Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Η Γκόλφω κι ο Βασίλας

Η Γκόλφω κι ο Βασίλας

Από  όσα έμαθα στο σχολείο  το  «πολλών ανθρώπων οίδεν άστεα και νόον  έγνω » με πλήγωσε τόσο πολύ που ποτέ δεν με ενδιέφερε στην ζωή μου τόσο το όφελος, όσο το να μάθω τι κρύβει στην ψυχή του  ο συγκάτοικός μου στη γη.

Ακόμα  και τώρα συνεχίζω να μαθαίνω τους ανθρώπους μέσα από τα εφήμερα, για μένα,  και σπουδαία ,για τους άλλους, παιγνίδια του συμφέροντος, της αναπαραγωγής(του έρωτος) και  της μεγαλοσύνης τους. Βέβαια εδώ δεν χρειάζεται να σας πω ότι η δουλειά  με την οποία έζησα  ήταν ότι πρέπει γι  αυτή μου την αίρεση .

Πάνε  πολλά χρόνια .

Μια μέρα  παρουσιάστηκε στο γραφείο μου  ένας κανονικού αναστήματος, λιανός ,γαλαζομάτης ,λιπόσαρκος, όμορφος άντρας γύρω στα εξήντα που φόραγε το σακάκι του α λα σκάγια και που και που το τράβαγε απ΄ τα πέτα και τον λέγανε Βασίλα όπως μου συστήθηκε «Βασίλης Γκιοβάνης και για να μην μπερδεύεσαι  Βασίλας» μου είπε. Μαζύ  του  ήταν και μια κοντή, μαυροφορεμένη, στρογγυλοπρόσωπη, τετραπέρατη, πολυλογού  αρχοντογύναικα με αετίσο μάτι, Άη-Λιότισσα που την λέγανε Όλγα και είχε πάντα τα χέρια της μόνιμα χωμένα στην μπέρτα της.

Πρώτη μπήκε η τετραπέρατη γλωσσού στο γραφείο μου  και μετά  ο όμορφος.

-Κυρ  δικαιόρε  ήρταμε  για νια δ΄λειά, ξεκίνησε η Όλγα παίρνοντας τον αέρα του αντρός της .

-Δική σου ή  του  όμορφου; τη ρώτησα χαριτολογώντας .

-τι δ΄κή μου; Εγώ δεν έχω τίποτα .Αυτουνού είναι όλα .

Όπα, σκέφτηκα ,δεν φτάνει που δεν έχει τίποτε κάνει και  κουμάντο! βάρα της !

.-Άσε λοιπόν να μας τα πει αυτός που έχει το συμφέρον, της είπα .

-Τι συμφέρο! Μπα διάλε μπα  μέσα του. Αυτός δεν καταλαβαίνει από συμφέρο. Η περιούσια του είναι μπάτε σκύλοι αλέστε. Συμφέροντα ; Μπάαα. Μόχει τα παιδιά μου στο δρόμο ο κερατάς  .

-Γιατί τα λες αυτά ; εγώ τον ξέρω καλό νοικοκύρη.

-το καλό του το καλάθι δικαιόρε. Μια τραβάει ο ένας από δώθενε, μια τραβάει ο άλλος από κείθενε, κι αυτός  να κάθεται να κλαίει τη μοίρα του και να λέει «εμείς γυναίκα έχουμε» . «Τι έχεις ορέ κερατά; Τι έχεις ; Εκειό που  έχεις  είναι τη χαμάρα»

Γνώριζα αρκετά  πράγματα  για τον όμορφο για την οικογένειά του, για την ιστορία του, μια και είχα σύνδεσμο με τους Γκιοβαναίους από πάρα πολλά χρόνια και εκείνη την ημέρα είπα  να  μάθω από πρώτο χέρι και αυτά τα άλλα που δεν λέγονται  στους δρόμους, στα κουτσομπολιά και στα καφενεία .

 -Καλά σου λέει  η γυναίκα. Άμα ήθελες  αυτά που ήθελες να μην παντρευόσουνα, είπα.

Τι ήθελα να το πω. Άρχισε :

-Δικαιόρε μας κοροϊδεύεις. Καλά κάνεις. Τι λέει η κοινωνία τον μάρανε τον κερατά.

-Τσώπα μωρή κι αυτός τόση ώρα σπάει πλάκες. Τσώπα και με βγαλες στο γαϊδροπάζαρο.

-Τι να τσωπάσω μπόγια . Θέλεις και τα ρέστα σου. Καλά κάνεις δικαιόρε και γελάς με την αφεντιά του .Αλλά δεν φταίει αυτός , φταίει εκείνη η κούρβα η μάνα μου. «Πάμε παιδί μου να δουλέψουμε στον Γκιοβάνη , είναι νοικοκύρης, είναι καλός άνθρωπος και δίνει καλό ψωμί.» «Πάμε μανό ,»της είπα. Πήγαμε  και την πρώτη μέρα, τι να δω και τι να απολάψω ,την αφεντιά του. Ήταν ένα όμορφο βεργολυγερό , γαλαζομάτικο ,με κάτι δάχτ΄λα μακριά και νύχια  όμορφα  άσπρα ,φόρειε  και νια σκούφια  στο σκούρο το γαλάζο  πό  ΄κανε το πρόσωπό του  να λάμπει. Ω . Θέ μ΄ ,σκέφτηκα, να τον έπαιρνα εγώ αυτόνε τον άντρα !!

