήσω να τα περιγράψω. Όσα θυμούμαι τουλάχιστον!

Παιχνίδια όπως είναι φυσικό, δεν υπήρχαν. Κάποιο λαστιχένιο τόπι ίσως, άντε και κάποια ξεφούσκωτη δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου. Είχαμε όμως φαντασία.

► Ψήναμε πηλό και φτιάχναμε βόλους, αυτοκινητάκια και ότι άλλο μας ερχόταν κατά νου.

► Χρησιμοποιούσαμε τις μπανέλες από τις παλιές ομπρέλες (ήταν συμπαγείς και είχαν τρύπες στις άκριες) και φτιάχναμε βέλη και τόξα (με χορδή κόκκινο σπάγκο), σημαδεύοντας την ξύλινη πόρτα της εκκλησιάς του Αγίου Κων/νου που, περιττό να σας πω, θύμιζε κόσκινο!

► Βγάζαμε ατόφια τη φλούδα (εκτός από το χερούλι) από ίσια κλαδιά σφάκας (πικροδάφνης) που κόβαμε από τον ποταμό και, με έμβολο τον κορμό, κάναμε σφακοπιστόλες, ένα αυτοσχέδιο αεροβόλο, με σφαίρες κομμάτια σφάκας που χωρούσαν ίσα – ίσα στη φλούδα.

► Με τους βλαστούς από τις πρωινές χαρές, φτιάχναμε, πλέκοντάς τις, μαστίγια που τα λέγαμε χλιμπάτσια.

► Με κορμούς από ασφόντυλους, χαρτί τετραδίου και αγκάθια από βάτα, φτιάχναμε μύλους που γυρνούσαν με τον αέρα! Με τα αγκάθια στερεώναμε τα τετραγωνισμένα χαρτάκια πάνω σε, χωρισμένα στη μέση, κλαδιά ασφόντυλου, για να κάνουμε τη φτερωτή του μύλου. Τη φτερωτή την ενώναμε με τον κορμό του ασφόντυλου με τη βοήθεια ενός λεπτού ξύλου!

► Στα μικράτα μας παίζαμε αλεκατρίδες (πεντόβολα). Πέντε πετρούλες όσο γινόταν πιο στρογγυλές που πετούσαμε στον αέρα και προσπαθούσαμε να πέσουν στην ανάστροφη της παλάμης. Για όσες έπεφταν κάτω, πετούσαμε μια πετρούλα στον αέρα και προσπαθούσαμε, χωρίς να μας πέσουν οι άλλες από τη φούχτα μας, να τις πιάσουμε, μια – μια, δύο – δύο, κ.λ.π.,  πριν πέσει κάτω η άλλη που ήταν στον αέρα, την οποία έπρεπε επίσης να πιάσουμε! Μεγαλώνοντας(;), το θεωρούσαμε κοριτσίστικο παιγνίδι και … δεν καταδεχόμαστε…

► Με ένα (δεμένο) σπάγκο που περνάγαμε πίσω από τον αντίχειρα και το δείκτη κάθε χεριού μας, με τη συνεργασία άλλου παιδιού, πιάναμε με τα δάκτυλα διαδοχικά το σπάγκο, ο ένας από τα χέρια του άλλου, σχηματίζοντας διάφορα σχέδια με αυτόν (κρεβάτι, ψαλίδι κ.λ.π).

► Παίζαμε βόλους με αστυρακοκούκουτσα (κουκούτσια από ένα ενδημικό θάμνο της Κρήτης που λέγεται αστύρακας) και με τα ίδια φτιάχναμε κολιέ και βραχιόλια αφού τα τρυπούσαμε, μετά δυσκολίας, με καυτό σουβλί.

► Με βέργες από κλαδεμένες μουρνές (μουριές), που τις χρησιμοποιούσαμε σαν μπαστούνια του γκολφ (είχαν χοντρή γυριστή βάση), χτυπούσαμε στρογγυλές πέτρες προσπαθώντας να τις βάλουμε σε μια τρύπα ή να τις φτάσουμε κοντά σε μια μεγάλη πέτρα. Τώρα αμάδες το λέγαμε το παιγνίδι; Δεν θυμούμαι, λυπάμαι.

