Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Ο Νιόνιος και το χαρτί της μάνας του

Ο Νιόνιος και το χαρτί της μάνας του

WEB AERIAL LEYKADA

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

( το αφιερώνω στην μνήμη όλων αυτών των ανθρώπων της γειτονιάς μου)

Μια και μας άνοιξε η όρεξη και με αφορμή το προηγούμενο είπα να επιχειρήσω να διηγηθώ μια ιστορία με τον Νιόνιο τον Κοτσώλο.

Πριν όμως μιλήσω για τον Νιόνιο μέσα σε όσο γίνεται λιγότερες γραμμές θα αναφέρω τους ανθρώπους που κατοικήσαμε στα χαμηλά, φτωχικά, πηλόχτιστα σπιτάκια της Νεάπολης που μας σημάδεψαν την ζωή και που απ΄ αυτούς ο καθένας μας πήρε ότι πήρε και το χρησιμοποίησε όπως το χρησιμοποίησε στην ζωή του ( άλλου αυτή τη ζωή έγινε πληγή και τον ακολουθεί δια βίου και άλλου έγινε εφαλτήριο και έρμα που απ΄ αυτή αντλεί δύναμη και πίστη έως θανάτου).

Λοιπόν η γειτονιά μου ξεκινούσε από το πορτόνι του γιατρού και έφτανε μέχρι του Φρατζέσκου την βρύση. Σε μια απόσταση λιγότερο από εκατό μέτρα χωρούσαμε δέκα οχτώ οικογένειες και πάνω από πενήντα παιδιά ηλικίας από ημερών έως επτά χρονών. Αν σε όλους εμάς προσθέσεις τους μεγάλους που είχαν ηλικίες πάνω από δέκα χρονών τότε τα παιδιά των οικογενειών που κάθονταν στην γειτονιά ξεπερνούσαν τα ογδόντα!!!!!

Η γειτονιά μου δεν ήταν τα σπίτια, δεν ήταν ο δρόμος που τον χρησιμοποιούσαμε σαν παιδική χαρά, ήταν οι άνθρωποι με την αγνότητα, την απλότητα, την ομορφιά μαζύ με την άγνοια , την ανάγκη, την ανέχεια, την αφέλεια, την υποταγή στην μοίρα, την φτώχεια της κοινωνικής παρουσίας, την ευπιστία, τις απλές χαρές και λύπες. Ήταν, πώς να το πω, εκείνη η γλυκύτητα του «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι του Ευαγγελίου», εκείνη η απλούστατη παρουσία που ότι πονηριά και μηχανή χρησιμοποιούσε δεν ήταν για άλλο από την διατήρηση αυτών των ανθρώπων πάνω στη γη σαν απαραίτητη συνθήκη για την ύπαρξη της ζωής, ήταν κάτι σαν τα πρωτόζωα του ανθρώπινου κοινωνικού ιστού.

Αχ πόσο ευτυχισμένος νοιώθω που μεγάλωσα ανάμεσα σ΄ αυτούς τους ανθρώπους κι έμαθα τα απλά-απλούστατα που αλλιώτικα θα τα είχα χάσει μια για πάντα μέσα στην υπεροψία που γεννάει η δήθεν κοινωνική καταξίωση. Πόσες σκοτούρες και σκέψεις και Δαιδάλους δεν μας προσέφερε η ζωή ανάμεσα στους μανούβρηδες και υποταγμένους μορφωμένους, ανεξάρτητους, πετυχημένους , λεφτάδες, επιφανείς, ματαιόδοξους, πόσο δύσκολη, απαίσια και αηδιαστική έγινε η ζωή μ΄ αυτούς των ανωτέρων και ανωτάτων κοινωνικών στρωμάτων. Ανώτερα κι ανώτατα ….
Ω! πόσο πονηρός που ήταν ο Ιησούς της Παρθένου Μαρίας!!! Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι . Χα,χα,χα. Και οι πλούσιοι; Και εκείνος ο πονηρότατος Λουκιανός στον Κατάπλου ή Τύραννο;
Τέλος στα μυστικά της ζωής. Είχα την τύχη να μεγαλώσω ανάμεσα σε Πτωχεύσαντες και όχι ανάμεσα σε Πτωχούς και επομένως δεν πρόκειται να με αγγίξει η Πτώχευση του έτσι ή αλλιώς πάμφτωχου Ελληνικού κράτους με αυτούς τους ενδεείς πολιτικούς σε ρόλο πρωτεύοντα.

