Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Τα σύνορα του κόσμου

Τα σύνορα του κόσμου

image002

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

ΜΕΡΟΣ  ΠΡΩΤΟ

Τα σύνορα με τους ανθρώπους (το αλάτι)

Το αφιερώνω  στην  Ντίνα και την Ρούλα  δισέγγονες της βαβάς μου της  Όλγας  που την βασική ιστορία(τον μύθο) μου την διηγήθηκε όταν ήμουν παιδάκι ακόμα.

Με το που μπήκε στον φούρνο με την πινακωτή στο κεφάλι όλες κάνανε στην άκρη γιατί ήταν από κείνες που δεν χάριζαν κάστανα σε κανέναν γεννημένο στη γη, τον μπελιά τον σκάριαζε στο λεφτό, αρκεί να νόμιζε ότι την  νόχλησες.

Κατέβασε την πινακωτή με τα δέκα καρβέλια και τα  ΄βαλε στην πάντα  απ΄ το φουντούκι του φούρνου η νταρντάνα  του Γιαννάκη του Μανθέου.

Πίσω απ΄ την πλάτη της ακούστηκε η παρόλα εκείνης της μουλωχτής, της μουσίτσας της γειτόνισσας που πάντα είχε τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ΄ την ποδιά της

-Θα σφαχτούνε. Θα πάει  εκείος  να σπείρει και θα σφαχτεί με τον ασίφταγο.

Κατάλαβε. Η κουβέντα ήταν για μια ΄νόχληση που πήγαινε από πάππου προπάππου για μια τσαπιά τόπο στο παλιό σωκήπι στην Παναγία στο Παλιό Χωριό για το οποίο είχαν γίνει και φόνοι την εποχή των Ενετών. Πόση ήταν η διαφορά σ΄ ένα σωπήπι; δυό- τρεις βραγιές τόπο πα να πει. Κι ο ένας κι άλλος αφορμιάρηδες νομίζανε πως οι πέτρες του σύνορου περπάταγαν, κι άλλαζαν θέση, λες και δεν ήταν βαλμένες πιτήδεια, από πιτήδεια χέρια.

Το μερδικό  του το έβγαζε  ο Γιαννάκης του Μανθέου, μάστορας στο τσαπί που γνώριζε πως η γης σκάφτεται βαρώντας τη πλαγιαστά και έξυπνα, απ΄ το πρωί ίσαμε με το κολατσό  του πρωϊνού.

Φαντάζεται άνθρωπος στα συγκαλά του πως η διαφορά ήταν μισού τάφου θα γίνονταν πάλε αφορμή για καινούργια φονικά.  Αλλά  όταν μπει ο διάολος μέσα στους ανθρώπους σφάζονται για το τίποτα, γιατί  δεν είναι το συμφέρον, σκατά συμφέρον για ένα φουρκί τόπο, είναι το  φιλότιμο και το γινάτι, κι ο αντρισμός  και το μουστάκι και το «εγώ» και να μην σε περάσει το χωριό για χάπατο κι από κοντά χάθηκες, που δεν χωράνε σε κανένα μέτρο.

Η Κωσταντινιά η νταρντάνα  του Γιαννάκη πήγε σπίτι, πήρε δυό τηγανόψωμα που ήταν ψημένα προλαβόν, τα έβαλε σ΄ ένα ρηχό πιάτο, τύλιξε το πιάτο σε μια μπόλια, την έδεσε καλά κι όσο να ψηθούν τα ψωμιά και να γένει κι η κουλούρα πετάχτηκε στην Παναγία να πάει κολατσό τάχα μου- τάχα μου και να τα ψάλει εκείνου του ζουρλού του άντρα της.

– Άκου να δεις , αυτά που ξέρεις να τα΄ φήκεις. Για μια χεσά τόπο δεν θα μου σημαδέψεις τα παιδιά. Παράτα τις ζούρλιες κι έλα στα συγκαλά σου  λέω ΄γω.

