Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Διάλογος με το παρελθόν

Διάλογος με το παρελθόν

IMG 20131204 054209

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Αυτές τις μέρες μου έρχονταν συχνά στο νου αυτοί οι πρόγονοι, από πάππου προπάππου, αυτοί οι ταπεινοί άνθρωποι που ημέρεψαν την γη, γιατί η ανάγκη τους κίνησε τα μέλη, γιατί η φτώχια ήταν βαριά, γιατί οι μέρες δεν έβγαιναν, γιατί αυτοί που τους κυβερνούσαν είναι πάντα οι ίδιοι -ανεξάρτητα σε ποια φυλή, θρησκεία, πίστη ή πολίτευμα ανήκουν και  ποια γλώσσα μιλούν-, γιατί ο κόσμος είναι φτενός και λίγος και είναι πιο λίγος για σένα, αν γεννήθηκες από φτηνά υλικά και αν δεν παλέψεις να τον αλλάξεις, δεν έζησες και δεν θα ζήσουν ούτε κι αυτοί που έρχονται πίσω σου σπρώχνοντας σε να χαθείς  στην  άβυσσο του χρόνου.

Ο καθένας έχει στο νου του την δική του ιστορία για τον δικό του ημίθεο που πατάει την γη του, που τρώει το σταφύλι του, που βάζει τη δράγκα το λάδι στο ψωμί του, που το κρασί του γεμίζει το ποτήρι του. Αυτόν τον μεγάλο πρόγονο που έκανε τους λόγγους και τα λιθάρια ήμερη γη και ύψωσε τις λιθιές σκαλοπάτια για το πανανθρώπινο όνειρο της γης της επαγγελίας και  παρέδωσε σε μας  αυτό  το  τρομακτικό θηρίο  του σύμπαντος , τη Ζωή, για  να συνεχίσουμε και να κάνουμε καρποφόρα την μήτρα του  σήμερα και του αύριο .

*****

Θέλω να πάω πίσω , τόσο όσο κρατάει ο νους μου, σ΄ αυτά που μου έλεγε κρατώντας με στην αγκαλιά της η βαβά μου με τα άγρια και γλυκά ματάκια της, την κατάμαυρη τσίπα, τα μαύρα θλιμμένα χωριάτικα σκουτιά, το μαντηλάκι των δακρύων στην τσεπούλα της προστοποδιάς της, τα μοιρολόγια για τους νεκρούς της, τις παινεσές των παλικαριών της που χάθηκαν άγουρα  υπερασπίζοντας την τιμή του σπιτιού της ή αυτό που της δίδαξαν Πατρίδα  και τις μεγάλες αλήθειες του κόσμου κρυμμένες πίσω από ένα σωρό  παραμύθια, μύθους και ιστορίες.

Όλα αυτά που μαζύ με την αγάπη, τα χάδια και την σκληρή, όταν το καταλάβαινε έτσι καμιά φορά,  τιμωρία της, τα φύτεψε βαθειά στην ψυχή μου για να τα έχω φυλαχτό κι ασπίδα σε κάθε δύσκολη ώρα της ζωής μου σαν αυτές που περνάμε τώρα.

Λογαριάστε λοιπόν τα χρόνια. Η βαβά μου γεννήθηκε στην δεκαετία του 1880. Επομένως είχε μέσα της μνήμες που αυτή τις έζησε ή τις κράτησε από το στόμα της δικής της βαβάς , δηλαδή συνολικά  μνήμες από την αυγή του 1800, όταν αυτό τον τόπο κυβερνούσαν τα στρατεύματα αλλόγλωσσων  τυράννων.

Η μαύρη η βαβά μου νόμιζε πως αυτοί εδώ, οι ντόπιοι, που προσκυνούσαν τον Χριστό και μιλούσαν την γλώσσα της γης μας (Ελληνικά), ακόμα κι ας μας κυβερνούσαν με βούρδουλα, πολέμους, αίμα και δάκρυ, δεν ήταν τύραννοι. Κι ακόμα κι αν ήταν τύραννοι , ήταν δικοί μας . ντόπιοι, από δω, απ΄ αυτά τα χώματα….

