Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Η αυτοκτονία του Λούλη

Η αυτοκτονία του Λούλη

ai-giannis-xiros

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Το αφιερώνω στον φίλο μου τον Αριστείδη τον Καπέλο

Η φλυτζανού, η καυγατζού, η κουτσομπόλα της γειτονιάς των χαμηλών σπιτιών του Μώλου, πούχε ένα στόμα βόθρο, βγήκε στο σοκάκι σκουπίζοντας τα χέρια της με την ποδιά και φώναζε για ν΄ ακουστεί μέχρι την Άγια Παρασκευή

-Τα μάθατε μαρές; Τα μάθατε; Ο Λούλης, ο γυιός της κυρά Αποτέτοιας, πάει να δέσει πέτρα στο λαιμό του να πνιγεί. Στον Άη-Γιάννη μαρές. Τον είδαν οι σκουπιδιαρέοι του κάρου της καθαριότητας σήμερα τ΄ αμπονώρα στο Τ΄μπανοχώρι. Τρέξτε μαρές , τρέξτε να τον σώστε μαρές, είναι κρίμας να πνιγεί για έναν έρωντα νέο παιδί.

Όλη η πόλη ήταν αναστατωμένη από τις φωνές και ο κόσμος έτρεχε να μάθει τι είχε συμβεί στον Λούλη και πήγε στον Άη-Γιάννη να πνιγεί.
-Μπα. Μπα ξωθιό του ο μαύρος, μα κειό δεν είχε τίποτα μαρέ. Μια χαρά τον απόλαψα εψές .
-Μια χαρά τον απόλαψες, αλλά δεν τον είδες αγκαλιά με κείνη τη τσαπερδόνα, τη κουνιστή που πηγαίνανε κεφάλι-κεφάλι και μάτσα μούτσα, και αγάπες και μάτσα μούτσα μαρέ. Τ’ς είδα στη ψυχή τ΄ς μανούλας μου μαρέ.
-Μην ακούς μαρέ αυτά είναι αβανιές τ΄ς μαύρης τ΄ς κοπελός.

Πολλά τέτοια ειπώθηκαν για να εξηγηθεί το φαινόμενο της εξαφάνισης του Λούλη από θαμπά το πρωΐ. Όλη η πόλη κατέληξε ότι ο Λούλης πάει να πνιγεί, γιατί τάχα οι γονέοι του δεν συμφωνούσαν με την κάψα του έρωτά του.

******

Μάης. Ο μήνας των ερώτων και των γαϊδάρων. Τα λουλούδια στόλιζαν τον κάμπο. Οι μαργαρίτες περίμεναν υπομονετικά να παίξουν το «μ΄ αγαπάς, δεν μ΄ αγαπάς» με τα ερωτευμένα παιδαρέλια. Τα πουλιά κελαηδούσαν στα κλαδιά των αμυγδαλιών. Οι ατσάραντοι β΄ζομανάγανε στα κυπαρίσσια.

Τα χελιδόνια ξεκουράζονταν στα σύρματα του τηλεγράφου απ΄ το κυνήγι των κωνώπων. Οι μπάλιοι ετοιμάζονταν να βγάλουν βόλτα στον κόσμο τα τσιμπαμπούδια της πρώτης φωλιάς. Η Κυρά Φανερωμένη βαθειά πονεμένη απ΄ την υποκριτική πίστη και την αχαριστία των ανθρώπων κοιτούσε από ψηλά τον απέραντο κόσμο και περίμενε δεσποτάδες, παπάδες, ψαλτάδες και κεριά, φιλιά και όβολα στην γιορτή Της. Ο ουρανός χαρούμενος και χαμογελαστός στο βαθύ γαλάζο πέπλο του ντυμένος. Η θάλασσα να λιάζεται ξάπλα ανάμεσα στην Λευκάδα και τις ακτές της Ηπείρου και να περιμένει σαν λάγνα σουλτάνα τους κολυμβητές του καλοκαιριού να δροσιστούν. Τα σοκάκια γεμάτα γκομενάκηδες κανταδόρους να τραγουδάνε φάλτσα την ανθισμένη αμυγδαλιά και άλλα του αχ και βαχ τραγούδια, όπως φέρ΄ ειπείν «λέει η αγράμπελη…». Οι μαθητές έκαναν τα σκασιαρχεία τους για κανένα παράνομο τσιγαράκι στούκας στα μονοπάτια του ελαιώνα. Τα κορίτσια τα έτρωγε ο κώλος τους και θέλανε έρωτες, όπως τους είχαν διαβάσει στο Θησαυρό και στο Ρομάντζο. Τα αρσενικά κοιτάζανε άβολα, σαν χαζά, τα κοριτσάκια, τα έχαναν και δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη και να πουν απλά ένα «σ΄ αγαπώ», να πιαστούν χεράκι –χεράκι και να τους δώσουν ένα πεταχτό φιλάκι στο μάγουλο, γιατί τους είπαν ότι με το φιλί στο στόμα μπορεί να μείνει έγκυος η γυναίκα και μπορεί να γίνουν και φονικά αποκοντά.

