Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Το Λευκαδίτικο Μαχαίρι

Το Λευκαδίτικο Μαχαίρι

maxairi1

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

« Ανθίσανε οι μυγδαλιές, ανθίσανε κι οι κρίνοι
Και μια κοπέλα του χωριού δεν θέλει να μου κρίνει
Αχ βαχ τύχη »
Δίστιχο σε μαχαίρι του Πάνου του Κατωπόδη από τον Πόρο με έτος κατασκευής 1907

Ξαφνικά , εκεί που δεν το περίμενε κανείς εμφανίστηκε ένας άγνωστος νεαρός φερμένος απ΄ την Πελοπόννησο στην έκθεση του Λευκαδίτικου Μαχαιριού. Ζήτησε τους μαστόρους που κατασκεύασαν τα μαχαίρια των προθηκών για να τους δείξει ένα μαχαίρι που είχε στα χέρια του.
Έβαλε το μαχαίρι πάνω στις προθήκες . Όλοι έμειναν με τον στόμα ανοιχτό καθώς διάβασαν : ΠΚ(Πάνος Κατωπόδης) 1907 και το δίστιχο :

»Ανθησανε η αμηγδαλιες Ανθ
ησανε κε η κρινη κε μια κο
πελα του χοριου διν θελη ναμ
ου κρινη αχβαχ τηχη»

Ρώτησαν που βρήκε το μαχαίρι και τους διηγήθηκε ότι έφτασε στα χέρια του ακολουθώντας αυτήν την πορεία:

Σαν συλλέκτης μαχαιριών ενδιαφέρονταν να αγοράσει μαχαίρια αντιπροσωπευτικά από όλο τον κόσμο. Γνώριζε πως το Λευκαδίτικο μαχαίρι ήταν ένα από τρία σπουδαιότερα στην Ελλάδα. Έτσι όπως με πληροφόρησε ο ίδιος ο κ. Νικολόπουλος Βασίλης : «το μαχαίρι το αγόρασα μέσω διαδικτυακής δημοπρασίας σε γνωστό site δημοπρασιών. Η πωλητής ήταν κάποιος Κινέζος με το όνομα XIN WANG κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Το μαχαίρι μου ήρθε ταχυδρομικώς από εκεί και συνοδευόταν από ένα γράμμα το οποίο και σας έδωσα σε φωτοτυπία το οποίο εικάζω ότι απευθυνόταν στον αρχικό κάτοχο του μαχαιριού αυτού κάποιον Allan και είχε συνταχθεί τον Αύγουστο του 1929 ( γράφει στην αρχή πριν την προσφώνηση My dear Allan »Aug 29» Δηλαδή August 1929»

Να του μαχαιριού η όψη με το δίστιχο

 

maxairi1

 

Να και η άλλη όψη με τα κεντίδια και το μονόγραμμα του μαστόρου-κατασκευαστή

maxairi2

Ήταν φανερό ότι το μαχαίρι αυτό το είχε φκιάξει ο Πάνος ο Κατωπόδης από τον Πόρο (προφανώς παππούς του γνωστού Πάνου Κατωπόδη μια και ο γνωστός μαχαιροποιός Πάνος Κατωπόδης το 1907 πρέπει να ήταν σε μικρή ηλικία)

Τόσο απλή ήταν η συνάντηση και των νέων μαχαιροποιών Λευκαδίτικων μαχαιριών και εμένα με τον Κύριο Νικολόπουλο , έναν ευγενέστατο άνθρωπο που δεν ήταν κρυψίνους, πράγμα συνηθισμένο σε συλλέκτες, αντίθετα ήταν ανοιχτός και διαθέσιμος να μας πει ότι γνώριζε σχετικά .

