Αρχική Μόνιμες Στήλες Μουσικά Πορτραίτα Λήοναρντ Μπερνστάιν (Leonard Bernstein, 1918-1990)

Λήοναρντ Μπερνστάιν (Leonard Bernstein, 1918-1990)

Ένα από τα μεγάλα ονόματα που θα πρωταγωνιστήσουν στις δισκογραφικές κυκλοφορίες και επανεκδόσεις το 2018 με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, είναι ο Αμερικανοεβραίος πολυτάλαντος Λήοναρντ Μπερνστάιν (Leonard Bernstein, 1918-1990), μια απίστευτου βεληνεκούς μουσική ιδιοφυία στο χώρο της σύνθεσης, της μουσικής διεύθυνσης  και της πιανιστικής ερμηνείας .

 Ήταν Αμερικανός πιανίστας, παιδαγωγός, αρχιμουσικός και συνθέτης. Οι γονείς του Bernstein, Samuel Bernstein και Jennie Resnick, ήταν ρώσοι εβραίοι μετανάστες και στην οικογένεια δεν υπήρχε σχεδόν κανένα μουσικό υπόβαθρο. Μια θεία του Leonard τους χάρισε το πιάνο της όταν εκείνος ήταν 10 ετών, κεντρίζοντάς το ενδιαφέρον του. Η πρώτη δασκάλα του Bernstein στο πιάνο ήταν η Helen Coates (βοηθός του Heinrich Gebhard ενός από τους κορυφαίους δασκάλους της Βοστώνης), με την οποία ξεκίνησε μαθήματα σε ηλικία 14 ετών (και η οποία αργότερα εργάστηκε ως βοηθός του Bernstein για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του). Ο Bernstein φοίτησε στο Boston Latin School και ως έφηβος οι –κυρίως καλοκαιρινές– μουσικές του δραστηριότητες, περιελάμβαναν το ανέβασμα διαφόρων έργων όπως για παράδειγμα της Carmen του Bizet (όπου ο Bernstein έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο (!) ενώ και οι υπόλοιποι κεντρικοί ρόλοι του έργου υπέστησαν «αλλαγή φύλου»), και των κωμικών έργων The Mikado και HMS Pinafore τα οποία οργάνωνε μαζί με τους φίλους του από τη γειτονιά. Επίσης περιστασιακά έπαιζε πιάνο σε jazz σχήματα για να συμπληρώσει τα δίδακτρα των μαθημάτων της μουσικής. Ο πατέρας του Bernstein παρόλο που δεν συμφωνούσε με την μουσική καριέρα που ονειρευόταν ο γιός του, του επέτρεψε να επιλέξει την κατεύθυνση του πιάνο και να παρακολουθήσει την τετραετή φοίτησή της στο Harvard.

Η φοίτηση του Bernstein στο Harvard σημαδεύτηκε από πολλά σημαντικά γεγονότα αλλά και από την σπουδαία τύχη να γνωρίσει μεγάλες μουσικές προσωπικότητες. Από τους καθηγητές του ξεχωρίζουν οι Edward Burlingame Hill, Arthur Tillman Merritt και Walter Piston. Την εποχή εκείνη επίσης συνάντησε και συνδέθηκε φιλικά με τον Δημήτρη Μητρόπουλο (ο οποίος έμελλε να γίνει εκτός από δια βίου φίλος, μέντορας και ίσως ο πιο σημαντικός δάσκαλός του στη σύνθεση, παρόλο που τα μαθήματά τους ήταν εντελώς «άτυπα») και τον Aaron Copland. Μετά την αποφοίτησή του από το Harvard, ο Bernstein έγινε δεκτός στο Curtis Institute, όπου σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας με τον Fritz Reiner και πιάνο με την Isabella Vengerova. Ωστόσο η μετριοπαθής κινησιολογία του Reiner δεν τον επηρέασε καθόλου. Το καλοκαίρι του 1940 παρακολουθεί το Berkshire Music Festival στο Tanglewood, όπου μελετά διεύθυνση ορχήστρας με τον Serge Koussevitzky, ο οποίος επίσης υπήρξε ένας από τους μέντορές του. Μετά την αποφοίτησή του από το Curtis το 1941, ο Bernstein διαθέτει πλέον γερές βάσεις στη διεύθυνση ορχήστρας και είναι ένα εξαιρετικός πιανίστας. Το επόμενο χρόνο ολοκληρώνει την 1η του Συμφωνία («Jeremiah»), ένα έργο πραγματικά εντυπωσιακό για τα δεδομένα ενός νέου συνθέτη. Symphonie n° 1 «Jeremiah» Επίσης την ίδια χρονιά συνθέτει και την Σονάτα για Κλαρινέτο και Πιάνο, η οποία υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής.