Ήταν είπαμε ο μήνας των ερώτων και των γαϊδάρων που πιθανόν να ήταν τα μόνα πλάσματα του Θεού που γνώριζαν καλά ποιο ήταν το καθήκον τους αυτόν τον μήνα και το απολάμβαναν δεόντως.

******

Ο Λούλης φουσκωμένος σαν γάλος από έρωτα, καργαρισμένος γερά σαν ασκί με την σάγουλα του ανεκπλήρωτου πάθους που οι νέοι ονομάζουν πρώτο μεγάλο έρωτα. Δεν ήταν και μεγάλος ο Λούλης. Γύρω στα είκοσι πέντε . Ομορφούλης, καλούλης, γκομενάκιας, κορδομενάκιας, τροβαδούρος και ερωτευμένος από το καταχείμωνο με ένα πεταχτούλι από τα πίσω χωριά «που είχε στα μάτια της φωτιά , στο στόμα της το μέλι και στην γλυκιά της αγκαλιά φωλιάζαν οι αγγέλοι» όπως του έλεγε κοροϊδευτικά ο μέγας καπελωμένος ξενύχτης της εποχής που ήταν συνάμα και ονειροπόλος στιχοπλόκος.

Ο Έρωτας καλός και καλώς να΄ρτει , αλλά ο έρωτας θέλει και δεκαρούλες. Χωρίς δουλειά και δεκαρούλες ο έρωτας είναι ένα πριτς που χαλάει τον νου, μένει στο μάτι, στο να σου πω και να μου πεις κι αν φτάσει μέχρι το χούφτωμα απόξου στα βυζιά και λίγο πωπό (κι αυτό απόξου)σε κάποιο κλεφτό, ένοχο ραντεβού στους ήσκιους των στενών δρομίσκων , θα ήταν μεγάλη δουλειά.

Ο έρωτας, όπως και να τον κάνεις, είναι δεκαρολόγος και για να μολέψεις και να είναι το καντήλι του αναμμένο, θέλει λεφτά. Αλλιώτικα είναι φτερωτός, σου φεύγει και πάει αλλού που υπάρχουν δεκάρες να κάμει την δουλειά του. Ο Λούλης πού λεφτά. Δεν είχε δουλειά, δεν είχε πάρεργο, ζούσε από το μικρό χαρτζιλίκι του πατέρα του που πούλαγε λιανοπούλι σαρδέλες παστές και ρέγκο στον δρόμο των εμπορικών της μικρής μας πόλης. Αυτό το χαρτζιλικάκι δεν έφτανε ούτε για ένα μισοπάκετο πέντε νούμερο Παπαστράτος για να φουμάρει τουλάχιστον τον πόνο του. Ήταν όμως ερωτευμένος φουλ και, σαν να μην έφτανε αυτό, ήθελε και να μην του την φάει άλλος και την χάσει και για να μην την χάσει μια λύση υπήρχε, ο αρραβώνας. Τα είπε στην μάνα του, μια κι αυτή πάντα έκανε η ρουφιάνα των παιδιών της στον αφέντη –πατέρα. Της είπε πως είναι ζουρλός για την κοπέλα των ονείρων του και θέλει να την παντρευτεί, κι αν ο πατέρας δεν τον αφήκει , θα πάει να πνιγεί να ησυχάσει.

Ένα μεσημέρι που είχανε φασόλια και λίγο γαύρο τηγανητό του τα είπε χαρτί και καλαμάρι του αφεντός.
-Ακ΄ μαρέ, ο γυιός σου θέλει εκειό το τσουρδέλι απ΄ τα πίσω χωριά π΄ κάθεται στο άλλο σοκάκι και διαβαίνει εδώθενε σεινάμενο και κουνάμενο και κοιτάει.