– Άει στο διάολο μωρή π΄ θα αφήκω το παραζούζουλο να με φροντέρνει. Τι σε πήρα μωρή  από σπίτι που είχε τσίπα, θα ΄φήκω  τον καθένα να μου πιάσει το κώλο; Θα τον ρίξω κάτου, απάντησε γιομάτος οργή ο Γιαννάκης. Για τ΄ρα δω. Γιατί τ΄ν  έχω  αυτήνη αυτού, είπε και της έδειξε την μαχαιρόκαμα σωστό σπαθί.

– Εγώ πάω να φύγω κι αν θέλει η Παναΐα κάνει το θαύμα Της, είπε και έμασε τα κότολά της και τράβηξε τον κατήφορο.

Από φόνους  ήταν χορτασμένη απ΄ το σπίτι του πατέρα της η Κωσταντινιά. Χάσανε τόσο κόσμο και άλλους τόσους τους είχαν στείλει στον λάκο. Βαρέθηκε να βλέπει να φκιάνουν κάσες και να αμολάνε το ζωνάρι για παλικαριές. Στο μυαλό της γυρόφερνε πως και τι θα κάνει για να αποφύγει το φονικό το σπίτι της. Ο Γιαννάκης, αψύς και στραβολέκατος, δεν ήταν τίποτα να  αφήσει τα παιδιά της χωρίς πατέρα και σημαδεμένα τέκνα φονιά και τον γείτονα, πού ήταν και αίμα τους,  στον τάφο κι άσε που τα σπίτια τους , μεροφούντι, χωρίζονταν από έναν τσατμά από σπάρτα. «Κάτι πρέπει να γίνει. Κάτι πρέπει να κάνουμε εμείς οι γυναίκες», σκέφτηκε. Αλλά τι να κάμει με την μουλωχτή που δεν ήξερε τι στο διάολο Θεό πρέσβευε κι αν δεν ήθελε τον Γιαννάκη φονιά και τον άντρα της  νεκροστολισμένο  για να μην την πλακώνει στις κατακεφαλιές  για ψήλου πήδημα μια που δεν την  δεχτήκανε με το καλό στο σπίτι και η πεθερά της το λεγε και το ματάλεγε πως «μας γελάσανε  στην προίκα και δεν μας δώσανε όσα έγραφε το ληγατοχάρτι, να, μας φάγανε μέχρι και το κούπωμα τ΄ς τζετζερούλας!»

Γύρισε στο χωριό ότι ο  φούρνος ξεφούρνιζε. Τράβηξε και έκατσε και κοίταγε, αν η γειτόνισσα είχε  έρθει ή αν ήταν ακόμα στον δρόμο. Κάποτε εμφανίστηκε με τα χέρια κάτω απ΄την μπροστοποδιά, με πλάγιο επιφυλακτικό περπάτημα, μουλωχτή, όπως πάντα. Δεν είπε τίποτα και μπήκε πρώτη στον φούρνο. Έβαλε την πινακωτή της  μπροστά και  άρχισε να παίρνει τα καρβέλια . Στο μεταξύ η άλλη  ήταν στην πόρτα. Κάνοντας πως δεν βλέπει  αμόλησε την παρόλα για ν΄ ακουστεί

-Εκείνος ο νεκροστολισμένος ο άντρας μου σήμερα πάει να σπείρει στην Παναΐα. Θα δεις τι του ΄κάμα και θα τα ρίξω στην Παναΐα.

Δεν τόλμησε καμία να μιλήσει. Όλες ακούσανε, μα καμία δεν έβγαλε τσαξά στο θερίο.

Μεσημέριασε όταν γύρισε πίσω ο Γιαννάκης. Πέταξε το τσαπί και τον ντρουβά στο κατώϊ και ανέβηκε από τον καταρράχτη στο σπίτι για να κάνει γλήγορα  φωνάζοντας:

– Έλα εδώ μωρή πουτάνα. Τι μό ΄βαλες να σπείρω; Αλάτ΄ μό ΄βαλες;

Η γυναίκα του δεν απάντησε, έκανε πως σύμπαινε την φωτιά  και  δεν άκουγε. Με τα πολλά εγύρισε να δει.

– Γύρισες Γιαννάκη; Δεν έσπειρες τα στενοκούκια; Είπε κάνοντας την ενήξερη

Ο Γιαννάκης έγινε θερίο φύσαγε και ξεφύσαγε.