Η θέση που άλλαξε τη ζωή του Bernstein ήταν εκείνη του βοηθού μαέστρο στη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, τον Αύγουστο του 1943. Μέσα σε ενάμισι χρόνο από την πρόσληψή του, ο Bernstein είχε γίνει ήδη διάσημος τόσο ως συνθέτης όσο και ως μαέστρο. Στις 14 Νοεμβρίου του 1943 αντικαθιστά στο πόντιουμ την τελευταία στιγμή τον Bruno Walter (λόγω ασθενείας) σε μια συναυλία που επρόκειτο να αναμεταδοθεί σε ολόκληρη την Αμερική κι έκτοτε η ζωή του δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια καθώς σύντομα ακολούθησαν πολλές και σπουδαίες προτάσεις συνεργασίας. Το 1944 παρουσιάζονται δύο παραστατικά έργα του, το μπαλέτο Fancy Free και το μιούζικαλ On the Town. Bernstein – Fancy Free. Ο Bernstein από τα πρώτα του κιόλας βήματα κατάφερε να ξεπεράσει κάθε προσδοκία συνθέτοντας και διευθύνοντας με μεγάλη επιτυχία κάθε είδος μουσικής. Όπως Μητρόπουλος έτσι και ο Bernstein ήταν συναισθηματικός και αβρός στις χειρονομίες του στο πόντιουμ και συνήθιζε να διευθύνει κοντσέρτα για πιάνο από τη θέση του πιανίστα (ως σολίστ και μαέστρο ταυτόχρονα). Επίσης επηρεάστηκε από το ενδιαφέρον του Koussevitzky για τη σύγχρονη μουσική, και εκείνον ανέφερε πάντα όταν μιλούσε για τις επιρροές του στη διεύθυνση ορχήστρας. Το 1942 Bernstein γίνεται βοηθός του Koussevitzky, ο οποίος δίδασκε διεύθυνση ορχήστρας στο Tanglewood, και αναλαμβάνει τη θέση του καθηγητή μετά το θάνατο του Koussevitzky το 1951. Από το 1944 έως το 1957 εργάζεται κυρίως ως φιλοξενούμενος μαέστρο (guest conductor) στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και στη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ. Το 1949 παρουσιάζεται η 2η Συμφωνία του («The Age of Anxiety», βασισμένη σε ένα ποίημα του W.H. Auden) η οποία αποτυπώνει απόλυτα και τη συνθετική πλέον ωριμότητα του Bernstein. Η πρώτη όπερα του Bernstein, Trouble in Tahiti, έκανε πρεμιέρα στο Festival for the Creative Arts του Brandeis University τον Ιούνιο του 1952. Το 1953 ο Bernstein διευθύνει τη Μήδεια του Luigi Cherubini στο θέατρο La Scala του Μιλάνο, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας, αποτελώντας έτσι τον πρώτο αμερικανό αρχιμουσικό που πάτησε το πόδι του στο «ιερό» πόντιουμ της όπερας αυτής. Ο Bernstein ασχολήθηκε μια μόνο φορά με τη μουσική επένδυση κινηματογραφικής ταινίας [εκτός από τις κινηματογραφικές εκδοχές των δικών του μιούζικαλ]. Πρόκειται για την ταινία On the Waterfront (1954), με θέμα τη διαφθορά στην ένωση των λιμενεργατών του New Jersey, με πρωταγωνιστή τον Marlon Brando και σκηνοθέτη τον Elia Kazan. Η θητεία του Bernstein στην Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες ανάμεσα σε μια ορχήστρα και έναν μαέστρο. Το 1957 μοιράστηκε τη θέση του αρχιμουσικού στο πόντιουμ της περίφημης αυτής ορχήστρας με τον Δημήτρη Μητρόπουλο, κι ένα χρόνο αργότερα έγινε ο νεότερος αρχιμουσικός που κατέλαβε ποτέ αυτή τη θέση, την οποία διατήρησε μέχρι το 1969. Από το 1955 μέχρι και το 1960 η ορχήστρα τριπλασίασε το κοινό της, ενώ προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 πρόσθεσε νέες δραστηριότητες, καθιέρωσε ετήσιες περιοδείες και πέτυχε την τακτική της παρουσία στην τηλεόραση. Ο Bernstein ολοκλήρωσε τη συνεισφορά του στην παραστατική μουσική τη δεκαετία του ’50 με τα κορυφαία επιτεύγματά του Candide (1956) και West Side Story (1957). Για τα δύο αυτά έργα δούλεψε ταυτόχρονα και οι πρεμιέρες τους πραγματοποιήθηκαν με διαφορά 9 μηνών.