► Βαθουλώναμε ένα παλιό νόμισμα (τάλιρο του τριάντα (Μεγαλέξανδρος) συνήθως) και παίζαμε δεκάρες. Χτυπούσαμε το νόμισμα στον πέτρινο τοίχο της εκκλησίας και προσπαθούσαμε να φτάσουμε το νόμισμα του άλλου σε απόσταση μικρότερη από την πιθαμή μας. Τότε κερδίζαμε μια δεκάρα από τον αντίπαλο.

► Η χαρά μας βέβαια ήταν η σφεντόνα. Ένα κλαδί ελιάς ή ροδιάς σε σχήμα Υ  που το γυρίζαμε και το δέναμε με σύρμα που στρίβαμε ψήνοντάς το στο φούρνο ή στη χόβολη μέχρι να ξεραθεί, λάστιχα, πετσιά και κόκκινη κλωστή από το περίπτερο του «στραβού» στο διπλανό χωριό, τα Ρούστικα, και τέχνη στην κατασκευή. Παρένθεση. Ο «στραβός» ήταν ένας τυφλός άνθρωπος, που είχε ένα περίπτερο. Καταπληκτικός. Πουλούσε εκατοντάδες μικροπράγματα και τα έβρισκε στη στιγμή. Ξεχώριζε με την αφή κέρματα και χαρτονομίσματα και ήταν αδύνατο να τον κοροϊδέψεις. Τον θαυμάζαμε και τον σεβόμαστε όλοι ακόμη και εμείς οι «αληταράδες» της εποχής!

Με τη σφεντόνα στην τσέπη γραμμή για πουλιά. Σκαρφαλώναμε σε κάτι θεόρατες μαύρες μουριές και στήναμε καρτέρι, σε κοτσύφια κυρίως, τρώγοντας και μούρα την εποχή που ωρίμαζαν. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Γυρίζαμε στα βουνά για φωλιές και καπνίζαμε κάποιο τσιγάρο που αγοράζαμε «στη ζούλα» από το μαγαζί, λέγοντας στο μαγαζάτορα ότι μας έστειλε ο τάδε χωριανός( ο Σηφάκης συνήθως), από την άκρη του χωριού. Χύμα τσιγάρα βέβαια. Μια δραχμή τα δέκα. Καταφύγιο μας συνήθως τα σπηλιάρια στη Λέσκα (ένας πέτρινος διάδρομος πάνω στον μονοκόμματο βράχο που κάπου στένευε επικίνδυνα) , από όπου αγναντεύαμε και το χωριό. Μετά τρίβαμε το στόμα μας με φλούδες πορτοκαλιών από την πορτοκαλιά στην Πάνω Βρύση , που ρίχναμε με πέτρες ή με ότι άλλο φρούτο βρίσκαμε πρόχειρο.

► Κάναμε … ορειβασία, προσπαθώντας να κατακτήσουμε τις, (όχι ψηλές μα δυσπρόσιτες για τα γυμνά μας πόδια) κορυφές των βουνών (Άμπελος, Στραβορά κ.λ.π) και για να βρούμε φτερά από σκάρα (μεγάλο πτωματοφάγο όρνεο) που χρησιμοποιούσαν οι λαουτιέρηδες για πένα. Τις σκάρες, πολλές εκείνη την εποχή, χαιρόσουν να τις βλέπεις να ισορροπούν στον αέρα με τα τεράστια φτερά τους. Δυστυχώς τείνουν να εκλείψουν, όπως και τόσα άλλα είδη!

ΑμπελοςΣτην επιστροφή, για να κόψουμε δρόμο, κατεβαίναμε από επικίνδυνα μέρη με μεγάλη κλίση και πολλά χαλίκια! Πόσες φορές δεν τσουρήσαμε (κατρακυλήσαμε) και μετράγαμε τις πληγές μας!

Δεν σας κρύβω πως, όποτε πάω στο χωριό μου, ανεβαίνω πρωί – πρωί στην Άμπελο! Είναι πανέμορφη η θέα από εκεί ψηλά!

