Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Ο Ναύαρχος της γειτονιάς του Νίκου του Καββαδά

Ο Ναύαρχος της γειτονιάς του Νίκου του Καββαδά

agima-thomas

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Ντρίιιιν. Το τηλέφωνο.
-Ποιος;
-Εγώ.
-Λέγε.
-Θέλω μια χάρη.
-Λέγε και γράφω προτάσεις για μια υπόθεση δυσκολούτσικη και σκέφτομαι κι από πάνω μην πέσω στον απίθανο γυαλάκια.
-Θέλω μια χάρη.
-Δεν κάνω.
-Παραγγελίες δέχεσαι;
-Δεν δέχομαι και το ξέρεις.
-χάρες κάνεις;
-Λέγε λοιπόν να τελειώνουμε.
-Μου γράφεις κάτι για τον Ναύαρχο με τον τρόπο που ξέρεις εσύ;
-Τι να σου γράψω ; Προχτές έγραψα κάτι σχετικό για τον φίλο μου τον Τσορονικέα. Θα νομίσει κι ο κόσμος ότι το ρίξαμε στους επιτάφιους, άσε που θα παρεξηγηθούμε και θα με περάσουν για διακονιάρη συλλυπητηρίων, όταν πεθάνω ή για Επιταφιολόγο που ψάχνει κάσες επικήδειων.
-Θα μου γράψεις, σε παρακαλώ, για τον Θωμά, θέλω να μου γράψεις για τον ναύαρχο της γειτονιάς μου που χαιρετούσε και τον τελευταίο άνθρωπο που έβρισκε στον δρόμο και συνομιλούσε μαζύ του καρδιά με καρδιά. Δεν θα μου χαλάσεις χατίρι. Εξ άλλου αυτά που γράφεις εσύ δεν είναι επικήδειοι, αλλά σπουδές πάνω στην ζωή των ανθρώπων.

Το σκέφτηκα λίγο, μέτρησα και την γνωριμία μου μαζύ με τον τιμώμενο, μέτρησα και την ουσιαστική βάση των ψόγων μου που αναφέρονται κατά καιρούς στους άφρονες άρχοντες που δεν έχουν συναίσθηση της προσωρινότητας της τηβέννου που περιβάλλονται και της έλλειψης εσωτερικής ισορροπίας που καθοδηγεί τον βίο τους ως δημόσιους άρχοντες και προσωρινούς διαχειριστές ελάχιστου τμήματος εγκόσμιας εξουσίας και αποφάσισα να μην χαλάσω χατίρι του Νίκου.

-Εντάξει βρε Νίκο του είπα αρκεί να μου βγει και αρκεί να είμαι απόλυτα ελεύθερος να γράψω ότι μου καπνίσει. Σύμφωνοι;
-Σύμφωνοι!

**

Πέρασαν λίγες μέρες, χωρίς να βάλω μολυβιά. Η υπόσχεση σκιά που με κυνηγούσε. Ήταν μια υπόσχεση στον εαυτό μου κύρια και στην ευκαιρία που είχα επαινώντας , που το άξιζε, τον Θωμά να σπουδάσουν ένα σωρό άνθρωποι την πραγματική διάσταση, το ρόλο και το νόημα της ύπαρξής τους επί της γης που την αναλώνουν τσάμπα και την θυσιάζουν, χωρίς κανένα αντίτιμο, στο βωμό μιας μίζερης ζωής της μικρής επαρχιακής πόλης μας που φαντάζει σουλτάνα δυό- τρεις μήνες τον χρόνο.