Τι τα θέλεις ,ο διάολος το φερε  έτσι  και μ΄ αγάπησε κι αυτός γιατί είμουνε άξα .Όσο δούλευα εγώ ,δουλεύανε ούλοι . Ποιος με προλάβενε  εμένανε  και ποιά ήτανε άξα να  μπεί μπροστά μου .Καμίνια. Και τους τον άρπαξα ολ΄νώνε .Με είδε η μάνα του που ήμουνα  καλή και άξα και  ζήτησε  από τη μάνα μου να συμπεθερέψουμε .Η μάνα μου τάχασε. Σκιάχτηκε  και της είπε : «Μας χωρίζει  λαγκάδι. Δε γένεται να σου δόκω το παιδί μου. Το παιδί μου  θα πάρει ένα φτωχό να παλέψει τη ζωή του σα και μένανε. Για το σπίτι σου είναι άλλες κοπέλες όχι η δικιά μου.» «Σκέψου το, της είπε  η πεθερά μου, και μου απαντάς  άλλη βολά ,ρώτα και τη κοπέλα». Έπιασε και με ρώτ΄σε , τι λέω εγώ. Δεν  έβγαλα μπαμπαξά. Έπιασε και με ορμήνεψε. «Άκ΄ ωρή τσουρδέλω ,δε με γελάς  εμένα ,σ΄ αρέσει  ο καλονιός . Πρόσεξε μωρή , γιατί θα στο φάω το καρύκι, μη κάμεις καμιά ξελεστατιά  με δαύτονε  και σε ατιμάσει  γιατί δεν θα μας χωράει ο τόπος ούλος» .Εγώ δεν έκρινα καθόλου . Μ άρεσε ,αλλά  κι αν  έχει δίκιο η μάνα μου; Κάτσε καλά . Πέρασε καιρός κι ήρτε ο άλλος χειμώνας . Πήγαμε  πάλε απ΄ τη φτώχεια μας στο ξένο. Πιάσαμε δουλειά και στου Γκιοβάνη. Πάλε τα ίδια η μάνα του .Πάλε με έπιασε  και  μου τά πε από την καλή και την ανάποδη. «Πρόσεχε, γιατί αν σ΄ατιμάσ΄  ,δεν θα μας χωράει ο τόπος .Αυτοί  πό χουνε τη δύναμη κρύβουνε τα δικά τους κέρατα και τα δικά μας  τ΄ φτωχώνε κυκλοφοράνε ελεύτερα» .Τότε τόλμησα και της είπα : «Άκου μανά .Άμα μας απατήσουνε  αυτοί θα μας απατήσει γυναίκα (εννοούσα την  πεθερά μου) , δεν θα μας απατήσει άντρας .Μου φαίνεσται   καλός  και θα τον έχω σούζα ! Θα το δεις».

Τα  μάντεισα όλα .Και καλός ήτανε και σούζα τον έχω ,όπως βλέπεις .Τώρα αν έμπλεξα με κοπάδια και πρόβατα και κακοπέρασα, αυτό είναι άλλο  και στο πάτο της γραφής εγώ έχασα τα νιάτα μ΄. Πάντως τον σεβάστηκα και με σεβάστηκε  δικαιόρε  που σε βλέπω  και  γελάς με τα χάλια μας .

Όση ώρα διηγούνταν αυτά εγώ και ο  προκομμένος δεν βγάναμε μιλιά .Την ακούγαμε  , όπως  παρακολουθούν οι πιστοί  τον Απόστολο στην εκκλησά.  Τα ακούγαμε όλα  , αλλά καταλαβαίναμε που και που καμιά λέξη.

ΥΓ με ανάγκασε ο Δημήτρης ο Σολδάτος να το αποσπάσω από άλλη διήγηση  για να περιγράψω τον γυιό του Γκιοβάνη  τον Βασίλα και την γυναίκα του την Όλγα (Θέος σ΄χωρές΄ τους)  και με την ευκαιρία αυτή να τους ξαναθυμηθώ και να σας τους περιγράψω ακριβώς. Αυτοί που άφησαν πίσω τους, γνωρίζω καλά ότι όταν το διαβάσουν θα πεθάνουν στα γέλια και θα τους δουν ζωντανούς. Για τον γέρο Γκιοβάνη (αυτόν που θέλουν να τον κάνουν και Μαραθωνοδρόμο) έχω μια διήγηση από πρώτο χέρι  για μια άλλη φορά).

Ηλίας Τσάκαλος