Αυτά τους λέγανε οι επίσημοι τότες –παπάδες, δασκάλοι, δημάρχοι, προγιαστοί- κι αυτά πίστευε η καϋμένη. Ποτέ δεν ρώτησε αν  ήταν σωστά και όπως τα βρήκε έτσι τα παρέδωσε σε μας. Ακριβώς τα ίδια, Το Σπίτι μας. Το Σόϊ μας. Η Πίστη μας. Η Γη μας. Η Πατρίδα μας. Καϋμένη βαβά , ευτυχώς που λείπεις αυτές τις μέρες και δεν βλέπεις ότι εμείς έχουμε άλλη Πίστη, ζούμε σε άλλη Γη, έχουμε άλλη Ελλάδα  από εκείνους που μας τυραννούν……. 

*****

Φθινόπωρο.  Σαν καλός νοικοκύρης πήγα να δω, αν οι ελιές που είχε λάβει η μάνα μου στο χωριό προίκα, είχαν κανένα κλωνί  για να τις μάσουμε, όχι από ανάγκη,  αλλά σαν μνημόσυνο γι αυτούς τους ανθρώπους που κονόμησαν με μύρια βάσανα και φύτεψαν την αγριλίδα  ανάμεσα στα κλήματα, την πότισαν να γένει, την κέντρωσαν, την έλυσαν, την έσκαψαν, την φύλαξαν από τα κάθε λογίς ζωντανά , την μεγάλωσαν, την έκαναν κεντρωμάδα, άρχισε να τους δίνει μια σκούφια ελιές μαυρομάτες, μεγάλωσαν μαζύ της μέχρι να ανέβουν να την τινάξουν, να μάσουν με το ποδοσάκουλο οι γυναίκες και το τελευταίο κλωνί, να τις πάνε στο λιοτρίβι, να τις κάνουν λάδι κι όταν  πεθάνουν, να τους ρίξει ο παπάς το λάδι στα μάτια αποχαιρετώντας τους ζωντανούς, να του ανάψουν το καντηλάκι του σιμά στην φτωχή πέτρα που έχει για αιώνιο προσκεφάλι του, να τις αφήσει για να τις πάρουν οι επόμενοι, να τις δώσουν προίκα , να τις πάρει η μάνα μου και να μου τις δώσει εμένα με την  ευχή της και  γνώση της ότι θα τις κρατήσω στα χέρια μου μέχρι τον θάνατό μου για να τις παραδώσω τους απογόνους της.

*****

Πηγαίνοντας ήρθε στο νου μου  όλη αυτή η φασαρία με τον φόρο κατοχής αγροτικών γαιών  άκουγα στο ραδιόφωνο διάφορους δήθεν ειδικούς, δήθεν μορφωμένους, δήθεν σοφούς, δήθεν ανθρώπους  δίποδους, δήθεν άρχοντες και προεστούς , δήθεν εκλεγμένους και ανέλεγκτους  και συλλογίστηκα όλα αυτά χωρίς καν να το επιδιώκω.

Μπήκα στο λιοστασάκι της μανούλας μου με όλες αυτές τις σκέψεις και κάθισα στην πέτρα που θυμάμαι ,σαν με είδε ο αγαπημένος μου φίλος και μπάρμπας μου ( ο Φώντας  μονάκριβος αδελφός της μάνας μου) μου, είπε : Παιδί μου τίποτε δεν πάει χαμένο, κάθεσαι εκεί που κάθονταν ο παππούλης σου , εκεί που κάθονταν ο παππούλης μου , εκεί που καθόμουν και εγώ. Τίποτε δεν πάει χαμένο. Ίδια στάση. Ίδιος άνθρωπος. Ίδια χέρια. Ίδιο χαμόγελο. Ίδια πίστη στο σήμερα. Ίδια ελπίδα στο αύριο. Τίποτε δεν πάει χαμένο.

Κάθισα και κοίταξα το πέλαγο πέρα στο Ιόνιο να απλώνει με την άνεσή του το γαλάζιο σεντόνι του , ήρεμο , λαμπερό μέσα στις ακτίνες του φθινοπωριάτικου ήλιου. Ένα Ιόνιο δικό μας  που δεν το αυλάκωναν τα καράβια του τίποτε των χλωμών, ανήλιαγων ανθρώπων που τα αδιέξοδα τους σπρώχνουν στην αναζήτηση της ευτυχίας μέσα σε ένα κατάστρωμα που ταξιδεύει ανάμεσα σε αγνώστους με άγνωστους πόνους που δεν μπορούν να γίνουν ποτέ πλησίον σου.

