Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Καρναβαλικό

Καρναβαλικό

pantheon

Καθαρό χρονογράφημα από τον Ηλία Τσάκαλο.

Έχω κι εγώ σαν άνθρωπος φίλους και γνωστούς απ΄ τα παλιά. Με έναν απ΄ αυτούς το ΄φερε η τύχη μου να βρεθούμε κοντά αυτές τις μέρες και να τον ρωτήσω, αν γνώριζε κάποια γύρω στην ηλικία μας. Μου είπε ναι. Από τον τρόπο που μου το είπε και από το χαμόγελό του κατάλαβα ότι κάποια πλάκα είχε γίνει στο παρελθόν και συνέχισα:

-Έχει πλάκα μαλάκα να την είχες ερωτευτεί;

Μου απάντησε ότι «την είχα δαγκάσει την λαμαρίνα για μικρό χρονικό διάστημα , από τον Γενάρη μέχρι που αρχίσαμε τα μπάνια και μετά από μια κεφαλιά στην Μεγάλη Σκάλα στο Κάστρο μου πέρασε».

Κάτι δεν μου πήγαινε καλά και επέμενα
-Παράτα τα κόλπα, δεν μπορεί να μην έγινε φάση , λέγε τι φάση έγινε.
-Θα σου πω μου είπε , αλλά θα γράψεις ότι γράψεις σε πρώτο πρόσωπο και μην καταλάβει κακομοίρη μου κανένας για ποιες λέμε, την έβαψες.

Αυτό θα κάνω τώρα και δεν πρόκειται να καταλάβει ούτε ο ίδιος για πρόσωπα και πράγματα.

Βρισκόμαστε στο τέλος της δεκαετίας της φτώχειας και του φόβου, δηλαδή του χίλια εννιακόσα πενήντα. Η πόλη μας είχε γίνει πιο μικρή, γιατί ο κοσμάκης έπαιρνε τα μάτια του και έφευγε. Άλλος για Αυστραλία και Αμερική και άλλος για το Μεγάλο Χωριό και τα καράβια.

Παιδί ήμουν που έφτασε κοντά στα δεκαπέντε του και πρόβαλαν οι πρώτες τρίχες στα μαγουλά μου, το κορμί μου άρχισε να φεύγει απ΄ το νιάνιαρο και ο κόσμος γύρω μου αποκτούσε άλλα σχήματα. Τα κορίτσια έπαψα να τα βλέπω με εκείνη την παιδική αθωότητα . Το μάτι μου σκοτείνιασε και έβλεπα φουστάνια και στον ύπνο μου.

Πρέπει να ήταν Γενάρης μήνας. Στην γειτονιά μου ζούσε ένα κορίτσι δυό-τρία χρόνια μικρότερο. Είχε ωραία πυρόξανθα μαλλιά, βυζάκια μικρά που ότι έπιασαν να φουσκώνουν στο στήθος της, πόδια όμορφα, ολόϊσα κι άσπρα, ήταν χαρούμενο και πεταχτούλη και φορούσε, γιατί την είδα να ανεβαίνει στην σκάλα του σκολειού, βρακάκια πάνινα, αγανά, απ΄ αυτά που πουλούσαν οι γυρολόγοι για τα κορίτσια των φτωχών γειτονιών. Το ντύσιμό της ήταν φτωχό και καθαρό και μιλούσε τρώγοντας ελαφρώς , ίσα που διακρίνονταν, το ρό.

Με συγκινούσαν τα βρακάκια της που ήταν πάντα στο κρεμ. Νομίζω πως την ερωτεύτηκα γι αυτά και για εκείνο το περίεργο ρο (κάτι ελαφρύ μεταξύ του ρό και του γου με περισσότερο ρο).

Έβλεπα , φαινόντανε εξ άλλου καθαρά, ότι μεγαλώνοντας θα γίνονταν , όπως κι έγινε, μια από κείνες τις σπάνιες γυναίκες που έχουν σώμα χυτό και μοιάζουν με βετούλες άλφα ή με γαρδέλια πανέμορφα με χρώματα καθαρά και γνήσια.

