Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Παραγγελιά μετά το εκλογικό αποτέλεσμα

Παραγγελιά μετά το εκλογικό αποτέλεσμα

ekloges copy

Γραφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Το αφιερώνω στον ανώνυμο Εφτανησιώτη ψηφοφόρο

Παλαιών Αρχών Αριστερός, από εκείνους που μπερδεύουν τα αξιώματα με την εξουσία, μου ζήτησε να γράψω ένα χρονογράφημα για την περιφανή νίκη της Αριστεράς στις Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές.

Του απάντησα ασκαρδαμυκτί ως εξής: «Εγώ είμαι ελεύθερο πουλί. Ποτέ δεν γράφω κατά παραγγελία. Αν στερήσεις την ελευθερία από ένα κομμουνιστή διανοούμενο μεταπίπτει στην κατηγορία του κομματικού μαλάκα»
Λοιπόν μετά από μεγαλοστομίες ορισμένων που δεν έχουν καταλάβει τι συμβαίνει αυτή την στιγμή στην κοινωνία (« επήραμε τον Δήμο και την Περιφέρεια» είπε κομπάζοντας κάποιος) αναγκάζομαι να εκτελέσω αυτήν την παραγγελιά, αλλά ως πνεύμα ελεύθερο και προ παντός ανυπόταχτο.

Κάποτε στα 1930 με 1936 ήταν ένας χωρικός. Είχε τον τρόπο του να ζει φτωχικά και περήφανα. Είχε την γυναικούλα του που όριζε τα φουστάνια της, τα παιδιά του που ήταν προκομμένα κι ακολουθούσαν την στράτα του Θεού, την περιουσία του που έφτανε να περνάει και να μην χρωστάει στους μεγαλέμπορους της Πόλης που πανωγράφανε και σκαρσοζυγιάζανε, την υγειά του, μια και δεν αλικοτίστηκε ποτέ, δυό γιδούλες, μια προβατινούλα κι ένα γάϊδαρο τσινιάρη. Ήταν πα να πει ένας περήφανος και σωστός νοικοκύρης, ήσυχος από την φύση του και μετρημένος σε όλα. Όλοι τον σεβόντανε και όλους τους πρόσεχε και είχε δηλώσει πως αυτός δεν ήθελε μπελιάδες με κανέναν άνθρωπο επί της γης, μια και τα σύνορα τα βρήκε βαλμένα παντού.

Εκείνα τα χρόνια , όπως και τώρα, γινόντανε κάπου-κάπου εκλογές. Ο δικός μας από φυσικού του ήταν με το κόμμα του γιατρού του Πανάγου που έφκιαξε το ΤΑΟΛ και θέλησε να κάνει τον χωριάτη νοικοκύρη στον τόπο του. Ήταν ήσυχος όμως και, χωρίς κραυγές και καραμούζες ψήφιζε (δεν μάθαινε ποτέ κανένας τι έκανε στην κάλπη) και όλοι ήταν σίγουροι ότι ήταν με την Δημοκρατία. Θεωρούσε σωστό να κρατάει μέσα του την πίστη του, μια και δεν χρειαζόντανε ντελάλη γι αυτό και ήταν ο μόνος υπόλογος απέναντι στην οικογένειά του και τα παιδιά του για τις πράξεις του.

Τότε οι κυβερνήσεις ανεβοκατέβαιναν στο τσαφ και οι δικτατορίες ήταν πίσω από την πόρτα της ονομαζόμενης Ελληνικής (Βασιλευομένης ή σκέτης) Δημοκρατίας. Ότι ώρα γουστάριζε το Παλάτι, ο κάθε τραμπούκος, ο ξένος παράγοντας έστηνε και μια δικτατορία για να σωθεί το Ελληνικό Έθνος(συνήθως αυτό συμβαίνανε πριν ή μετά από μια πτώχευση της Ψωροκώσταινας), λέει.

Η ιστορία (αυτό το παραμύθι που ονομάζουν ιστορία οι επιτήδειοι) του εικοστού αιώνα είναι γεμάτη από διάφορα τραγικά γεγονότα, ξεπουλήματα, διχασμούς, εμφυλίους, πραξικοπήματα, δικτατορίες και αστείες φάτσες πολιτικών (ηγέτες τάχα μου-τάχα μου τους λένε οι φυλλάδες και οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι) που πίσω τους κρύβονται τα συμφέροντα των δανειστών αυτού του ταλαίπωρου λαού που κατοικεί στην Ελλάδα και μιλάει την γλώσσα του Ομήρου και που αυτοί οι κύριοι, δανειστές και δανειζόμενοι, μας έμαθαν, από τότε που γεννηθήκαμε, να το ονομάζουμε Ελληνικό Λαό ή και, σύμφωνα με την γλώσσα των λογίων, Έθνος των Ελλήνων.

