Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Του Νιόνιου του Κοτσώλου η Πορδή

Του Νιόνιου του Κοτσώλου η Πορδή

http://www.mylefkada.gr/http://www.mylefkada.gr/wp-content/uploads/2014/07/fritz-berger5.jpg

Ευθυμογράφημα του Ηλία Τσάκαλου.

Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Στην γειτονιά μου ζούσε ο μπάρμπα Αποστόλης ο Κοτσώλος. Ο μπάρμπα Αποστόλης ήταν ψαράς και το πριάρι του το άραζε μπροστά στου Κερατόκωλου το καφενείο. (κάπου εκεί που είναι η ξύλινη γέφυρα των ρομαντικών και των αναμνηστικών φωτογραφιών από την Λευκάδα) Τότε ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός. Οι ψαράδες ψάρευαν ακόμα και στον Μώλο , το κομμάτι δηλαδή της θάλασσας που εκτίνονταν από τις χέστρες των Φυλακών(Πνευματικό Κέντρο σήμερα!!!!!) μέχρι τον Παλιό Πόντε και από το δρόμο του δυτικού μώλου μέχρι την λιθιά του Μικρού Ιβαριού. Θυμάμαι να ψαρεύουν με καλαμωτά κεφάλια και με μανιωμένα δίχτυα λέτσες. Φυσικά προς την μεριά της Αλυκής, τον Πίσω Μώλο, ψαρευόνταν τα πάντα εκτός από το κομμάτι από του Αλεγραμμά το καφενείο μέχρι την σαμαδούρα που ήταν μπροστά από το Λιμεναρχείο γιατί εκεί κυκλοφορούσαν μεγάλα για την εποχή καΐκια ψαράδικα, εμπορικά και συγκοινωνίας και ήταν απαγορευμένο και επικίνδυνο.

Λίγο πιο μπροστά από το Λιμεναρχείο (Λιμεναρχείο τότε ήταν το ακίνητο Τζεβελέκη, απέναντι από την Β.Α γωνία του Ξενία) άρχιζε η σπιάτζα που αράζανε τα πριάρια της Περατιάς. ( αυτή έφτανε μέχρι σχεδόν το ερείπιο του σπιτιού του Στάμου) Στο Λιμενικό τότε υπηρετούσαν και έφεδροι ναύτες που η θητεία τους ήταν, αν δεν κάνω λάθος, πολύ μεγαλύτερη από την συνήθη θητεία των στρατευσίμων. Μάλλον πρέπει να πληρώνονταν οι ναύτες και με κάποιο μισθό, γιατί εκεί υπηρετούσες, αν είχες γερό μέσο και ήσουν της καταστάσεως ( Εθνικόφρων διαπιστωμένος, χωρίς σκιές, συγγενείς μέχρι και του δεκάτου βαθμού που να ήταν στο ΕΑΜ και ο σκύλος και οι γάτες σου να μην είχε γκόμενες και έκανε παρέες με σκύλες και γάτες κομμενιστών).

Λοιπόν κατά τον Οχτώβρη ανάμεσα στην Σαμαδούρα, το Ποντίκι και την σπιάντζα του Λιμεναρχείου ο τόπος ήταν αψάρευτος και «βάραγαν» πολλά κεφάλια, μαυριάκια και μισομαύρακα κύρια. Ήταν γεμάτος ο τόπος ψάρια, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει να βάλει ένα βόλο και να τα κλείσει για να πάρει γερό για την εποχή μεροκάματο.

Δεν ξέρω πως , ένα βράδυ σκοτεινό με βροχή, έσπασε με σφεντονιά η λάμπα από την κολώνα της Ηλεκτρικής που υπήρχε στον μώλο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να αντικατασταθεί και συνήθως περνούσαν αρκετές μέρες.

Την άλλη μέρα που έσπασε η λάμπα ο μπάρμπα Αποστόλης ο Κοτσώλος αποφάσισε να βάλει βώλο στο Λιμεναρχείο. Έδωσε κάτι δις στον λιμενοφύλακα που φύλαγε σκοπιά 2-4 και είπε του ανιψιού του του Νιόνιου να είναι ελεύτερος, «απόψε που έχει σκοτάδι -πίσα να πάμε για δουλειά να πάρουμε καλό μεροκάματο».

Ο Νιόνιος του απάντησε με ένα «ναι μπάρμπα». Συναντηθήκανε από νωρίτερα στου Κερατόκωλου και ο μπάρμπα Αποστόλης είπε του Νιόνιου να δέσει τα κουρέλια της θειάς του της Μαρίας της βλάχας στις απάλες των κουπιών πριν φύγουνε και ότι δεν θα πήγαιναν πολύ μακριά.