► Φτιάχναμε κατσούνες, μπαστούνια δηλαδή με ξύλο αγριελιάς η ροδιάς. Ένα ίσιο ξύλο που είχε μια διακλάδωση ψηλά, γυρίζαμε τη διακλάδωση, ψήνοντάς την να μη σπάσει, κάνοντας περίπου κύκλο, τη δέναμε με σύρμα που στρίβαμε με μια πρόκα και τη βάζαμε στη χόβολη ή στο φούρνο να ξεραθεί. Κόβαμε μετά το ξύλο στα μέτρα μας και το γύρισμα εκεί που περίσσευε και είχαμε την κατσούνα μας. Το σύρμα το βγάζαμε αρκετά αργότερα περιμένοντας να σταθεροποιηθεί το γύρισμα!

► Ανεβαίναμε στη σκεπή του Αγίου Κωνσταντίνου και με όπλο ένα καλάμι με πιρούνι δεμένο στην άκρη του, χαλούσαμε τις φωλιές από τα σπουργίτια στο απέναντι σπίτι. Θέλαμε τα μικρά πουλάκια για να παίξουμε ή να τα βάλουμε στο κλουβί που πλέκαμε με τα ξυλάκια από τα παγωτά που μαζεύαμε επιμελώς. Καταστροφή κάναμε βεβαίως και τίποτα παραπάνω. Η βαρβαρότητα σε όλο της το μεγαλείο!

Όπως βαρβαρότητα ήταν το τραγικό παιγνίδι με τους βορθακούς (βατράχια) ή τους καβρούς(καβούρια) που βρίσκαμε στα ποτάμια. Στους μεν καβρούς σπούσαμε τις δαγκάνες και τους αφήναμε ανυπεράσπιστος στον ποταμό (κάποιες φορές τους ψήναμε και τους τρώγαμε), στους δε βορθακούς βάζαμε ένα αναμμένο τσιγάρο στο στόμα και τους χαζεύαμε να σκάνε, γιατί ο βορθακός μόνο εισέπνεε και μη μπορώντας να εκπνεύσει φούσκωνε και … έσκαγε! (εγκληματικό λέω τώρα, τότε όμως…).

► Η χαρά μας οι σφηκοφωλιές και οι φωλιές των κοκκινομπουμπούρων. Μόλις ανακαλύπταμε μια τέτοια φωλιά, στον Αμαξωτό κυρίως, καίγαμε ένα λάστιχο και το βάζαμε μέσα. Οι σφήκες ή οι μπουμπούροι έβγαιναν έξω και άρχιζαν την επίθεση εναντίον μας.

Πόσες φορές αλήθεια δεν γυρίσαμε σπίτια μας με πρησμένα μάτια, τόσο ώστε να μη βλέπουμε σχεδόν καθόλου!

► Την άνοιξη με τις πασχαλινές διακοπές άρχιζε η δραστηριότητα του Οφανού, πάει να πει της τεράστιας φωτιάς που ανάβαμε με το Χριστός Ανέστη. Μέρες ολάκερες κόβαμε και κουβαλούσαμε ξύλα από απόσταση μισού χιλιομέτρου και βάλε στη Στραβορά, τα κάναμε σωρό και περιμέναμε την Ανάσταση. Πετραμυθιές, αστυράκοι, αζώηροι, μυρτιές κ.λ.π εξαφανίζονταν στο διάβα μας. Κάναμε φυσικό καθαρισμό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε τότε!

Φορές κάποιες γιαγιάδες μας έκλεβαν ξύλα για το φούρνο τους, χαλάλι τους, μα σε κάθε περίπτωση ο σωρός έφτανε σε ύψος τα 3 – 4 μέτρα. Με πριόνια, σαρακάκια (μικρά πριονάκια), μαναράκια (μικρά τσεκούρια), τρέχαμε στα βουνά, κόβαμε και κουβαλούσαμε οι ίδιοι.

Σχοινιά για δέσιμο δεν είχαμε, ούτε και σύρματα. Μάθαμε όμως να δένουμε φτιάχνοντας αυτοσχέδιο σχοινί, με βέργες από αζωήρους. Κόβαμε δυο μακριές βέργες με φούντα στην άκρη, δέναμε μεταξύ τους τις φούντες, στρίβαμε τις άλλες άκριες ώσπου να «σπάσουν» και δέναμε τα ξύλα!