Σε μια μπατούδα λοιπόν αυτής της ζωής (ιστορική στιγμή το ονομάζει η Ρεπούση) το κόμμα του Πανάγου, το κόμμα των αγροτών και των βασανισμένων τότε, που ζητούσε να πάρει ένα κομμάτι από αυτό το αναθεματισμένο μυστικό της Εξουσίας, που το διαχειρίζονται μόνιμα οι ίδιοι και οι ίδιοι (άρχουσα τάξη το ονομάζουν οι αυστηρώς δογματικοί Μαρξιστές), για να μπορέσει να κάνει απλά πραγματάκια στον σύντομο βίο του πχ να δουλεύει, να ορίζει την περιουσία του, να τρώει, να κάνει παιδιά, να ορίζει την καταγωγή των παιδιών του, να μαθαίνει γράμματα, να έχει την υγειά του, να ορίζει ο άντρας το βρακί του και η γυναίκα αυτό που έκρυβαν τα κότολά της , έχασε τις εκλογές.

Ευθύνη γι αυτό μεταξύ των άλλων είχε και ο δικός μας που για να γλυτώσει εκείνο το τομάρι, τον μαχαιροβγάλτη τον αδελφό του που είχε κάνει απόπειρα φόνου κατά του εραστή της γυναικός του (ήταν κι ο ίδιος πουτανιάρης και ξενοκοίτης), από την σκληρή φυλακή του Ρίου, στην οποία σημειωτέον κανένας δεν γλύτωσε και όλοι άφησαν εκεί τα κοκαλάκια τους , αναγκάστηκε να ψηφίσει ανάποδα από την θέλησή του μην πάει και τον σώσει.

Ψήφισε φόρα παρτίδα τους βασιλόφρονες, γιατί έτσι το απαίτησαν οι τραμπούκοι κομματάρχες των αφεντάδων ψευτοαρχόντων του Νησιού. Φυσικά τα πράγματα ήρθαν έτσι που ο φτωχός αγρότης έχασε άλλη μια φορά και ο δικός του άνθρωπος, ο Γιατρός ο Πανάγος, δεν βγήκε βουλευτής.

Τότε η ζωή ήταν πολύ αργή. Πήγαινε με τον γάϊδαρο. Αργά μάθαινες τα καθέκαστα, τα γεγονότα πλάκωναν το ένα το άλλο και οι «πονηροί ολιγάρχες εκείνης της εποχής» προλάβαιναν να κάνουν τις δουλειές τους μια και ήταν μήνες και χρόνια μπροστά από την υπόλοιπη κοινωνία στην πληροφόρηση, την γνώση, την δυνατότητα επεξεργασίας και την αντίδραση στα συμβαίνοντα. (εδώ ήθελα να γνωρίσω τις απόψεις των ιστορικών και των κοινωνιολόγων, αν υπάρχει ενιαίος χρόνος στα κοινωνικά, οικονομικά και ιστορικά γεγονότα ενός κοινωνικού συνόλου κατά τον χρόνο της δημιουργίας τους)

Έτσι μετά από καιρό συναντάει στην Χώρα (έτσι ονόμαζαν τότε την πόλη της Λευκάδας οι αγρότες μας) τον τραμπούκο Δήμαρχο του χωριού του, πασίγνωστο βασιλόφρονα, ο δικός μας . Ο Δήμαρχος με ένα χαιρέκακο χαμόγελο, χωρίς να προηγηθεί άλλη κουβέντα του λέει
– Γιορέ επήραμε το Δήμαρχο τ΄ς Εξάθειας και το Βολευτή.
– Να ΄σαστε καλά και να τους χαρείτε.
– Αμ΄ τι; Τι νόμ΄σες . Θα τ΄ς αφήναμε; Έχ΄με ηγέτες εμείς.
– Έχ΄τε.
– Και θα βαλ΄με τάξη. Σώνει ως εδώ. Τώρα έχ΄με άλλη μέρα. Να το καταλάβ΄ς.
– Το κατάλαβα. Τα κατάλαβα όλα.
– Μωρέ δεν κατάλαβες τίπουτα.
– Μπα π΄ δε κατάλαβα!!
– Τι κατάλαβες ; Δε μ΄λες;
– Κατάλαβα πως όποιος ανεβεί στο μ’λάρ΄, γιατί μ΄λάρ΄ είναι αυτά τα σκατά που τα λένε αξιώματα, δεν ανεβαίνει για τον κόσμο. Ή βαρεμένος είναι ή έχει θερίες τσέπες.
– Τι θέλεις να πεις;
– Διάλεγε ορέ , διάλεγε. Ή βαρεμένος είσαι ή έχεις θερίες τσέπες.

Αυτό είπε και σκυφτός έκρυψε την περηφάνια και την αγκούσα του, γιατί, ή ψήφιζε ή δεν ψήφιζε, το πρόβλημα παρέμενε στην ανθρωπότητα που έχει ανάγκη ή από Δον Κιχώτες ή από Σάντσους: Αυτοί που κυβερνάνε την κοινωνία είναι ή βαρεμένοι ή έχουν θερίες τσέπες.

Προς τον παραγγελιοδόχο (ξέρει αυτός ποιος είναι): χρονογράφημα δεν ήθελες; Πάρ΄ το!!!