***

Απ΄ το μισό της δεκαετίας του πενήντα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα. Αυτός ο μικρός τόπος μόλις είχε βγει από έναν εμφύλιο με κεφάλια κρεμασμένα – φόβητρο του φόβου των ομοϊδεατών των θυμάτων, φόβητρο των ομοϊδεατών των θητών. ( αυτοί κι αν φοβήθηκαν μπροστά στην θηριωδία τους!!!!!) – στο Πεντοφάναρο και με την πόλη ερείπιο μετά από ένα συγκλονιστικό σεισμό. Ο καθένας μάζευε τα κομμάτια της φτώχιας του και της ιδεολογίας του και τα έκρυβε επιμελώς κάτω μια δήθεν μικρή, κατά συνθήκη, κουτσομπόλικη, μίζερη κοινωνική ζωή που ήταν υποχρεωμένος να ζήσει μέσα στα ερείπια, στις σκηνές και τα πιλόκτιστα, χωρίς δουλειά, χωρίς κανένα υλικό μέσο, χωρίς καμιά κοντινή ελπίδα, μέσα στο πέλαγος φιλανθρωπίας αγνώστου για μας προελεύσεως – κάτι λέγανε για βοήθεια που εμείς δεν πολυκαταλαβαίναμε- των μολυβιών, των τετραδίων, ενός κύπελου γάλακτος , μιας φέτας κίτρινου τυριού, μιας απαντοχής υγείας με τα εμβόλια, τις βατσίνες και τα μουρουνέλαια.

Παιδιά εμείς στον αθώο κόσμο μας παίζαμε ποδόσφαιρο με πανιά, πετροπόλεμο, τον χάρακα, τον μπόμπολα, την μακριά γαϊδούρα, το ξυλάκι και τα πεντόβολα , τρώγαμε μια φέτα ψωμί με νερό και ζάχαρη και είμαστε ανυποψίαστοι ότι κάποιοι , κάπου αλλού ζούσαν ζωή και κότα και εμείς ξεπλέναμε τις αμαρτίες των ανεπτυγμένων και πολιτισμένων λαών της γης που τις δείχνανε απλόχερα μέσα από τις δήθεν φιλανθρωπίες υποταγής μας.

Εμείς εκεί στην ζωή και στην γνώση , ενάντια στον αναλφαβητισμό με καταναγκασμό. Με ένα κοντύλι και μια πλάκα προσπαθούσαμε ανάμεσα στις σφαλιάρες και το ξύλο των δασκάλων μας στην πρώτη ευκαιρία να μάθουμε λίγη αριθμητική και λίγη ορθογραφία και από τον Εθνικό Ύμνο την αποστροφή «… άργειε νάρθει εκείνη η μέρα πούταν όλα σιωπηλά γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά ..».

Εκεί σε εκείνα τα χρόνια που μάθαμε να τρώμε την φτώχεια με το κουτάλι , να γνωρίζουμε ότι η πατρίδα μας ήταν φτωχή, ότι έπρεπε να σεβόμαστε τους πάντες γιατί αλλιώτικα θα έπεφτε ξύλο και τιμωρία. Τότε που σηκώναμε το ψίχουλο από το ψωμάκι από καταγής και το μεριάζαμε στην άκρη , πάνω σε μια πετρούλα, σε μια μάντρα, για να το βρουν τα πουλιά του ουρανού να το φάνε για να μην πάει χαμένο.

Τότε που ο κόσμος ήταν φτωχός, κυνηγημένος, χωρίς δουλειά, με τα ιδεολογικά γκέτο που δημιούργησε ο εμφύλιος και την μισή Ελλάδα να κυνηγά την άλλη μισή. Κομμουνιστής. Φασίστας. Δυο λεξούλες που μέσα μας δημιούργησαν βουνά και κάτω από τα βουνά κρύβονταν όμορφα- όμορφα κάθε λογίς συμφέροντα. Τότε οι ψυχούλες μας βγαίνανε στο κόσμο και ζητούσαν ελπίδα και λίγο ψωμί , λίγο λαδάκι και ένα τρίμα τυρί. Οι δήθεν ιδεολογίες ήταν δουλειά των γονέων μας και εμείς νοιαζόμαστε να βρούμε φίλους να ζήσουμε , να παίξουμε, να ερωτευτούμε, να μάθουμε την ζωή.

Γράμματα. Τι να τα κάνεις τα γράμματα. Αυτά ήταν για γεμάτες κοιλιές και ανθρώπους της καταστάσεως που είχαν μπάρμπα στην Κορώνη και είχαν ελπίδα να βρουν ψωμί στο Κράτος, έτσι νοιώθαμε τότε.