Αν κοβόμαστε είχαμε έτοιμο το γιατροσόφι. Πάσπαρο (χώμα σκόνη) και βουτσέ (κοπριά αγελάδας) κατάπλασμα στην πληγή και συνεχίζαμε. (Ανατριχιάζω στην ιδέα της μόλυνσης και του κινδύνου που διατρέχαμε, αυτό ήταν όμως το γιατροσόφι).

► Φτιάχναμε πλακατζίκια, αυτοσχέδιες βόμβες με μια ταινία μπλε χαρτί που, αφού βάζαμε μπαρούτι, στρίβαμε σε τρίγωνο και κολλούσαμε με αλευρόκολλα. Σε μια τρύπα στην κορυφή βάζαμε το βραδύκαυστο φυτίλι. Έκανε θραύση στις κάλτσες των γυναικών ή στα πόδια του παπά και μεγάλο κρότο.

► Παίρναμε ένα κλειδί μαντεμένιο, αυτά με την τρύπα. Δέναμε ένα καρφί με σύρμα, που στην άλλη άκρη του ήταν δεμένο στο κλειδί, βάζαμε μπαρούτι ή ξύναμε μέσα σπίρτα. Το κεφάλι του καρφιού, όσο η τρύπα συνήθως το κάναμε πυροκροτητή κρατώντας το σύρμα και κοπανώντας το άλλο μέρος του καρφιού στον τοίχο. Μπαμ! Πόσες φορές δεν έσπασε το κλειδί και μας τραυμάτισε! Τα πόδια μας, πέρα από την χοντρή πέτσα στις πατούσες λόγω ξυπολησιάς, ήταν μονίμως τραυματισμένα, με κάτι χοντρά «κάκαδα», σημάδια ηρωισμού, πάνω τους!

Παναγία► Την Κυριακή του Πάσχα, συνήθως, η χαρά μας ήταν η προσπάθεια να διπλοκουρτιάσουμε την μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας στην Παναγία.

Η καμπάνα ήταν και είναι πολύ μεγάλη, από αυτές που το σχοινί είναι δεμένο σε ένα μπράτσο ψηλά στο σταυρό, εκεί δηλαδή που είναι κρεμασμένη η καμπάνα. Έπρεπε, τραβώντας από κάτω το σχοινί να την κάνουμε να χτυπήσει τέσσερις φορές! Νταν, νταν, νταν, νταν! Αυτό λεγόταν διπλοκούρτιασμα! Η καμπάνα μεγάλη, εμείς μικροί και αδύνατοι, τις περισσότερες φορές, στην επαναφορά της καμπάνας, μας τραβούσε το σχοινί και μας σήκωνε στον αέρα ή μας έσερνε και μας πέταγε στο χώμα, με την όποια συνέπεια στα πόδια και στα χέρια μας! Αν τα καταφέρναμε όμως κορδωνόμαστε γεμάτοι περηφάνεια!

► Το καλοκαίρι μπάνιο σε μια στέρνα γεμάτες βδέλλες στην Αγία Φωτεινή (μπάνιο φυσικά δεν ξέραμε) ή στον ποταμό σε μεγάλες «κολύμπες», σε λάκκους δηλαδή γεμάτους νερό. Γυμνοί στο παγωμένο νερό και όποιος άντεχε!

► Βόλτα στα βουνά και στα φαράγγια για να στήσουμε ξόβεργες ή να ανακαλύψουμε  φωλιές από πέρδικες και άλλα πουλιά. Πέρδικες στου Γιαννάκη το πορί και στο Αγόρι,  κοτσυφούς στον Κούμαρο,  συγαρδέλια (καρδερίνες)  καικαλογρίδες στου Μανέλη το πορί,  Ποταμίδες (αηδόνια) στον Τζιγιάννη, στο Ρούμα και στο Φαράγγι,  κ.λ.π. Παίρναμε τα πουλάκια που βρίσκαμε και προσπαθούσαμε, ταΐζοντας τα με κάμπιες, να τα μεγαλώσουμε. Μάταιος κόπος, κρίμα τα πουλάκια…

► Τα βράδια, όταν δεν είχαμε σχολείο πηγαίναμε βόλτα στον αμαξωτό, τον επαρχιακό δρόμο δηλαδή που συνέδεε το χωριό μας με το διπλανό και που τον έφτιαξαν λιθόστρωτο μόνοι τους οι χωριανοί με εθελοντική εργασία , προκειμένου να έρχεται το λεωφορείο της γραμμής. Εκεί καθισμένη στην ελιά του Μπάρμπα Γιώργη, αγναντεύαμε απέναντι το χωριό και συζητούσαμε ή παρατηρούσαμε τα πεφταστέρια, πάρα πολλά κάθε βράδυ, σε ένα ουρανό σαν πολυέλαιο πάνω από τα κεφάλια μας.