Ο άντρας της την κοίταξε άγρια, κούνησε το κεφάλι του και της είπε
-Γυναίκα σύμμασε τον γυιό σ΄, γιατί θα γίνει εκειό π΄ δε ματάδες. -Τι να σ΄μμάσω . Εγώ να τον σ΄μμάσω. Αυτή ΄ναι δ΄λειά δ΄κή σου. Εσύ ΄σαι ο αφέντης εδώ μέσα.
-Θα σ΄ δώκω νια να μάθεις που μ΄ τον έχεις ντόρκο και τον καμαρών΄ς κι αγπάνου το γκομενάκια.

Εκεί τελείωσαν οι κουβέντες. Μείνανε νηστικοί και οι δύο. Ο νοικοκύρης άναψε τσιγάρο και της γύρισε τον κώλο του. Η νοικοκυρά μάζεψε τα πιάτα, έριξε το φαΐ στις γάτες, άκουσε το κοροϊδευτικό νιάου του γάτου τρώγοντας γαύρο τηγανιτό και έφυγε και πήγε στην αδερφή της να της πει τα καθέκαστα για την διαγωγή του αντρός που της έλαχε η μαύρη της μοίρα .

******

Την άλλη αυγή πάει ο Λούλης. Πήρε λέει μια πέτρα θαμπά και τράβηξε στον Άη Γιάννη να πνιγεί. Πήγε λέει η τσαπερδόνα και τα είπε χαρτί και καλαμάρι « διάβηκε απ΄το σπίτ΄ μου ο Λούλης με φίλησε και μούπε : Πάω να πνιγώ κι αν δεν με πιστεύεις να η πέτρα.» Και της έδειξε μια πέτρα θερία που είχε πίσω στην σκάρα απ΄ το ποδήλατο τ΄ πατέρα τ΄.

Βγήκε στους δρόμους και ήβρε όλους τους φίλους του και τους ανακοίνωσε δακρυρροούσα
-Πάμε μαρές να τον προλάβ΄με . Πάμε κι ο Λούλης έκαμε κατά τον Άη-Γιάννη.

Ξαμολήθηκαν οι πάντες και πήραν παγανιά μαζύ με την τσαπερδόνα απ΄ τον Άη Γιάννη, Τελέγραφο, Μύλους, Τσούντα, Γύρα, Καλκάνη, Εργοστάσιο, Δημητρούλας, Μικρό Φαναράκι. Αμμόγλωσα. Περίπτωση να πνίγηκε στο Ιβάρι αποκλείστηκε γιατί πάντα συχαινόντανε ο Λούλης τα φτενά νερά και τις λάσπες του Ιβαριού.-να σκεφτείς δεν ψάρευε με σκουλίκι γι΄αυτό- Φάγανε όλο τον τόπο να βρούνε τον Λούλη. Π΄θενά Λούλης. Πάει ο Λούλης Πνίγηκε. Στενοχώρια οι φίλοι του. Πάει ο Λούλης και τώρα ποιος θα παίρνει φάλτσα το «απόψε την κιθάρα μου την στόλισα κορδέλες» στις σερενάτες. Ο Λούλης. Μωρέ ο Λούλης απόφαση πο΄ λαβε να πνιγεί! Και να μην τον βρίσκουνε κάνε να του κάμουν μια κηδεία λαμπρή με τον Δεσπότη και όλους τους παπάδες της Χώρας και στο ψαλτήρι η χορωδία και η μαντολινάτα του Ορφέα . Ρωτήσανε μάλιστα και στο Πέραμα για να μάθουν μήπως πέρασε κατά το Κάστρο μεριά και οι περαματατζήδες απάντησαν με ένα «τσου δεν τον είδαμε. Αν ήτανε θα τον βλέπαμε, δεν είναι δα καρφίτσα, κοτζάμ΄ γάϊδαρος είναι»,

Ρχονόντανε και δεν ρχονόντανε στον δρόμο του Κάστου. Κλάμα να δεις ο ξάδερφος του Λούλη ο μικρός και να ρουφάει την μύτη του και να λέει το δρόμο –δρόμο « Μπράβο ξάδερφε, μπράβο κουράγιο. Και τι την ήθελες την πέτρα , αφού δεν ήξερες να πλες , μόνο κούναγες τα χέρια σου σα βάτραχος. Α ξάδερφε αυτό δεν θα το πάω κάτου. Αν είχες μάθει μπάνιο δεν θα πνιγόσουνα» Και δος του κλάμα όλοι και να το κλάμα, κορόμηλο.