Με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης ο Bernstein πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες, από τη Νότια Αμερική μέχρι τη Σοβιετική Ένωση. Επιπλέον οι πολυάριθμες ηχογραφήσεις που έγιναν δια λογαριασμό της CBS Masterworks, είναι ακόμα διαθέσιμες. Εκτός από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ ο Bernstein σύναψε μακροχρόνιες σχέσεις συνεργασίας και με άλλες ορχήστρες εκτός Αμερικής, κυρίως με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης. Με την ορχήστρα αυτή εκτός από ηχογραφήσεις, ο Bernstein πραγματοποίησε και μαγνητοσκοπήσεις πολλών σημαντικών έργων του κλασικού ρεπερτορίου. Το Divertimento for Orchestra συνετέθη το 1980, κατόπιν παραγγελίας της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστόνης για τα 100 χρόνια της λειτουργίας της.

Ο τρόπος με τον οποίο διεύθυνε ο Bernstein ήταν πολύ εκδηλωτικός –μερικοί κριτικοί θεωρούσαν τις χειρονομίες του υπερβολικές, και τις ερμηνείες του πολύ συναισθηματικές– όμως εκείνο που τον έκανε έναν από τους πιο διάσημους και ακριβοπληρωμένους αρχιμουσικούς διεθνώς ήταν η συναρπαστική και γεμάτη πάθος δημιουργικότητα του. Συχνά επίσης ορισμένοι κριτικοί ανέφεραν πως ένοιωθαν ότι ο Bernstein άλλαζε με τις ερμηνευτικές του επιλογές την καθιερωμένη «εικόνα» των έργων ή ότι εισήγαγε διάφορα στοιχεία (όπως για παράδειγμα αλλαγές στις δυναμικές) προκειμένου να προβάλει τον δικό του τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν το κάθε έργο. Ωστόσο ακόμα και οι πιο σκληροί επικριτές του δεν μπόρεσαν πάρα να παραδεχτούν τελικά το μέγεθος της μουσικής του προσωπικότητας. Το εύρος των έργων με τα οποία καταπιανόταν ο Bernstein ήταν πραγματικά τεράστιο, από τον Haydn μέχρι τον Mahler, αλλά και έργα του 20ου αιώνα, ιδίως αμερικανών συνθετών. Δεν έδειχνε ωστόσο μεγάλη συμπάθια για τον σειραϊσμό[i] και τα περισσότερα έργα της avant-garde[ii]. Αρχικά ηχογραφούσε για πολλά χρόνια με την Columbia Masterworks, όμως το 1972 υπέγραψε αποκλειστική συνεργασία με την Deutsche Grammophon.