– Τι να σπείρω μωρή πουτάνα , αφού δεν μό ΄βαλες  στενοκούκια, αλάτι μο ΄βαλες!

– Τι λες μαρέ ξεπατωμένε π΄ σόβαλα αλάτι. Ποιος κουτάει να κάμει τέτοια αστεία με σένανε. Στενοκούκια σόβαλα. Αύριο μάλιστά μου βάλ΄ τα μοναχός σου να δεις και να μην τα βάνεις με τον κόσμο.

Ο Γιαννάκης αναμέρισε να μην τα βάλει με τον διάολο και του αρχίσει τις απεργίες σ΄ όλα κι΄ απ΄ όλα που ήταν συνηθισμένη, του κόψει την κρίση και πιάσει και πλααίνει για μήνες στο σοφά της κουζίνας και τον αφήκει μοναχό του στην ανάγκη του.

-Καλά. της είπε. αύριο να τα βάλω μοναχός μου.

Την άλλη αυγή  σηκώθηκε και το πρώτο πράμα που έκανε ήταν να βάλει το σπόρο στον ντρουβά και να τον κρεμάσει στο καρφί στον τοίχο της πόρτας του κατωγιού.

Η  γυναίκα του είχε σηκωθεί προλαβόν, είχε αρμέξει την γίδα, άφηκε το γάλα να φουσκώσει ίσαμε τα χείλια στο κατσαρόλι  και να κάψει, έριξε μια μύτη καφέ να νοστιμίσει και  φώναξε :

– Έλα να  πιεις το  γάλα σου κι απέ φεύγεις.

– Έρχομαι.

Η σκουτέλα  δεν πιανόντανε με το χέρι κι έστεκε στην άκρη της  γωνιάς και  περίμενε τον αφέντη.

-Πιέ το, του είπε, να πάω να δω  τι κάνουν τα παιδιά σου κι έρχομαι.

Γλήγορα-γλήγορα κατέβηκε τον καταρράχτη και  πήρε τον ντρουβά και στην θέση του έβαλε τον άλλο το δικό της που μέσα είχε βάλει πάλε αλάτι.

Ο Γιαννάκης ανυποψίαστος πήρε τον ντρουβά τον κρέμασε στο σαμάρι, μπήκε καβάλα στο άλογο και τράβηξε κατά την Παναγία. Ανοίγει τον ντρουβά και βλέπει το αλάτι. Γυρίζει το βλέμμα του κατά την Παναγία. Δίνει μια στο κούτελό του με το χέρι του και λέει

– Εσύ μωρή πουτάνα  τα κάνεις αυτά ε; Θα ΄ρτω να σε γκρεμίσω.

Έκανε ένα βήμα μπροστά και του φάνηκε πως άκουσε σφύριγμα φιδιού. Ένοιωσε πόνο στα σωθικά που τάχε βάλει με τους Αγίους  και  πλιότερο με την Παναγία που σκαρίζει τις ράτες των σταφυλιών τον Δεκαπενταύγουστο. Χωρίς άλλο ένοιωσε φόβο και ντροπή , σταυροκοπήθηκε με μικρούς βιαστικούς σταυρούς, καβάλησε το άλογο και γύρισε στο χωριό.

Η γυναίκα του  μόλις τον είδε αλαφιασμένο, πήγε κοντά του, τον ρώτησε τι έπαθε κι αυτός είπε τα καθέκαστα. Του είπε να μην ανησυχεί και το σωκήπι να το χαρίσει στην Παναγία κι «ας πάει εκειός ο άτιμος να βάλει σύνορα με την Παναΐα εδώθε και μπροστά» και μάλιστα θα πήγαινε η ίδια  τώρα δελόγκου να το πει στον κατεργάρη, τον θεομπαίχτη, τον πάπαρδο του χωριού που είχε αράδα να λειτουργεί εκείνη την βδομάδα, πράγμα που έγινε.