Οι μαχαιροποιοί καλά, αλλά εγώ πώς βρέθηκα εκεί , πως φύτρωσα πάλι εκεί που δεν με έσπειραν ούτε που κατάλαβα. Η περιέργειά μου φαίνεται πάλι με έσπρωξε να μάθω ότι μπορούσα από αυτόν τον κόσμο και αυτήν την γνώση την χρειαζόμουνα για άλλους προσωπικούς μου λόγους που τουλάχιστον αυτήν την στιγμή δεν μπορώ να σας πω.
Πάντως άρχισε μέσα μου το σκουλήκι να ψάχνει ιστορίες που άκουσα , που μου είπαν, που είδα προσωπικά.

Μέχρι που θυμήθηκα παιδάκι στο Φαρμακείο του Χαρίλαου Καββαδά στην πλατεία να αφήνουν στο δάπεδο σε μια βελέτζα έναν μαχαιρωμένο και πίσω του ακολουθούσαν ένα σωρό γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά. Μέχρι που θυμάμαι την φαλτσέτα του ηλίθιου που κάρφωσε έναν ανθρωπάκο στο χωριό για ψήλου πήδημα.

Μέχρι που θυμάμαι τα φονικά που μου περιέγραφε η βαβά μου κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ.
Μέχρι που ψάχνοντας μια ιστορία έμαθα πως ένας από τους δήθεν άρχοντες της Πόλης μας με λιοστάσα και περιβόλια παράγγειλε τον φόνο με μαχαίρι υποτακτικού «να του πετάξεις τα άντερα όξω του κερατά , είπε» γιατί του σταύρωνε την γυναίκα , ενώ γνώριζε καλά πως και τα τρία παιδία του ήταν σπορά του υποτακτικού μια κι αυτός ήταν άσπορος (!!!!)

Μέχρι που θυμάμαι που λέγανε πως οι Λευκαδίτες σε κοιτάζουν στα μάτια και βαράνε στα ίσια και οι Ξερομερίτες πισώπλατα, «πούστικα», στο καρτέρι. Κι όλα αυτά μ΄ ένα μαχαίρι σαν κι αυτό της φωτογραφίας, σωστό ξιφίδιο.

Μέχρι που θυμάμαι τον κοντό, σβέλτο, δυνατό με φάτσα ρουφηγμένη, αυτιά ολοστρόγγυλα και χέρια κοντά που κατέληγαν σε παλάμη πλατιά και δάχτυλα ολοστρόγγυλα και κοντά –κατάλληλα να χουφτώνει μαχαίρι. Αυτός που έριξε με μια μαχαιριά κάτω άντρα δύο μέτρα για μια διαφορά για τα νερά που έπαιρνε ο αντηγός του σπιτιού του.

Μέχρι που θυμήθηκα τους τέσσερες θαυμάσιους αρχικούς στίχους από ποίημα του Σπύρου Φίλιππα- Πανάγου που αναφέρεται σε κάποιο τέτοιο περιστατικό μαχαιρώματος στην Αμερική.
« Βαρύ να ξέρεις μόνος σου πως ζεις
Το βάρος μιας ζωής να σέρνεις μόνος
Χωρίς ιστούς αγάπης και στοργής
Γι αλλού για σε μα μην υπάρχει δρόμος»

Αλλά ας ξανάρθουμε στο μαχαίρι και το σκουλίκι.

Μου μπήκε ο διάολος μέσα μου να μάθω ποιοι δρόμοι μπορεί να οδήγησαν το μαχαίρι στην Αμερική. Είναι ολοφάνερο ότι αυτός που παράγγειλε το μαχαίρι πρέπει να αγαπούσε κρυφά κάποια απ΄ τις κοπέλες του χωριού του από «αρχοντόσογο» χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται. Πιθανολογώ ότι ο ερωτευμένος θα προέρχονταν από κατήβο , πεταμένο σόϊ και η γυναίκα που πεθυμούσε θα ήταν από γενιά σπουδαία που εκείνα τα χρόνια είχε ψωμί να φάει και δεν δούλευε στο ξένο.

