Αρχική Μόνιμες Στήλες Μουσικά Πορτραίτα Μάνος Χατζιδάκις

Μάνος Χατζιδάκις

362540

Γράφει η Μαρία Γιαννικοπούλου.

«Φοβήθηκα τη μνήμη και τήν σκότωσα
Όμως εκείνη έζησε Τραυματισμένη Δύσμορφη Τυραννική
Καί μου θυμίζει επίμονα
Κάθε φορά πού γράφω πώς ειμ’ έγώ
Κι όχι ένας άλλος»
(«Γυμνάσματα» Από την ποιητική συλλογή «Μυθολογία»)

Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από το θάνατο ενός από τους κορυφαίους μουσικοσυνθέτες της Ελλάδας, του Μάνου Χατζιδάκι.
Ο Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 23 Οκτωβρίου 1925 και ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι από τον Μύρθιο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου από την Αδριανούπολη. Σε ηλικία τεσσάρων ετών ξεκινάει μαθήματα πιάνου, βιολιού και ακορντεόν. Το 1932, μετά από το χωρισμό των γονιών του, ο Μάνος με τη μητέρα του και την αδερφή του Μιράντα, μετακομίζουν στην Αθήνα. Το 1938 βιώνει το θάνατο του πατέρα του από αεροπορικό δυστύχημα. Το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, βρίσκει την οικογένεια σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση. Έτσι ο Μάνος αναγκάζεται να κάνει διάφορες εργασίες για τα προς το ζην, φορτοεκφορτωτής σε λιμάνι, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος σε φωτογραφείο, μέχρι και βοηθός νοσοκόμος στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο. Στον ελεύθερο του χρόνο, παρακολουθεί ανώτερα θεωρητικά με το Μενέλαο Παλλάντιο , ενώ ξεκινά σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, που όμως ποτέ δεν ολοκλήρωσε. Ο ίδιος πάντως, ισχυριζόταν ότι τα μαθήματα μουσικής του ήταν παντελώς άχρηστα : «με απομάκρυναν ύπουλα από τους αρχικούς μου στόχους, που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευτώ και να εξαφανιστώ. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες».

Την περίοδο 1940 με 1943 συνδέεται με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, όπως το Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Άγγελο Σικελιανό, αλλά και με το ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, οι οποίοι συμβάλλουν δραστικά στη διαμόρφωση της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος μέχρι το τέλος της ζωής του, είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλός του, αλλά και ο πιο πιστός του φίλος. Ο Χατζιδάκις, κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, έχει έντονη αντιστασιακή παρουσία και συμμετέχει ενεργά στην Ε.Π.Ο.Ν . Εκεί γνωρίζει τον Μίκη Θεοδωράκη. Μεταξύ τους αναπτύσσεται ισχυρή φιλία, ενώ περίπου δεκαπέντε χρόνια μετά, θα ηχογραφήσουν μαζί τον «Επιτάφιο».

Η παρθενική του εμφάνιση σαν συνθέτης, πραγματοποιείται σε ηλικία 19 ετών, όταν συμμετέχει στο έργο «Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολωμού, στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Εκεί παρακολουθεί κάποια μαθήματα υποκριτικής, ενώ η συνεργασία του με το θέατρο θα κρατήσει 15 χρόνια, γράφοντας μουσική για το «Γυάλινο Κόσμο» και το «Λεωφορείον ο Πόθος» του T. Williams, το «Ματωμένο Γάμο» του F. G. Lorca, το «Θάνατο του Εμποράκου» του Α. Miller και για πολλά άλλα έργα του σύγχρονου θεάτρου. Παράλληλα, συνεργάζεται και με το Εθνικό Θέατρο.

Την ίδια περίοδο έρχεται σε επαφή με το ρεμπέτικο τραγούδι. Αντιλαμβανόμενος την αξία του, το μελετά σε βάθος και το 1949 δίνει μια διάλεξη, ιδιαίτερα επαναστατική για την τότε συντηρητική αστική κοινωνία της Ελλάδας. Μάλιστα δύο χρόνια αργότερα, θα μεταφέρει και θα παίξει ο ίδιος στο πιάνο τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές», το οποίο είναι μπαλέτο του βασισμένο σε έξι ρεμπέτικα τραγούδια. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να πείσει το ελληνικό κοινό για την ομορφιά του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Από το 1950 μέχρι και 1962, ο Χατζιδάκις συνθέτει μουσική για μερικά από τα αριστουργήματα του αρχαίου δράματος, όπως για την «Ορέστεια» του Αισχύλου, για τη «Μήδεια», τον «Κύκλωπα» και τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, για τις «Εκκλησιάζουσες», τη «Λυσιστράτη» και τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη. Αυτήν την περίοδο γράφει σημαντικά πιανιστικά έργα, όπως την «Ιονική σουίτα», «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα», καθώς και τον κύκλο τραγουδιών «Ο Κύκλος του C.N.S». Το 1951 γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής του «Ελληνικού Χοροδράματος» της Ραλλούς Μάνου και παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του: «Μαρσύας», «Το Καταραμένο Φίδι», «Ερημιά» και «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές».