Ότι φτάσανε στον Πόντε ο ξάδερφος γυρίζει και λέει.
-Για στακάτε. Τι να πω της θειάς μου; Πώς να της το πω; Αχ Λούλη τι μόκαμες.

Και κομπί το δάκρυ.

-Πάμε όλοι στην κυρά αποτέτοια να της πούμε τα καθέκαστα είπε αποφασιστικά ό Μυταράς της παρέας.
-Πάμε είπανε παιδιά δεν κάνει , είπε η παρέα και κίνησε για το σπίτι του Λούλη.

Με τα πολλά φτάσανε στο πορτόνι της αυλής του σπιτιού του Λούλη. Ο ανηψιός ανέλαβε να φωνάξει την θειά του.
-Θείτσα .Θείτσα έλα να μας ανοίξεις. Έλα και θα πέσω κατ΄.

Βγήκε στην πόρτα του υπερυψωμένου πέτρινου σπιτιού η Αποτέτοια, με τα χέρια γιομάτα ζ΄μάρια μια κι άπλωνε φύλλο να φκιάσει μια λαχανόπιτα του Αφέντη.

-Τι χαλεύεις μωρέ ζουρλό τέτοια ώρα εδώ; Δεν πήγες σκολειό σου, Θα βγώ όξου να σου κάμω τον κώλο μαύρο για να μάθεις σκατόπαιδο. Τι θέλεις; λέγε.

Βλέποντας όμως τόσο κόσμο έξω από το σπίτι της τα΄ χασε , μαζεύτηκε και ρώτησε τον Μυταρά.
-Τι γίνηκε μαρέ; Μη μπας και έπαθε συμφόρεση ο ν΄κοκύρης μου, μην έπαθε κανένα εγκεφαλικό; Τι χαλεύτε εδώ τέτοια ώρα.
-Μην ανησυχείς . κανένας δεν έπαθε τίποτα , αλλά χάθηκε ο Λούλης.
– και που χάθ΄κε μαρέ; Βελόνι είναι να χαθεί;
– Πήγε στον Άη Γιάννη.
-Μη μ΄ το λες; Ο Λούλης. Να γελάσω. Θα πήγε φαντάζομαι με κείνη την τσουρδέλω να κάν΄νε μπάνιο.

Ο Μυταράς βλέποντας ότι η κυρά Αποτέτοια δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον Λούλη της είπε
-Πήγε να πνιγεί!!!

Τον κοίταξε και έβαλε τα γέλια
-Ο Λούλης. Πήγε να πνιγεί!! Μη μ΄ το λες. Ο Λούλης, π΄ σκιάζεται να πλύνει να χέρια του, να μπει στο νερό. Άκ΄ ο Λούλης στο νερό.
-Μπήκε και παραμπήκε. Δεν τον βρήκαμε π΄θενά.
-Και ποιος σας είπε μαρέ ότι πήγε ο Λούλης να πνιγεί;
– Να . Μας το είπε η ….., είπε και κοντοστάθηκε ο ξάδερφος.
-Κατάλαβα σας τούπε εκείνη η κούρβα, είπε , χαμογέλασε και γύρισε να μπει στην πόρτα της . Ξαφνικά γύρισε πίσω και είπε στον μικροκαμωμένο της παρέας που τον γνώριζε από νιάνιαρο και ήξερε πως είναι πονηρεμένος
-Καλά μαρέ αυτοίνοι είναι χαλβάδες, αλλά εσύ μαρέ δεν κατάλαβες τι γίνηκε;

Ο μικρούλης σήκωσε τους ώμους
– Με κοιτάς μαρέ. Τι με κοιτάς; Τον έχει μέσα στο σπίτι της και σας έβαλε να τρέχατε όλη μέρα άηρο και Κάϊρο. Τον έχει μπαρμπλωμένο μαρέ στο κρεβάτι τς δε με γελάει εμένα ένα τσουρδέλι, είπε και πήγε να συνεχίσει την πίτα της.

ΥΓ. Μ΄ αυτό (Δεν είναι πραγματικό περιστατικό, αλλά τότε μπορούσε να είχε συμβεί) θυμήθηκα με τον Ξηρό……… Τον έχουνε μέσα κι αυτόν μπαρμπουλωμένο στο κρεβάτι του και τον φυλάνε………….