Το μαγαζί του πατέρα μου ήταν σε μια αριστοκρατική γειτονιά . Από μπροστά περνούσαν και πήγαιναν στα καφενεία με τα μαρμαρένια τραπέζια, τις καρέκλες Βιέννης και τον κεφάλα σερβιτόρο που είχε πάντα στο χέρι του άσπρη πετσέτα πεντακάθαρη οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί, οι συμβολαιογράφοι, οι δικηγόροι, ο διευθυντής της Νομαρχίας, ο Διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, ο Δήμαρχος, ο αστυνόμος , οι κομματάρχες του βουλευτή και γενικά όλη η καλή κοινωνία της μικρής μας πόλης.

Θεωρούσα τον εαυτό μου σπουδαίο που έβλεπα αυτόν τον κόσμο να περνάει και χαιρόμουνα τον πατέρα μου να τους χαιρετάει μεθ΄ υποκλίσεως
-Καλημέρα σας κύριε, έλεγε και έσκυφτε μέχρι εκεί που του επέτρεπε η μέση του ή μέχρι εκεί που ήταν το αξίωμά του περαστικού.

Απέναντι από το μαγαζί μας έμενε ένας τεντωμένος, κορδωμένος δικηγόρος πληρεξούσιος κάποιου από εκείνα τα υπολείμματα των ψευτογαιοκτημόνων που τους αποκαλούσαν «σιόρ» και το όνομά τους που είχαν βρει περιουσίες , λιρες και υπηρέτες τους οποίους ονόμαζαν ευγενικά σέμπρους. Ο άνθρωπος αυτός είχε τέσσερα αρσενικά πολύ μεγαλύτερα από μένα και ένα κορίτσι που έτρωγε το ρο λίγο πιο χοντρά από την γειτόνισσά μου και βρίσκονταν γύρω στην ηλικία μου.

Η κόρη του δικηγόρου είχε το ίδιο κόψιμο με την δικιά μου, αλλά ήταν λίγο πιο σχηματισμένη απ΄ το καλό φαγητό και φορούσε βρακιά ποιότητας, ακριβά, από μπαμπάκι Αιγύπτου που στέκανε καλά στο σώμα και τα ψωνίζανε τότε απ΄ τον Πιπίνο που έφερνε είδη νεωτερισμού.
Αυτά μέχρις εδώ, αλλά να τι έπαθα και πώς.

*******

Τις αποκριές εκείνου του χρόνου κονόμησα κάτι λεφτά από θελήματα που έκανα στην γειτονιά. Άκουγα πως στον Πάνθεο γίνεται της πουτάνας. Πας, διασκεδάζεις, πίνεις, βλέπεις θυλικά που φοράνε μάσκες και σου επιτρέπουνε τάχα-τάχα μου στον χορό να τους πιάνεις και λίγο τα βυζιά και τον κώλο.

Δεν πάω είπα και εγώ, γιατί οι άλλοι να πιάνουνε και εγώ να μην πιάνω. Κανόνισα και πήγα με μια μικρή παρέα από συνομήλικους και λίγο παραπάνω που είχαμε καμιά δεκαριά φράγκα ο καθένας μας. Μπήκαμε μέσα , πήγαμε στην αρχή γαλαρία για να βλέπουμε. Αφού καπνίσαμε ένα πακέτο τσιγάρα και ήπιαμε από ένα ποτήρι βερμούτ ο καθένας και κόψαμε κίνηση κατεβήκαμε στην πλατεία.

Ο Χάρτινος διάκοσμος μας πήγε σε μέρη ξωτικά που κυκλοφορούσαν κάθε λογίς εργαλεία όπως στο Ρίο φέρει ειπείν που έλεγαν και τα ράδια ή στο καρναβάλι της Πάτρας που γίνονταν λέγανε της μουρλής.