Έτσι ολόστραβος απ΄ τον έρωτα αποφάσισε να φύγει κυνηγημένος στην Αμερική στην μεγάλη μετανάστευση την εποχή των σιδηροδρόμων. Μπορεί και να ήταν ναυτικός, αν κατάγονταν από το Κατωχώρι ή το Μεγανήσι και έφυγε με μπάρκο για να γλυτώσει από απειλές, βρισές, προκλήσεις και βεντέτες που ήταν συνηθισμένες εκείνα τα χρόνια ( Δυστυχώς τα στοιχεία αυτά είναι κλειστά στο Αρχείο γιατί φαίνεται πως κάποιους δεν συμφέρει να τα δούμε)

Πήγαινε σε χώρα άγνωστη, σε χώρα του μύθου, τι θα απαντούσε δεν γνώριζε. Το μαχαίρι ήταν το όπλο με το οποίο ήταν γεννημένος και υπήρχε πάππου-προππάπου στο προσκέφαλο του. Του χρειάζονταν για την επιβίωσή του. Το πήρε μαζύ του και για θυμάται την γυναίκα που αγάπησε και για να τον προστατεύει στον άγνωστο κόσμο του Αμερικάνικου ονείρου.

Κι όμως το μαχαίρι βρέθηκε στα χέρια ενός Εγγλέζου Allan και ο οποίος προφανώς ζήτησε από κάποιον Έλληνα που γνώριζε καλά Ελληνικά ( το πώς γνώριζε καλά ελληνικά προκύπτει από το διάβασμα που έκανε στο δίστιχο που ήταν ορθογραφημένο και ελαφρώς παραποιημένο. Γράφει : « ανθίσανε αμυγδαλιές ανθίσανε κ΄οι κρίνοι και μια κοπέλλα του χωριού , δεν θέλει να μ΄εγκρίνη( θαυμαστικό για το ήτα!!!!!) αχ βαχ τύχη». Όσο το βλέπω υποψιάζομαι ότι αυτός που το μετέφρασε μάλλον ήταν Κυπριακής καταγωγής γιατί ο επιστολόχαρτο προέρχεται από ινστιτούτο αποικιών(!!!) ) να του μεταφράσει το δίστιχο και να τι απάντησε.

image005

image007

Είπαμε πως φύτρωσα εκεί που δεν με σπείρανε κι απλώθηκα, δεν ξέρω πλέον πώς να κλείσω αυτό το σημείωμα- χρονογράφημα. Αλλά σαν «πολύτροπος» με DNA απ΄ το χωριό της μάνας μου (Εξάνθεια) λέω να ευχαριστήσω γι αυτά που έμαθα τους :
• Βασίλη Νικολόπουλο , συλλέκτη και ιδιοκτήτη του μαχαιριού.
• Αριστοτέλη Βλάχο ή Ζ΄λούμ΄ μάστορα μαχαιροποιό και δάσκαλο
• Διονύσιο Λάζαρη ή Γκαραμάνη ,μάστορα μαχαιροποιό
• Σπυραντώνη Ρομποτή ή Μασούρα ,μάστορα μαχαιροποιό
• Φίλιππο Πολίτη ή Μαντέλη ,μάστορα μαχαιροποιό
• Στάθη Χαλικιόπουλο ή Μπατατούκο ,μάστορα μαχαιροποιό και
• Ανδρέα Στραγαλινό ή Φακίρη ( φίλο συνάδελφο δικηγόρο και φανατικό θιασώτη και υπηρέτη των παραδοσιακών Λευκαδίτικων τεχνών και προϊόντων που απουσίαζε εκ λόγων ανώτερης βίας, αλλά τον θεώρησα παρόντα)

ΥΓ. Παρακαλώ ιδιαίτερα τους φίλους, συμμαθητές και αναγνώστες μου κύρια που ζουν στις αγγλόφωνες περιοχές της γης , αν μπορέσουν να μεταφράσουν το γράμμα και να δημοσιεύσουν την μετάφραση σαν σχόλιο στην στήλη μπρος-πίσω στον χρόνο και τους ανθρώπους.