Ένα Ιόνιο σεμνό που δεν κρυφοκοιτάζει τα ολόγυμνα κορμιά των ανθρώπινων αγαλμάτων να  λιάζονται στις ολόασπρες ακρογιαλιές του -ψημένα κορμιά γυναικών στο θεσπέσιο ήλιο του Αυγούστου και αλατισμένα  από την δροσιά του Μαΐστρου-  προερχόμενα από τις άκρες της γης  που ήρθαν στη αγκαλιά του γυρεύοντας μια διέξοδο της πλήξης του κορμιού και του νου τους από τα δήθεν αγαθά που τους πασάρουν για να μένουν ανικανοποίητες από το σεμνό κοίταγμα του ντροπαλού έρωτα των αγαλμάτων των Ελλήνων Εφήβων.

Το δικό μου χάος του Ιονίου που χάνεται ως πέρα στις άγνωστες ακτές της Σικελίας. Τα μάτια μου δεν έβλεπαν τα  κλαδιά των ελιών, τις αμέτρητες λιθιές, τις αμέτρητες πέτρες που βόλιασαν  την ψυχή των ανθρώπων μου στο παρελθόν. Εκεί χαμένος στον χρόνο μου ήρθε στο νου εκείνος ο άνθρωπος που πρώτος εδώ  πάτησε το πόδι του με τον γαϊδαρέλο και τον κασμά του να βάλει κάτω την πουτάνα την φύση , να την ημερώσει, να την κάνει δικιά του και να καρπίσει.

Εκείνος μέχρι εκεί που έφταναν οι διηγήσεις της βαβάς μου με τα σκουτιά του 1800, με την πλήρη άγνοια των γραμμάτων, με την έλλειψη της συνείδησης του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Εκείνος που δούλεψε αυτή τη γη του Τούρκου, αυτή τη γη της Γαληνοτάτης για τρείς γενιές μέχρι να της γίνει κύριος και διαφεντευτής της. Εκείνος που ήταν ένα με την γη που κείνη την ώρα την ποθούσε και του συγκλόνιζε τα σπλάχνα, κοντανασαίνοντας και λαίμαργα υψώνοντας την μύτη του κασμά του, όπως την  ώρα που την γυναίκα την βάνεις  κάτω και την κάνεις δικιά σου αφήνοντας στην μήτρα της τον σπόρο που θα κρατήσει  και τους δυό στην ζωή για πάντα κι ως την συντέλεια του κόσμου, μα και ως πέρα απ αυτή.

*****

Ήρθε μπροστά μου  ολοζώντανος . Παραξενεύτηκα. Είναι ένα κοντό λιπόσαρκο ανθρωπάκι. Κάτι σαν μέρμηγκας. Σκελετός ντυμένος με την απαραίτητη σάρκα, δίχως δράμι λίπος. Ένα νεύρο της Χορδής  της ζωής  στο τόξο του Αείχρονου. Ο άντρας της παρθένας φύσης που κείνες τις ώρες έψαχνε να την μερώσει και να καρπίσει μέσα απ΄ την μεταμόρφωση της ηδονής και τον πόνο της άδολης κόρης σε γυναίκα  πολύφερνη, μεστή, γαλακτοφόρα. 

-Παππούλη, ψέλλισα. Παππούλη. Τι γυρεύεις εδώ; Πάνε τόσα χρόνια μέχρι που χάθηκε κι ο τάφος σου.