► Το χειμώνα στις γιορτές λέγαμε τα κάλαντρα. Ένα οκαδιάρικο μπουκάλι με μια πύργια (χωνί) ήταν ο μοναδικός μας εξοπλισμός. Γυρίζαμε στα σπίτια του χωριού, λέγαμε τα κάλαντρα και περιμέναμε να μας βάλουν λίγο λάδι στο μπουκάλι μας. Οι τσιγκούνες γριούλες μας έβαζαν λίγα δράμια μόνο. Εμείς όμως είχαμε το κόλπο μας. Σηκώναμε λίγο το μπουκάλι και όταν το λάδι άρχιζε να τρέχει το κατεβάζαμε απότομα. Έτσι η απροετοίμαστη γιαγιά χαμήλωνε και αυτή το δοχείο της για να μη χυθεί έξω το λάδι και … κονομάγαμε κάποια παραπάνω δράμια του πολύτιμου υγρού. Πολύτιμο, γιατί τότε το πουλούσαμε στον μπακάλη του χωριού προς 10 – 14 δρχ την οκά. Ε! κλέβαμε και λίγο από το σπίτι μας και έτσι βγάζαμε ένα μικρό χαρτζιλίκι για κανένα γλειφιτζούρι, λίγες καραμέλες, για τον εξοπλισμό της σφεντόνας και για όλες τις υπόλοιπες τρέλες μας.

Κάποια παιδιά τα φώναζαν την πρωτοχρονιά για ποδαρικό (ήμουν στους τυχερούς) και κονόμαγαν κάποιες δεκάρες ή κάποιο γλυκό.

► Φυσικά παίζαμε και μπάλα. Κάναμε ομάδα στο χωριό και παίζαμε με τα διπλανά χωριά σε όποιο ίσιο χωράφι βρίσκαμε, συνήθως όμως δίπλα στο νεκροταφείο του διπλανού χωριού (Ρούστικα). Ο ανταγωνισμός μεταξύ των χωριών τότε ήταν έντονος και αυτό μεταφέρονταν και στους αγώνες μας! Δύο πέτρες για τέρμα, ξυπόλητοι ή με πάνινα παπούτσια όσοι είχαν, ματώναμε και … πλακωνόμαστε για την τιμή του χωριού μας!

Ρέθυμνο
Ρέθυμνο

Στην πόλη

Ρέθυμνο μέσα της δεκαετίας του 60. Μια πόλη 14000 κατοίκων τότε, πανέμορφη. Εξατάξιο Γυμνάσιο. Οι εξετάσεις για να μπεις στο Γυμνάσιο έχουν καταργηθεί, τα πηλίκια επίσης. Κονκάρδες στο στήθος λοιπόν για τους μαθητές που έδειχναν σε ποιο γυμνάσιο φοιτούσες. Οι καθηγητές αυστηροί και παλαιάς κοπής οι περισσότεροι, θεωρούσαν απαράδεκτο να σε δουν να κυκλοφορείς αργά στους δρόμους της πόλης, να πηγαίνεις σινεμά ή να τους συναντήσεις και να μην τους χαιρετίσεις στο δρόμο. Αυτά σήμαιναν απλώς αποβολή.

Σινεμά μας πήγαινε το σχολείο για να δούμε, στο «Καρτάλειο» ή στην «Ευφροσύνη» έργα με μασίστες, θα θυμούνται οι παλαιότεροι τον Στηβ Ρηβς ή τον Τζακ Πάλλανς να πρωταγωνιστούν σε αυτά τα έργα. Έργα σινεμασκόπ, με μυθικούς ήρωες των αρχαίων ημών προγόνων… Χειροκροτήματα μέσα στην αίθουσα για κάθε νίκη του πρωταγωνιστή Στηβ εναντίον του εχθρού Τζακ… Πολιτισμός!