Το ίδιο απόγευμα στον εσπερινό ο παπάς που ματαλάβαινες απ΄ το χέρι του και σε γέλαε μεσ΄ τα μάτια σου, από την Ωραία Πύλη έβγαλε λόγο σταυροκοπώντας και κομπάζοντας και είπε:

– Χωριανοί  σήμερα η Παναΐα μας   παρουσιάστηκε  στον Γιαννάκη του Μανθέου αυτόν τον άγιο άνθρωπο και καλό χριστιανό, ολοζώντανη.

Εδώ κοίταξε αριστερά στην Ωραία Πύλη και έκανε το σταυρό του και βαθειά υπόκλιση και συνέχισε

-Πήγε να σπείρει  το χωραφάκι του στην Παναΐα που  στην γιορτή Της δένουμε τα πράματά μας. Η Παναΐα (έριξε ένα μεγάλο σταυρό απ΄ το δόξα Πατρί μέχρι  τον αφαλό και σήκωσε τα χέρια του)  πρώτα του έστειλε ένα θερίο φίδι με δυό κέρατα χοντρό ίσαμε με το χέρι μου και μακρύ ίσαμε δυό οργιές μετά συγχωρήσεως να τον κυνηγήσει κι από κοντά,  βλέποντας πως ο Γιαννάκης, ατρόμητος και παλικαράς, δεν έκανε πίσω, σήκωσε το τσαπί του να του πάρει το κεφάλι,  παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε να μην Της πειράξει το φίδι που το φυλάει στον κόρφο Της από τα χρόνια που το  Παλιό Χωριό  το διαφέντευαν οι Τούρκοι και το θελε να μην αφήνει τους άπιστους να την πατήσουν.

Κοντοστάθηκε κατέβηκε από το Άγιο Βήμα έκανε μεγάλη μετάνοια στην εικόνα της Παναγίας, πήγε και ανασπάστηκε το ασημοστολισμένο χέρι Της με το οποίο  κρατούσε το Θείο Βρέφος και συνέχισε:

– Κι από κοντά του είπε « Γιαννάκη , έ Γιαννάκη αυτά τα δύο  χωραφάκια είναι δικά μου, τα θέλω εγώ και μου χρειάζονται  τον Αύγουστο που γορμάζουν οι ράτες».

Ο Γιαννάκης,  καλός άνθρωπος και πιστός χριστιανός, είπε στην Χάρη Της « Χάρισμα Σου Παναΐα μου και κοίταξε να πάρεις κι εκείνου του άτιμου του συνορίτη μου και θα ΄ρτω μια μέρα να καλιγώσω την μπασά Σου» «Αυτό είναι δουλειά δική μου» απάντησε η Παναΐα «και τώρα χάει σπίτι  σου και πες της γυναικός σου να πάει να βρεί τον παπά να τα πει , κι αυτός που νοιώθει, να τα πει απ΄ τ΄ Άγιο Βήμα.» Αυτό κι έγινε χωριανοί. Τώρα αυτά τα δυό χωραφάκια είναι της Παναΐας μας ολοχρονικής κι ως τη Δευτέρα  Παρουσία και μπορείτε να δένετε τις γαϊδούρες σας και τα μ΄λάρια σας ότι ώρα θέλειτε ανερώτητα.

Όση ώρα έλεγε αυτά ο παπάς η γυναίκα του Γιαννάκη του Μανθέου χαμογελούσε και έκανε τον σταυρό της κι η  μουλωχτή  μπαρμπουλωμένη , ίσα που χώριζε ο διάολος μέσα στα μάτια της, ψιθύρισε σα φίδι με δυό κέρατα και  μόλις που ακούστηκε :

– Μη αλησμονάς πως έχουμε κι αλλού σύνορα και θα ντέσουνε να σκοτωθούνε για να ξεμαγαρίσω.

ΥΓ. Το δημοσιεύω μήπως  και κάποιοι καταλάβουν την κτηνωδία του ΕΝΦΙΑ. Ποιοι να πληρώσουν ΕΝΦΙΑ λεβέντες της προδοσίας, αυτοί που μάτωσαν γι΄ αυτόν τον τόπο και με το ντουφέκι και πεζά φτάσανε μέχρι τον Σαγγάριο  για να πολλαπλασιάσουν  αυτό που μας σερβίρετε σαν πατρίδα μας;