Αρχική Μόνιμες Στήλες Κατά Μάρκον Ξύλα για τον Οφανό

Ξύλα για τον Οφανό

ofanos

Γράφει ο Μάρκος Νικητάκης.

Ένας αμετανόητος μπεκρής βρισκόταν στα τελευταία του και ο παπάς που πήγε να τον μεταλάβει του ζήτησε να συγχωρήσει τους εχθρούς του. Ο μπεκρής δέχτηκε και του είπε:

– Εν τάξει πάτερ μου, να τους συγχωρήσω. Φέρτε μου …ένα ποτήρι νερό!

Ανέκδοτο. Πάσχα πλησιάζει, γιορτή της Αγάπης και της συγνώμης, ας αγνοήσω και εγώ τον κακό εαυτό μου, τις γκρίνιες και τις κακίες μου. Άλλωστε Απρίλης είναι. Πάει να πει άνοιξη, λουλούδια, γέννα, ανάσταση και ανάταση ψυχής, έρωτας. Καιρός για κάτι ελαφρύ. Σαν το κοντομάνικο πουκάμισο με το ζακετάκι, τα βραδάκια.

Καιρός να σκαλίσουμε τη μνήμη μας τώρα που οι καιροί είναι δίσεκτοι. Να γυρίσουμε σε χρόνια παιδικά, τότε που ο Απρίλης ήταν πανηγύρι, τότε που τις ημέρες τις ζούσαμε μία προς μία, τότε που οι εποχές είχαν τη σημασία τους. Να γυρίσουμε σε ένα κόσμο πιεσμένο οικονομικά, ο οποίος, χωρίς επικοινωνίες, συγκοινωνίες και μέσα ενημέρωσης (τρομάρα τους), χωρίς άκρατο καταναλωτισμό, ζούσε τις γιορτές του Πάσχα σαν διέξοδο και σαν αυταπάτη. Τότε που μετρούσαμε με αγωνία τις ημέρες να έρθει η Ανάσταση είτε γιατί σαν τριτοκοσμική τότε χώρα είμαστε περισσότερο θρησκευόμενοι είτε γιατί η γιορτινή ατμόσφαιρα με τα κουλουράκια και τα κόκκινα αυγά μας θύμιζε κάτι από τα όνειρά μας είτε γιατί ήταν μια ευκαιρία να φάμε κάτι παραπάνω από χόρτα και όσπρια.

Να γυρίσω στο τότε γιατί θαρρώ, με την κατηφόρα που έχουμε πάρει, εκεί περίπου θα ξαναβρεθούμε, άρα ας ξέρουμε…

Θα προσπαθήσω, όντας σε άλλα μέρη από αυτά των παιδικών μου χρόνων, να σας καταμαρτυρήσω πως ζούσαμε την Ανάσταση, στην πατρίδα μου την Κρήτη. Έχει θαρρώ ενδιαφέρον να καταγράφουμε τις αναμνήσεις μας, τουλάχιστον σε ότι αφορά στα έθιμα που πια δεν υπάρχουν, κοινοποιώντας τις έτσι σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν και που θέλουν να μάθουν.

Στο χωριό μου λοιπόν πενήντα περίπου χρόνια πίσω, ένα χωριό χωρίς ρεύμα, αποκομμένο από τον έξω κόσμο, με ένα λεωφορείο μοναδικό μέσο συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Μούντρος Ρεθύμνης, παραδοσιακός οικισμός και πανέμορφος!

Λυχνάρι, λάμπα πετρελαίου και έναστρος ουρανός, πολυέλαιος πάνω από τις, περιμετρικά του χωριού, σκοτεινές οροσειρές. Νηστεία επιβεβλημένη επί ποινή ξυλοδαρμού και οι ημέρες του Πάσχα να πλησιάζουν.

Μεσημέρι μετά το σχολείο μια παιδική φωνή διαπερνά τα σπίτια του χωριού.

– ΞΥΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΦΑΝΟΟΟ !

Στο άκουσμά της η παλιοπαρέα εξοπλισμένη ξεκινούσε. Άλλος κρατούσε μαναράκι (τσεκούρι μικρό), άλλος σαρακάκι (κυρτό πριόνι που έκλεινε), άλλος σφαλιχτάρι (πριονωτός σουγιάς) και όλοι μαζί κινούσαμε για το κοντινό βουνό. Σκοπός μας το κόψιμο και το κουβάλημα όσο γίνεται περισσότερων ξύλων τα οποία σωριάζαμε έξω από την εκκλησία και αποτελούσαν τον Οφανό, πάει να πει την τεράστια φωτιά που θα ανάβαμε με το άκουσμα του Χριστός Ανέστη.

Δουλειά ημερών, που κορυφωνόταν σαν έκλεινε τα σχολειό, κοπιαστική και επικίνδυνη για παιδιά του Δημοτικού ρακένδυτα και ξυπόλητα. Κόψιμο θάμνων (Πετραμυθιές, Αζωήροι, Αστυράκοι, Μυρτιές κ. λ. π), καθάρισμα, δεμάτιασμα (δυο βέργες Αζωήρων δεμένοι στις φούντες εντέχνως και στριμένοι στις άκρες έπαιζαν το ρόλο του σχοινιού), κουβάλημα με τα πόδια από απόσταση ενός χιλιομέτρου και βάλε ! Τα βράδια φυλάγαμε τσίλιες γιατί κάποιες «έξυπνες» γριούλες μας έκλεβαν δεμάτια ξύλα για το φούρνο τους!