Σε όλη του την ενεργή πορεία ο Bernstein έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την μουσική εκπαίδευση, οργανώνοντας τηλεοπτικές εκπομπές, επιμορφώνοντας νέους δασκάλους, και διδάσκοντας ή δίνοντας διαλέξεις σε διάφορα πανεπιστήμια. Ο Bernstein ήταν ένας χαρισματικός ομιλητής που μπορούσε να κάνει ακόμη και εκείνους που δεν διέθεταν κάποιο μουσικό υπόβαθρο να αισθάνονται πως είχαν μάθει κάτι που άξιζε τον κόπο σε σχέση με την «κλασική» μουσική. Η τηλεοπτική εκπομπή του «Young People’s Concerts» (1958–72) άσκησε τεράστια επιρροή σε μια ολόκληρη γενιά αμερικάνων, και ιδίως μελλοντικών μουσικών.

 Το 1973 ο Bernstein παρουσίασε μια σειρά έξι διαλέξεων στο Harvard, στις οποίες χρησιμοποίησε μαγνητοσκοπημένα αποσπάσματα από συναυλίες του με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης. Οι διαλέξεις αυτές ηχογραφήθηκαν και μαγνητοσκοπήθηκαν και σήμερα κυκλοφορούν σε DVD αλλά και σε βιβλίο με τίτλο The Unanswered Question (Cambridge, MA, 1976). Η ζωή του Bernstein ήταν ασφαλώς εξαιρετικά «γεμάτη», συμπεριλαμβάνοντας και πολλές εξωμουσικές δραστηριότητες. Η εβραϊκή του πίστη υπήρξε πολύ σημαντική γι’ αυτόν και τον ενέπνευσε στη σύνθεση αρκετών έργων. Το μπαλέτο Dybbuk (1974) για παράδειγμα βασίζεται στην ιστορία του ομώνυμου εβραϊκού θεατρικού έργου του Shlomo Ansky και ασχολείται με τον εβραϊκό γάμο και τις καβαλιστικές τελετές.

Η κληρονομιά που άφησε ο Bernstein με το έργο του σε κάθε είδος με το οποίο καταπιάστηκε είναι μεγάλη. Το West Side Story παραμένει ασφαλώς το πιο σημαντικό έργο του, αλλά η απόλυτη δεξιοτεχνία του στο ύφος του Broadway είναι επίσης ευδιάκριτη και στα άλλα του έργα. Η φήμη του ως αρχιμουσικός έχει μειωθεί ελάχιστα από το θάνατό του και μετά, και πολλές από τις ηχογραφήσεις του παραμένουν σημεία αναφοράς αλλά και μεγάλες εμπορικές επιτυχίες. Τέλος το σίγουρο είναι ότι θα μείνει στην ιστορία ως ένας από τα πιο σημαντικούς μουσικούς δασκάλους της Αμερικής.


Γεράσιμος Μεσσήνης  –  Μουσικός

[i] Μέθοδος που χρησιμοποιείται στη σύγχρονη μουσική σύνθεση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία των μουσικών παραγόντων (τονικό ύψος, ρυθμός, δυναμική και ηχόχρωμα) καθορίζεται με βάση αριθμητικές σχέσεις, αναλογίες ή άλλους μαθηματικούς υπολογισμούς, που, αφού επιλέξει, εφαρμόζει έπειτα ο συνθέτης με συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του μουσικού του έργου.

[ii] Από τις αρχές του 20ού αιώνα, με την έκφραση αυτή αποδίδεται κυρίως κάθε πρωτοποριακή ή και πειραματική ιδέα ή εφαρμογή σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας και κυρίως στους χώρους της τέχνης, του πνεύματος ακόμα και στη πολιτική.