Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Ναζλού

Ναζλού

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Αφιερωμένο στον αγαπημένο  μου φίλο τον Άρη  Γεωργιόπουλο

Γύρω στις 11 η πρωϊνή βάρδια στο καπνεργοστάσιο της ΣΕΚΕ στα Λαδάδικα σταματούσε να φάει ψωμί. Εκεί πάνω στα ταπιά διαλογής και στα δέματα των ακατέργαστων καπνών άνοιγαν τις μπόλιες τους που είχαν μέσα λίγο ψωμί, λίγο τυρί, καμιά ελιά και απαραιτήτως κρεμμύδι.

Η χοντρομπαλάτη σε μάγουλα και πόδια, με το κεφάλι δεμένο με μαντήλι  λουλουδάτο, με ύφος μόνιμα θλιμμένο και αχείλι καλοσυνάτο πάντα γλυκό, κάθονταν παράμερα έβαζε το χέρι της κάτω απ΄ το κεφάλι ότι απότρωγε, έπιανε σιγανά, μόλις που ακούγονταν, και μοιρολογούσε με τρόπο ακατάληπτο.

Ρώτησα τον φίλο μου τον Γεβρέκ Μωσέ, που ήταν απ΄ τα μέρη της, «τι μοιρολογάει η Ναζλού; Τούρκικα τα λέει;» « «Δεν ξέρω» μου είπε. Και όντως δεν ήξερε γιατί η Ναζλού σαν μιλούσε με μας έκανε πως δεν γνώριζε αρκετά Ελληνικά και απαντούσε τούρκικα για να μην μπορούμε να καταλάβουμε τι λέει. Δεινοπάθησα να της βγάλω μια κουβέντα. Τίποτε. Μου απαντούσε πάντα Τούρκικα ανακατεμένα με ντόπια Καβαλιώτικα κι Οβρέϊκα.

Ρώτησα τον αρχιεπιστάτη, παλιό, προπολεμικό καπνεργάτη, «τι μοιρολογάει η Ναζλού» «Τίποτε» μου είπε με φόβο «είναι σαλεμένη και τρέφει τρία ορφανά εγγόνια, αυτό την κρατάει στην ζωή και στην δουλειά !».

Αυτός ο φόβος μου έδωσε την ελπίδα να μάθω τι τραγουδάει η Ναζλού. Την πλησίασα. Κάθισα μαζύ της. Της εξήγησα πως δεν ήμουν απ΄ τα μέρη τους. Της είπα πως εκεί κάτω δεν έχουμε ανθρώπους που μιλάνε τα τούρκικα, δεν θυμούμαστε Τούρκους και δεν ξέρουμε ούτε το κακό τους ούτε το καλό τους. Της επανέλαβα πως μαθαίνω γράμματα στην Θεσσαλονίκη και δεν είμαι καπνεργάτης. «Δουλεύω για να μπορώ να σπουδάσω» της είπα. «Δικός σας είμαι, εργάτης με γράμματα». Κι άρχισε να μου ανοίγει την καρδιά της για το σήμερα και σιγά-σιγά την πήγα πίσω ως το ΄36. « Πες μου Ναζλού πού  ήσουν το ΄36;» ρώτησα. Με κοίταξε στα μάτια, δεν μου απάντησε και  μάζεψε τα πράγματά της « είναι ώρα για δουλειά»μου είπε και μου γύρισε τον πισινό της.

Πέρασε καιρός και μια μέρα μου έκανε νόημα να την πλησιάσω την ώρα της μεσημεριανής  σκόλης. Άρχισε να τραγουδάει ίσα που ακούγονταν:

ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!
χτυπώ νεκροί κι ανοίχτε μου
να μπω για να σκουπίσω.

Σταμάτησε για λίγο και συνέχισε

να μπω για να σκουπίσω
τον τόπο τον παντοτινό
οπού θα κατοικήσω.

κι έβαλε τα κλάματα. «γιατί κλαις Ναζλού; Τι σε πονάει; Τι τραγούδι είναι αυτό;» Μου έπιασε τα χέρια .  «Είναι μανές για τα γεγονότα» μου απάντησε. «Ποια γεγονότα Ναζλού;» «Του 36! έτσι κλαίμε τα παλικάρια μας που δολοφόνησε ο Μεταξάς εμείς οι καπνεργάτες».

Δεν άντεξε άλλο με έπιασε, με φίλησε στο μάγουλο και έφυγε κλαμένη  λέγοντας « Φύγε. Μας παρακολουθούν. Πρόσεχε!».

Τότε είδα πως αυτό που τραγουδούσαμε στο Χημείο  ήταν ένας θρήνος ανθρώπων που δεν τον ζήσαμε, που δεν τον γνωρίσαμε, ξένος πόνος, που τον μοιραζόμαστε σαν είμαστε όλοι μαζύ και δεν βάραινε την καρδιά κανενός.  Άλλων πόνος. Ξένος πόνος! Ένα θλιμμένο τραγούδι για μας. Τίποτε άλλο.

Αχ Ναζλού, γλυκιά Ναζλού, καπνεργάτρια του ΄36, τότε κατάλαβα πως ζούσες ένα περόνι δικό σου, των ανθρώπων σου, που ήσουν εκεί, που τυχαίως υπάρχεις, που το περόνι αυτό είναι η μόνη ιδιοκτησία  σου  σ΄ αυτόν τον μάταιο κόσμο των κάθε λογίς τραμπούκων.

ΥΓ.Το δημοσιεύω χωρίς τελική επεξεργασία για την ημέρα της Ποίησης.

Ηλίας Τσάκαλος