Το αποτέλεσμα βεβαίως μας έκανε να ξεχνάμε τον πόνο και τον κόπο. Μια τεράστια φωτιά που φαινόταν από άλλα μακρινά χωριά. Φλόγες που φορές ξεπερνούσαν τα είκοσι μέτρα ! Όχι ! Δεν καίγαμε τον Ιούδα δεν θυμάμαι καμιά αναφορά επί αυτού.! Ευτυχώς γιατί κανένας ιερέας, αν και με έχουν καταραστεί εξ αιτίας της συζήτησης αρκετοί στο παρελθόν, δεν με έχει πείσει σε ότι αφορά στη στάση της εκκλησίας, για το αμφιλεγόμενο αυτό πρόσωπο. (Μεγάλωσα με Καζαντζάκη και, μεταξύ άλλων, «Τελευταίο Πειρασμό»).

Παρένθεση. Εν τέλει αν το καλοσκεφτούμε ήμαστε χειρότεροι και από κανίβαλοι. Πως γίνεται αλήθεια και με βάση ποια λογική, την ημέρα της Αγάπης να ρίχνεις με μίσος στην πυρά κάποιον από … εκδίκηση! Πως κόλλησαν όλα αυτά τα παγανιστικά έθιμα με τη θρησκεία αποτελεί ερώτημα που έχει βεβαίως περισσότερες από μια απαντήσεις. Κλείνει η παρένθεση.

Ο Οφανός δεν ήταν το μόνο που κάναμε την Ανάσταση. Φόβος και τρόμος των γυναικών ήταν τα «πλακατζίκια», τα οποία ημέρες νωρίτερα ετοιμάζαμε, με τη βοήθεια μεγαλύτερων, με επιμέλεια και … μυστικότητα. Μια ταινία μπλε χαρτί (που ντύναμε τετράδια και βιβλία) τυλιγμένη τριγωνικά, κολλημένη με αλεύρι, γεμισμένη με μπαρούτι και οπλισμένη με βραδύκαυστο φιτίλι, ήταν το πλακατζίκι. Ανάβαμε το φιτίλι και πετούσαμε το πλακατζίκι μέσα στην εκκλησία, σημαδεύοντας τον,,, παπά συνήθως. Οι μικρές αυτές βομβίτσες έκαναν τέτοιο θόρυβο που νόμιζες θα γκρεμιζόταν η … εκκλησία!

kleidi

Μπαρούτι χρειαζόμαστε και για τα «κλειδιά». Μόνο που ήταν Light. Γιατί χρησιμοποιούσαμε ξύσματα από σπίρτα! Παλιά μαντεμένια κλειδιά με τρύπα γεμισμένα με ξύσματα σπίρτων ή (για τολμηρούς) μπαρούτι. Ένα μεγάλο καρφί δεμένο με σύρμα στο πιάσιμο του κλειδιού ήταν χερούλι και πυροκροτητής. Η μια άκρη του καρφιού, αυτή με το κεφάλι, μέσα στην τρύπα του κλειδιού, εμείς τα κρατούσαμε ως σύνολο από το σύρμα, χτυπούσαμε με το καρφί τον πέτρινο τοίχο και … μπαμ! Τώρα που το ξανασκέφτομαι θαρρώ ήταν επικίνδυνο παιχνίδι! Πόσες φορές δεν έσκασαν στα χέρια μας κλειδιά, πόσες φορές δεν καρφωθήκαμε από θραύσματα!

Αυτά λοιπόν τα τρία πράγματα, Οφανός, πλακατζίκια και κλειδιά ήταν η Ανάσταση για μας. Όμως σκεφτείτε! Νύχτα προς πρωί (τότε ανασταίναμε), χωρίς ηλεκτρικό, έναστρος συνήθως ουρανός σαν πολυέλαιος πάνω μας, κεριά και λυχνάρια, κατάνυξη και ξαφνικά… Χριστός Ανέστη! Οφανός! Πλακατζίκια! Κλειδιά! Καμπάνες!

panagia

Σαν ξημέρωνε και σχόλαγε η εκκλησία εμείς δεν φεύγαμε. Παίζαμε τις καμπάνες όλη την ημέρα και τη μεγάλη καμπάνα της Παναγίας, με το σχοινί δεμένο σε σίδερο στον «σταυρό» της, πασχίζαμε να τη «διπλοκουρτιάσουμε» πάει να πει να την κάνουμε να διπλοχτυπήσει με ένα τράβηγμα του σχοινιού. Νταν, νταν, νταν, νταν, νταν ! Ήταν πολύ αστείο να βλέπεις μικρά παιδιά να κρέμονται από ένα σχοινί σε μια απέλπιδα προσπάθεια. Ήταν φορές που στην επιστροφή της η καμπάνα μας παρέσυρε και είτε βρισκόμαστε κρεμασμένοι στον αέρα είτε σερνόμαστε στο έδαφος με τα γόνατά μας γεμάτα πληγές. Όποιος τη διπλοκούρτιαζε όμως ήταν ήρωας, μέχρι να βρεθεί ο επόμενος που θα τα κατάφερνε!

Το μόνο μας διάλλειμα η ώρα του φαγητού. Κρέας με πατάτες στο φούρνο για τους έχοντες, εντόσθια αυγολέμονο για τους μη έχοντες! (ο οβελίας δεν ήταν Κρητικό έθιμο αλλά και να ήταν …).

Πολλά έχω να θυμηθώ και για την κάθε ημέρα τις Μεγάλης Εβδομάδας (Δώδεκα Ευαγγέλια και κόμποι, Επιτάφιος κ. λ. π ) μα ο χώρος είναι περιορισμένος.

Μια άλλη χρονιά ελπίζω. Ως τότε σας εύχομαι ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ !

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ και , αν έπρεπε να κάψουμε κάποιον στον Οφανό, σήμερα θα βάζαμε τους κυβερνώντες!