Στο πατάρι έπαιζε η ορχήστρα. Στα κλαμπατσίμπανα ο Λίζας, κορνέτα ο Καμηνάρης, ακορτεόν ο Μορίνας κλπ. Παίζανε ότι μπορεί να φανταστείς. Καντρίλιες, μαζούρκες, ταγκό, βαλς, βαλς στασιόν, Πάνω σε τσακίρ κέφι και αφού είχα πιεί δυό τρία βερμούτ δίνω μια στην μάσκα μου και την πετάω.

Γέλασε και το παρδαλό κατσίκι σαν με είδαν. Εγώ τα έχασα και από απέναντι οι λεφτάδες έστελναν για να σπάσουνε πλάκα το ένα βερμούτ πίσω από το άλλο. Σε μια στιγμή κι ενώ έπαιζε η ορχήστρα το «άς΄ τα τα μαλλάκια σου» με πλησιάζει ένας τσολιάς. Φορούσε μάσκα, είχε σώμα σαν την γειτονοπούλα μου και έτρωγε το ρό με τον ίδιο τρόπο. Μου ζήτησε να την χορέψω.
-Δεν ξέρω χορό της είπα ντροπαλά.
-Δεν πειράζει ούτε και εγώ ξέρω μου είπε θαρρετά, σήκω να χορέψουμε.

Βλέποντας την υπομονή της
-Είσαι η ………και της είπα το όνομα της γειτονοπούλας μου.
-Ναι μου είπε, πως το κατάλαβες;
-Α! από το ρο.
-Μπράβο μου είπε. Σήκω να χορέψουμε.

Εκείνη την ώρα δεν ήταν ούτε ένα ζευγάρι στην πίστα. Μόνοι μας!!! Πρέπει να χορεύαμε αστεία και όλο το Πάνθεον μας έκραζε. Γίνονταν της πουτάνας από την μουλαρία στην γαλαρία. – Τσα-κα-λος. Τσα-κα-λος . Τσά-κα-λος. ωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω!

Δεν τολμούσα να ακουμπήσω την κοπέλα, ούτε στα βυζιά, ούτε να της πιάσω τον κώλο, Κι αυτή χόρευε κι εγώ έσερνα τα βήματά μου. Κάπως έτσι τελείωσε η παράσταση.

Την άλλη μέρα συναντάω την γειτονοπούλα μου και της λέω
-Ωραία ξέρεις να χορεύεις ταγκό.
-Κι από πού το ξέρεις;
-Έλα τώρα χθες στο Πάνθεον….Τσολιάς……
-Μωρέ άει στο διάολο, άει να βρεις καμιά άλλη παλιοσαρτάκαλο μου είπε και έφυγε. Καψούρα εγώ μέχρι το Μάη μήνα.

Μόλις τελειώσαμε την τάξη μια μέρα πήγαινα στο μπάνιο με την βάρκα του Γιώργου του Φραντζή. Μέσα στην βάρκα ήταν η κόρη του δικηγόρου. Κάθονταν απέναντι και μου χαμογελούσε. Δεν είπα τίποτα . Σε μια στιγμή με κοιτάζει περίεργα και μου λέει:
-έμαθες ταγκό βγρε;

Από τον τρόπο που μου το είπε συμπέρανα ότι αυτή ήταν που μου έκανε την πλάκα στο Πάνθεον. Ο Τσολιάς!!!

Μόλις άραξε η βάρκα, πετάχτηκα έξω και έπεσα μια κεφαλιά με τα ρούχα στην Μεγάλη Σκάλα στο Κάστρο για να συνέρθω………………..

Λοιπόν την υπόσχεσή μου την τήρησα διηγήθηκα την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και πιστεύω ότι κανένας σας δεν θα κατεβάσει την μάσκα από τα πρόσωπα για τα οποία μιλάμε.