Κάπως έτσι τελειώσαμε το Δημοτικό με βρισιές, με κλωτσιές, με ξύλο και με γράμματα ίσα που να μπορούμε να διαβάζουμε και να γράφουμε , να κάνουμε πρόσθεση ως το χίλια, διαίρεση και πολλαπλασιασμό. Από εκεί και πέρα όποιος ήθελε να μάθει κι άλλα γράμματα, διάβαζε μόνος του και πήγαινε στο Γυμνάσιο, όποιος δεν ήθελε γράμματα, έμπαινε στο τρόκολο της δουλειάς απ΄ τα δέκα του χρόνια.

Τότε που η πρώτη κουβέντα, που άκουγες, ήταν να ακούς τους μεγαλύτερους και να κάνεις αυτό που σου λέει ο δάσκαλος, να φυλάς το χέρι του παπά , να μην κάθεσαι όταν υπάρχουν όρθιοι μεγαλύτεροι, να μην κοιτάζεις τα κορίτσι της γειτονιάς σου, να πηγαίνεις εκκλησιασμό, να είσαι καλό παιδί , ο Θεούλης τιμωρεί τους κακούς και…. γιατί θα πέσει ξύλο.

Είμαστε μια ταλαίπωρη γενιά μεγαλωμένη ανάμεσα σε ταλαίπωρους γονείς με ταλαίπωρους παππούδες και γιαγιάδες σε ένα ταλαίπωρο κοινωνικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε από την κατοχή, τον αδερφοσκοτωμό, το σεισμό , την άγνοια και μιζέρια. Έτσι τα νοιώσαμε στην αρχή, σαν μεγαλώσαμε λίγο, κι αργότερα μάθαμε ότι αιτία ήταν ο Θεός, η Φύση, η Εκμετάλλευση, οι κυβερνήσεις μας, τα ανάκτορα, η άγνοια, το κακό μας ριζικό και η τύχη μας να γεννηθούμε φτωχοί σε μια χώρα που την πτωχεύουνε κατά περιόδους για να μας κρατούν υπόδουλους και να φκιάνουν ανθρώπους δικούς τους για να μας κυβερνούν με την βία ή με το θέλημα( Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία τα λένε αυτά τα κολοκύθια και όταν δεν τους βολεύει Εθνοσωτήρια επανάσταση οι πονηρούληδες).

****

Ο Θωμάς ήταν ένας μαζεμένος και προσεχτικός μαθητής μικρότερης τάξης του σχολείου από μένα. Έμενε στα πιλόκτιστα της Νεάπολης στην γειτονιά κάτω από την δημοσιά που μας πήγαινε προς το Φρύνι. Ήταν ένας ψηλός και όμορφος νέος που διάβαζε πολύ και ήταν, όπως λέγανε, πολύ καλός στα μαθηματικά. Δεν ήταν του παιχνιδιού και της αλητείας σαν ορισμένους από μας. Δεν κάπνιζε. Δεν πείραζε τον κόσμο. Δεν έκλεβε φρούτα από τα Περιβόλια, Δεν έκανε κακές παρέες. Ήταν ήσυχος. Νομίζω πως ήταν ένας από τους καλύτερους μαθητές του πρακτικού τμήματος. Ο πατέρας του ήταν λιμενεργάτης και η μητέρα του μια προσεκτική, καθαρή, αξιοπρεπέστατη, τίμια χωριατοπούλα που παντρεύτηκε στην Πόλη διατηρώντας όσα είχε εκπαιδευτεί στον χωριό της νοικοκυροσύνη, εργατικότητα, αφοσίωση στα παιδιά και τον άντρα της και το κεφάλι ψηλά , περηφάνια, και στόχο να γίνει το πρώτο αρσενικό της παιδί άντρας σωστός -όπως ονειρευόντανε αυτή τον ακέραιο άντρα – και ταπεινός με τους ανθρώπους που βράζουν στο ίδιο καζάνι. Παιδί σωστό, βγαλμένο μέσα από την ανέχεια εκείνης της εποχής.