Όντως τα πάντα ήταν στην θέση τους. Τα κουπιά με πανιά στις «απάλες», δίχτυα καινόργια, τα πιο «άλτα» που είχε, και ξεκίνησαν από μπροστά στου Κερατόκωλου. «Άμπωνε» είπε ο Μπάρμπα Αποστόλης. «Ναι μπάρμπα» είπε ο Νιόνιος και ξεκίνησαν για να πάνε να ρίξουν τα δίχτυα. Πέρασαν τον Πόντε. «Δεξιά» είπε ο μπάρμπα Αποστόλης στον Νιόνιο. Έκανε δεξιά ο Νιόνιος αμπώνοντας με μεγαλύτερη δύναμη το αριστερό κουπί και κάνοντας ελαφρά «σια» το δεξιό. Πέρασαν κάτω από τον ξύλινο Πόντε. «Ευθεία» είπε ο Αποστόλης. Το πριάρι πήγαινε παράλληλα με την παραλία της Ντουγάνας πέρασε την Μαντσίνα , «Δεξιά» είπε ο Αποστόλης ίδια ο Νιόνιος. Σήκωσε το χέρι ο Αποστόλης και είπε του Νιόνιου να κάνει σιγά και να αμπώνει μαλακά ίσα που να φεύγει το πριάρι. Ο Αποστόλης μαλακά άφηνε τα δίχτυα να πέφτουν στην θάλασσα και να μην χτυπάνε τα βολύμια στο νερό. Ο Νιόνιος κατάλαβε πως βάνανε βώλο στο Λιμεναρχείο. Πραγματικά κλείσανε τα ψάρια και τα δίχτυα ήταν ασήκωτα.

Μόλις τελειώσανε , πλησίασε ο μπάρμπα Αποστόλης τον Νιόνιο και του είπε με φωνή ίσα που ακουγόντανε πως «έχει καλό μεροκάματο και να αμπώνει σιγά να μην ξυπνήσουν τους λιμενοφύλακες». Ο Νιόνιος ρώτησε τον μπάρμπα Αποστόλη
-τι μεροκάματο μπάρμπα.

Ο μπάρμπα Αποστόλης είπε του Νιόνιου «μεροκάματο» που θα πει εκείνα τα χρόνια ένα πενηντάρι. Μεγάλο ποσό για δυό ώρες δουλειά. Το μερδικό του μπάρμπα Αποστόλη βέβαια θα ήταν πολλαπλάσιο.

Άρχισε να αμπώνει ο Νιόνιος και ο μπάρμπα Αποστόλης σήκωνε τα γεμάτα ψάρια δίχτυα. Μιλάμε για ασήκωτα δίχτυα.
Κι ενώ όλα πήγαιναν μια χαρά, κοντά να φτάσουν στο τέλος και να σηκώσουν και το τελευταίο κομμάτι ανεβαίνει ο Νιόνιος στην αλασά και αμολάει μια πορδή κατά το Λιμεναρχείο. Κανονιά. Σείστηκε ο τόπος.

Άρχισε να σφυρίζει ο λιμενοφύλακας, να ανάβουν τα φώτα από τον θάλαμο των οπλιτών, να βγαίνουν έξω με τις σκελέες, ξυπόλυτοι, με τα ένφιλ στα χέρια, οι υπαξιωματικοί να προσπαθούν να βάλουν τάξη σφυρίζοντας και ο Λιμενάρχης να λείπει σε δεξίωση.
Ο μπάρμπα Αποστόλης , έβγαλε την «γέκια» απ΄το τιμόνι κι άρχισε να κυνηγάει στο πριάρι τον Νιόνιο.
– Γιατί το έκανες αυτό μωρέ. Γιατί το έκανες αυτό μωρέ άτ΄με, έλεγε και ξανάλεγε.
Ο Νιόνιος σκασμένος στα γέλια απαντούσε
-Δεν μπόρ΄γα μπάρμπα, δεν μπόρ΄γα μπάρμπα , μού ΄ρτε να κλάσω.

ΥΓ1.Τους είχα χρόνια γείτονες. Απλοί άνθρωποι, άδολοι, καλοσυνάτοι. Ο Νιόνιος δεν είχε κάνει και λίγες πλάκες στην ζωή του. Μια απ΄ αυτές διηγούμαι. Ας είναι αναπαμένοι από τα βάσανα της ζωής τους.
ΥΓ2.Το περιστατικό μου το είχαν διηγηθεί και οι δύο. Βέβαια υπήρχαν μικροδιαφορές γιατί ο καθένας χρωμάτιζε τα συμβάντα με τον δικό του τρόπο, το δικό του συμφέρον και την δική του ευαισθησία. Στην δική μου διήγηση κρατάω την ουσία και το αλατοπίπερο των δύο εκδοχών φυσικά.