Θυμούμαι ακόμη με πόσο τρόμο πήγα σινεμά παράνομα, για να δω μια ελληνική ταινία, το «Μιας πεντάρας νιάτα» αν θυμάμαι καλά.

Κατά τα άλλα στριμωγμένοι σε ένα δωματιάκι, σε σπίτι με πολλούς «χωριάτες» μαθητές εκεί στο Μακρύ Στενό, με φαγητό από τη σπιτονοικοκυρά.

Τα σπίτια, με μια ξυλόσομπα συνήθως, κρύα και ουδέτερα. Μωσαϊκό στο γυμνό πάτωμα, με πόρτες και παράθυρα που έμπαζαν από παντού. Φορούσαμε όμως επιτέλους παπούτσια και κάλτσες, λίγο είναι αυτό;

Ρέθυμνο1Γευόμαστε την ελευθερία της πόλης και ανακαλύπταμε πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμαστε. Το ποδήλατο, το γήπεδο, τη θάλασσα, το λιμάνι, τα μαγαζιά με τα φώτα και, κυρίως, τα αναγνώσματα στα περιοδικά της εποχής. «Μικρός Ήρωας», «Μικρός Σερίφης», «Μικρός Κάου Μπόυ», «Γκαούρ Ταρζάν»,«Κλασσικά Εικονογραφημένα» κ.λ.π. Γιώργος Θαλάσσης, Σπίθας, Κατερίνα, Ποκοπίκο, Χουχού, Τζωρτζ Ανταμς, Πεπίτο Γκοντζάλες, Ντιάνα, Πελεγκρίνο, που να τους θυμούμαι όλους… Παντού βεβαίως οι καλοί ήταν Έλληνες, δεν το συζητούμε αυτό!

Κουλτούρα μιας εποχής που αναπολώ με νοσταλγία, είναι αλήθεια.

Ποδήλατο νοικιασμένο φυσικά και προσπάθεια να ισορροπήσουμε! Στην αρχή «σκοτωνόμαστε» μέχρι να μάθουμε και δημιουργούσαμε ατυχήματα, σε πεζούς ευτυχώς, τότε τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά. Κάποτε κάρφωσα το ποδήλατο στα … σκέλια ενός ανθρώπου, έπεσα και άρχισα το τρέξιμο, παρατώντας και άνθρωπο και ποδήλατο. Δεν έπαθε τίποτα μη φανταστείτε μα να, δεν έπιασε το φρένο ή δεν ήξερα να το πατήσω!

Γήπεδο. Ρεθυμνιακός και ξερό ψωμί! Σκαρφαλώναμε τη μάντρα για να δούμε μπάλα ή περιμέναμε να μας βάλουν τσάμπα μέσα να δούμε τον Ανυφαντάκη, τον αδικοχαμένο πρόωρα τερματοφύλακα Μάνο, τον «Μαρία» ( τον έλεγαν έτσι γιατί κάποτε έβαλε ένα γκολ και πήγε στην εξέδρα φωνάζοντας «το έβαλα Μαρία») και άλλους που δεν θυμούμαι τώρα…

Περιμέναμε το λεωφορείο από το χωριό για να πάρουμε το καλάθι με φαγώσιμα της μάνας μας και τα ελάχιστα χρήματα του πατέρα μας, για μια τυρόπιττα στο σχολείο.

Οι πρώτοι έρωτες με τις γειτονοπούλες, όσες θέλαμε δεν μας ήθελαν, όσες δεν θέλαμε μας «την έπεφταν», πάντα η ίδια ιστορία! Πιτσιρίκια τώρα, τι ψάχνεις…

Ανακαλύψαμε τη θάλασσα και το μπάνιο. Σε ένα βραχάκι στην αρχή, εκεί μπροστά από το γήπεδο, και στα ρηχά για να πιανόμαστε, τι δεν επιπλέαμε.

Αργότερα κάτι καταφέρναμε και πηγαίναμε και στα «άπατα», για λίγο μόνο!

Δουλεύαμε κιόλας. Παιδί σε κουρείο, που ξεσκόνιζε τους πελάτες για λίγες δεκάρες, πολύτιμες όμως για εμάς.

Στις διακοπές, δεν το συζητάμε, στο χωριό για τα καθιερωμένα!


1ο Μέρος
2ο Μέρος