Θυμάμαι καλά που έλεγε στις ταβέρνες και στα καφενεία ο πατέρας του πως ο Θωμάς του θα γίνει ναύαρχος. Πολλοί από τους λιμενεργάτες που δούλεψα και έκανα παρέα μαζύ τους κρυφογελούσαν ώσπου μια μέρα ο Θωμάς εμφανίστηκε με την στολή του δοκίμου.
Φύγαμε τότε όλοι σχεδόν, άλλοι για πάντα , άλλοι για να μάθουμε λίγα γράμματα να πάρουμε ένα χαρτί για να βγάζουμε το ψωμί μας. Όλοι τα καταφέραμε. Όλοι βολευτήκαμε κάπου. Κανένας δεν έμεινε χωρίς ψωμί. . Όλοι σχεδόν τότε προκόψαμε. Εξασφαλίσαμε το ψωμί μας. Εξασφαλίσαμε την δουλειά μας. Φκιάξαμε ένα σπίτι. Είχαμε μια οικογένεια. Άλλος έγινε παππάς, άλλος έγινε γιατρός, άλλος έγινε σκαφτιάς, άλλος έγινε έμπορος, άλλος έγινε δάσκαλος , άλλος έγινε υπάλληλος τράπεζας, άλλος έγινε μηχανικός, άλλος έγινε καθηγητής, άλλος έγινε ψαράς, άλλος έγινε δικηγόρος σαν και μένα, άλλος έγινε πολιτικός, άλλος έγινε καθηγητής πανεπιστημίου, άλλος έγινε μεγαλογιατρός, άλλος έγινε ναύαρχος. Ήταν στατιστικά πιθανό κάποιος από εκείνη την δεκαετία να γίνει ναύαρχος και έγινε ο Θωμάς.
Φυσικά εκείνο που δεν ήταν στατιστικά πιθανό ήταν να διατηρήσει, μέσα σε αυτές τις κάθε λογίς στολές και κοστούμια που μας φόρεσαν, ο καθένας μας στοιχεία τουλάχιστον ανθρωπιάς και απλότητας.

Ο Θωμάς στο Πολεμικό Ναυτικό. Σημαιοφόρος. Ανθυποπλοίαρχος. Υποπλοίαρχος. Πλωτάρχης. Αντιπλοίαρχος. Πλοίαρχος. Αρχιπλοίαρχος. Υποναύαρχος. Αντιναύαρχος. Να και οι κλάρες του υποναυάρχου να και οι κλάρες του αντιναυάρχου. Αυτό που θέλησε το πέτυχε. Έγινε μέχρι και επίτιμος αρχηγός του Στόλου. Μπράβο του. Εξ άλλου όλοι εκείνης της εποχής κάτι γίναμε, δεν είχαμε να ζηλέψουμε κάτι από τον άλλο.

Μέσα μας όμως πάντα καραδοκούσε η βασανισμένη ζωή που περάσαμε. Άλλοι έκρυψαν με επιμέλεια τις πληγές και κάλυψαν τα τραύματα με τις γάζες της κοινωνικής καταξίωσης μέσα από μια δήθεν επιτυχία . Άλλοι αυτές τις πληγές τις γιάτρεψαν φορώντας με προσοχή τα ενδύματα της εξουσίας και της δύναμης που απόχτησαν . Άλλων οι πληγές αυτές έγιναν εφαλτήρια για μια καλύτερη ζωή δική τους και των ανθρώπων. Άλλων διδαχή, άλλων γνώση , άλλων …. Ο καθένας ανακάλυψε το δικό του σύστημα για να επιβιώσει σε ένα δύσκολο και απαιτητικό κόσμο.

Βασικά όμως όλοι εμείς ή μπήκαμε πίσω από τον φερετζέ της κοινωνικής ανόδου ξεχνώντας από πού ξεκινήσαμε ή θεωρήσαμε ότι κάθε κατάκτησή μας ήταν και κατάκτηση του κάθε ανθρώπου και διατηρήσαμε το αλάτι της γης που ήταν η ανθρώπινη επαφή μας με τον καθημερινό άνθρωπο, όποιος και νάταν.