Παράλληλα με τη μουσική για το θέατρο, συνθέτει και μουσική για πολλές ελληνικές και ξένες ταινίες. Η δημιουργική του δράση στον κινηματογράφο, είχε ήδη ξεκινήσει στα 26 του χρόνια με την ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Αργότερα θα ακολουθήσουν: «Κάλπικη Λίρα», «Στέλλα», «Μανταλένα», «America-America», «Sweet Movie», «Ήσυχες Μέρες του Αυγούστου», ενώ συνθέτει μουσική για δύο ντοκιμαντέρ του J. Y. Cousteau.

37b-thumb-large

Ο Μάνος υπήρξε ο πρώτος έλληνας συνθέτης που έκανε το ελληνικό τραγούδι, γνωστό έξω από τα σύνορα της χώρας μας. Το 1960 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», από την ταινία του Jules Dassin «Ποτέ την Κυριακή», το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα τραγούδια του 20ου αιώνα. Ακολουθούν πολλά άλλα τραγούδια που έχουν την ίδια πορεία, αλλά η παγκόσμια φήμη που αποκτά το όνομά του, είναι κάτι που απεχθανόταν και προσπαθούσε να αποφύγει. Το 1966 ο Χατζιδάκις, επισκέπτεται την Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή». Κατά την παραμονή του εκεί, έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την ηχογράφηση του κύκλου τραγουδιών «Reflections», ενώ ηχογραφεί και «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας».

Το 1972, σε μια πολιτικά δύσκολη εποχή, επιστρέφει στην Ελλάδα και ιδρύει ένα μουσικό καφενείο, το «Πολύτροπον». Μετά την πτώση της χούντας, διορίζεται αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής, διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου Προγράμματος. Ακόμα διοργανώνει φεστιβάλ μουσικής, καθιερώνει μουσικές γιορτές και μουσικούς αγώνες, ενώ το 1986 συστήνει τη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος». Το 1989 ιδρύει την Ορχήστρα Χρωμάτων, την οποία διευθύνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Παράλληλα με την πολιτιστική του δράση, εμπλουτίζει την ελληνική δισκογραφία με πλήθος έργων του: «Παραμύθι χωρίς όνομα», «Ο Μεγάλος Ερωτικός», «Δεκαπέντε Εσπερινοί», «Ο Κύκλος με την κιμωλία», «Αθανασία», «Καπετάν Μιχάλης», «Τα Παράλογα». Οι περισσότεροι κύκλοι τραγουδιών είναι σε στίχους Νίκου Γκάτσου.

Ο μεγάλος αυτός συνθέτης όμως, είναι γνωστός και για το ποιητικό του έργο. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, με τους τίτλους «Μυθολογία» και «Μυθολογία δεύτερη». Ακόμα έχει δημοσιεύσει δύο βιβλία με σχόλια και άρθρα, «Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι» και «Τα Σχόλια του Τρίτου».

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα.

Πάντα ασυμβίβαστος και πρωτοπόρος, δεν θέλησε ποτέ να είναι μέρος μιας κοινωνίας, που δεν τον αναγνώριζε ως κάτι το εξαιρετικό. Ευγενής, αλλά και πολύ συχνά απρόβλεπτος, ατίθασος και εριστικός, ήταν ένας αιώνιος έφηβος. Στο έργο του υπάρχει διάχυτη η δημοκρατική πολιτική του σκέψη, η οποία βασίζεται στην αμφισβήτηση και στην αναθεώρηση. Η μουσική αυτή ιδιοφυία, όπως χαρακτηρίζεται από πολλούς, συνέβαλλε στη μουσική συμφιλίωση του περιθωριακού ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με τη λόγια μουσική, δημιουργώντας ένα νέο «κράμα» με Δυτικά και Ανατολίτικα στοιχεία.

«Πιστεύω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων και όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας»

Ακούμε το τραγούδι «Μανούλα μου» ,σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, γράφτηκε το 1959 για το θεατρικό έργο του Καμπανέλλη «Παραμύθι χωρίς όνομα». Στη συνέχεια ακούστηκε και στην «Οδό Ονείρων» (1962) από τον Λάκη Παππά και πρωτοηχογραφήθηκε μαζί με τα τραγούδια αυτής της παράστασης.

Απόσπασμα από την ραδιοφωνική εκπομπή του Χατζιδάκι «Τρίτο πρόγραμμα». Ακούμε «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» και «Είμαι αητός χωρίς φτερά», στο μπουζούκι ο Γιώργος Ζαμπέτας.

[1] 1914-2012, σύγχρονος Έλληνας μουσουργός, διατέλεσε διευθυντής πολλών  Ωδείων
[2] Η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (Ε.Π.Ο.Ν.). Οργάνωση νέων που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στις 23 Φεβρουαρίου 1943 και ήταν μέλος του ΕΑΜ
[3] Η Ραλλού Μάνου (1915 – 1988) ήταν Ελληνίδα χορογράφος, που ίδρυσε το Ελληνικό Χορόδραμα

*Η Μαρία Γιαννικοπούλου είναι απόφοιτος του Ιονίου Πανεπιστημίου τμήματος Μουσικών Σπουδών.