Με κοίταξε στα μάτια  και μου είπε

-Παιδί μου με κάλεσες κι ήρθα. Θυμάσαι σαν σε έπαιρνα στην πλάτη μου σκοπούλι-τερί   και πηγαίναμε στ΄ αμπέλι να μάσουμε φύλλα και να κεντρώσουμε  τις αγριλίδες ανάμεσα στα κλήματα που σου έλεγα: « βλέπε. Έτσι θα διαλέγεις το μπόλι, ανατολικά. Ναναι ψημένο. Να μην τόχει περπατήσει μερμήγκι . Ετσι θα κάνεις με το σουγιά σου το ταφ. Απαλά να μην πληγώσεις το φυτό. Έτσι θα βάλεις το μπόλι , προσεχτικά , μ΄αργές κινήσεις. Έτσι θα το δέσεις με κίπερη τόσο σφιχτά ίσα να ακουμπάει  αγριλίδα και μπόλι χωρίς να πιέζονται πέρα από ένα σημείο. Μην αφήνεις κενά γιατί θα μπει το μερμήγκι. Πρόσεξε το μάτι να μένει  έξω απ΄το δέσιμο να αναπνέει. Σε δέκα μέρες θα ξανάρτουμε να τα λύσουμε και να δούμε αν κόλλησαν. Σε δέκα χρόνια θα φάμε ελιές» και εσύ μου έλεγες « τι λες παππούλη αφού είσαι γέροντας και θα πεθάνεις παππούλη. Τι το θέλεις το μπόλι;» και σου απαντούσα «παιδί μου έτσι αλλάζεις τον κόσμο, μπολιάζοντας» « δεν καταλαβαίνω παππούλη μου έλεγες  και εγώ σου απαντούσα  ότι θάρτει η ώρα να καταλάβεις παιδί μου.

– παππούλη   άλλαξες τον κόσμο; Μπορείς μόνος σου να αλλάξεις τον κόσμο;

-Παιδί μου ο κόσμος  ακλουθάει την μοίρα του. Εκειό που ήταν μπορετό να κάμω τόκαμα  και είμαι αναπαμένος. Ναι  άλλαξα τον κόσμο . Τον μπόλιασα κι άφησα εσένα πίσω μου. Έτσι συμβαίνει πάντα δεν μπορεί ο καθένας να αλλάξει τον κόσμο. Λίγοι ξέρουνε να κεντρώνουμε παιδί μου.

Σώπασε. Με κοίταξε στα μάτια μετρώντας με  και συνέχισε

– Ήρθα να γίνω οδηγός  στο σκοτάδι σου.

-Τι λες παππούλη. Μέρα μεσημέρι είναι.

-Σκοτάδι είναι παιδί μου χερότερο σκοτάδι απ΄ τον τάφο μου, χερότερο σκοτάδι απ΄ τη ζωή μου.

-Μα παππούλη , αν δεν ξέρεις, σπούδασα, έμαθα γράμματα, έγινα δικηγόρος παππούλη. Μπορώ να ξέρω τους Νόμους και να προστατεύομαι και να προστατεύω τους άλλους.

-Τίποτε δεν έμαθες. Τίποτε. όλο τον αγώνα μου σου τον πήραν πίσω. Πρέπει να αρχίσεις απ΄την αρχή. Να δεις Φράγκους, να δεις Τούρκους, να δεις Βενετσιάνους, να δεις τις φυλές του Ισραήλ, να καταλήξεις στους Άγγλους και να σε προσφέρουν πεσκέσι  στο άθλιο κράτος των Αθηνών.

-Τι λες παππούλη ; που την έμαθες τόση Ιστορία. Εσύ δεν γνώριζες να γράφεις ούτε το όνομά σου. Εσύ ήσουν τυφλός. Μόνο να σκάφτεις, να φυτεύεις, να κεντρώνεις  ήξερες παππούλη. Τι κι αν ημέρεψες την γη. Τυφλός ήσουν. Μπαίγνιο στα χέρια των ισχυρών. Εμείς γνωρίζουμε τόσα…..

– Παιδί μου εγώ είμαι αυτή η γη που πατάς και βρίσκεσαι. Εγώ είμαι μέσα σου. Εγώ είναι η απόλυτη συνείδησή σου , το αίμα σου, το είναι σου, το μέλλον σου, αυτό που θα παραδώσεις στους επόμενους.

– Παππούλη μου εσύ; Μόνο εσύ;

Εγώ κι αυτή  η γη που πατάς!!! Η γη μας, η μοίρα μας, η αρχή μας, το τέλος μας και η συνέχειά μας……..

ΥΓ Αυτό να το θυμηθείτε :Αυτοί οι γελοίοι  που πέρασαν αυτό το μόχθο γενεών και γενεών  ιδιοκτησία  του Κράτους  τους  και αντικείμενο φορολογίας  θα το πληρώσουν  σύντομα  πολύ ακριβά.