*****

Ναι όλα καλά μα έρχεται το τέλος. Έρχεται η ώρα να δικαιωθεί και να δικαιώσει ο καθένας την ζωή του με τον θάνατό του και την συμπεριφορά του απέναντι σε αυτόν τον δυνάστη και λυτρωτή.

Ήδη βλέπει η γενιά μου τον κόσμο που μεγαλώσαμε γραμμένο στους σταυρούς του Νεκροταφείου. Εκεί βρίσκεται πνιγμένος στην πλάκα του θανάτου. Ο καθένας στην θέση του ξαπλωτός και ντούρος αναμένοντας την Δεύτερη Παρουσία ή την επιστροφή του μέσα από το αποτύπωμα που άφησε στην ζωή του.

Έτσι ήρθε η ώρα ο ανθρώπινος ναύαρχος του Νίκου να πάψει να κυκλοφορεί ανάμεσά μας , να κουβεντιάζει με τον καθένα μας για τα πάντα , να σκορπάει απλόχερα το χαμόγελο και την καλοσύνη του και να αφήνεται την κάθε στιγμή στο κόσμο που τον γέννησε και ήταν σάρκα από την σάρκα του.

Ήρθε η ώρα να φύγει με τον ίδιο μυστήριο τρόπο που έρχεται η καθένας μας και φεύγει πάλι χωρίς να ρωτήσει γιατί και πως. Απλά γεννήθηκε και φεύγει ταξιδεύοντας με την ελπίδα που πίστεψε στην ζωή του και εξήγησε την παρουσία του επί γης.

******

Ήταν ένα γλυκό απόγευμα του Σεπτέβρη. Ο αποχαιρετισμός έγινε στην Μητρόπολη της Λευκάδας παρόντος του Μητροπολίτη, παρούσης πάσης αρχής και εξουσίας, παρόντων όλων όσων του συνόδευσαν τον βίο, παρόντων των συναδέλφων του, αγήματος, στρατιωτικής Μουσικής, Φιλαρμονικής και φυσικά παρόντων όλων των αγαπημένων του προσώπων που μοιράστηκαν την ιδιαίτερη ζωή του.

Η Φιλαρμονική ανέλαβε να τον οδηγήσει έως την παλιά έξοδο της πόλης στον Άγιο Μηνά και από εκεί η πομπή κατευθύνθηκε στο Φρύνι, στο Νεκροταφείο όπου είναι θαμμένοι οι πρόγονοί του. Εκεί θέλησε να ταφεί σαν ένας απόλυτα φυσιολογικός άνθρωπος. Οι τιμές γνώριζε ότι δεν ήταν δικές του, αλλά του ναυάρχου που υπήρξε κάποτε στην ζωή του.

Ένα στρατιωτικό άγημα απένειμε τιμές δια πυροβολισμού και αποχαιρέτισε τον ναύαρχο του και τον ναύαρχο της κρατικής εξουσίας του Ελληνικού Κράτους.

 HAL3929 copy

-Πυυυυυυυυυρρρρ!!!!!!! Διέταξε ο επί κεφαλής του αγήματος και τα μι ένα του αγήματος εκπυρσοκρότησαν αποτίοντας τιμές στον νεκρό αρχηγό.
Την ίδια στιγμή από την βασανισμένη γριούλα, που ακουμπούσε στον τοίχο των Αγίων Αποστόλων κοντά στο Ιερό, έφευγε ένα δάκρυ για το δικό της παιδί – έτσι το ένοιωθε- που δεν φορούσε τις κλάρες και τα γαλόνια του ναυάρχου που αυτήν την ώρα χάνονταν μέσα στον ταπεινό τάφο των γονιών του και δεν θα την ξαναρωτούσε πια για την πίεση της, για την συνταξούλα της, για τα παιδιά της και τα εγγόνια της και δεν την αποχαιρετούσε με ένα πλατύ χαμόγελο και ένα ακούμπημα στα πονεμένα της χέρια.

Φωτογραφίες: Νίκος Ζαβιτσάνος