Αλλά μακρύναμε και φύγαμε απ΄ τον στόχο μας . Είπαμε να μιλήσουμε για το πάθημα του Νιόνιου και να τον τοποθετήσουμε στην γειτονιά μας.

Λοιπόν κρατάτε λογαριασμό.

Ξεκινάω από αριστερά προς τα δεξιά από τον δρόμο του Νεκροταφείου (σήμερα Αναπαύσεως) και κατεβαίνουμε την αρχή της Κέννεντυ
Η Θειά Ζάζα του Σβορώνου με το βαρύ στρατιωτικό της περπάτημα και το αετίσιο μάτι. Ο μπάρμπα Μήτσος ο Μελένιος με τα χοντρά γυαλιά της μυωπίας και η Θειά Μαυρέττα του Μελένιου με το γλυκύτατο χαμόγελο στα χείλη της και την ατέλειωτη υπομονή χαραγμένη στο πρόσωπό της. Ο Νιόνιος ο Καρακανάς με το ψηλόλιγνο κορμί και την βλαστήμια στο στόμα και η Ντίνα η Καρακανού με τα γαλλικά της (αυτή ήταν η πρώτη μου δασκάλα στα γαλλικά) και τα κόλπα της. Η Κατίνα χήρα με τρία παιδιά με το πέτρινο από τις κακουχίες πρόσωπο. Η θειά Τασία η Κοτσώλαινα με τα οχτώ παιδία (μικρά μεγάλα), με την υπομονή και το αστείο πάντα στα χείλη της κι ο Μπάρμπα Αντρέας Κοτσώλος με το λιπόσαρκο κορμί. Ο Ορέστης ο Τζανίνης με το φανταχτερό και πέρα δώσε περπάτημα. Η Θειά Αρετή με το βασανισμένο της πρόσωπο. Ο Μπάρμπα Στέλιος ο Αμαριανός με το γαρούφαλο στ΄αυτί και την αναγγελία του ερχομού του στην θειά Ευτυχία το «σπλάχνο» του. Η γριά Τσοκενίνα. Ο Μπάρμπα Περικλής ο Λεκατσάς με το κασελάκι του.

Ο Μπάρμπα Βαγγέλης ο Αρώνης με το στέρεο περπάτημά του και η γυναίκα του η θειά Θανασία με το βλέμμα το σκληρό το Σελιαχέϊκο ( ήταν ψυχούλα όμως). Η θειά Γκόλφω του Θάνου με την περιποιημένη χωριάτικη φορεσιά της που την καμάρωνε. Η Θειά Ελένη η Μαμή. Εδώ στέκουμε με ιδιαίτερο σεβασμό γιατί βρισκόμαστε μπροστά τον άνθρωπο που μας πρωτόπιασε στα χέρια της βγαίνοντας από την κοιλιά της μάνας μας όλους, ήταν ο άνθρωπος που μας ακούμπησε πρώτος, που μας είδε να προβάλουμε στην ζωή. Η λιπόσαρκη και αυστηρή μορφή της που έκρυβε πίσω απ΄ την ματιά της μυστικά και μυστικά της μικρής μας πόλης. Η θειά Ελένη η Μαμή! Πρόσωπο ιερό στα μάτια όλων μας. Κι ο Πάνος ο γυιός της κρούπα συνέχεια και η Ελπινίκη που αργότερα μας είπε χίλια δυό μυστικά και προσπάθησε να μας φυλάξει από κόσμο που είχε πειραχτεί από αφροδίσια νοσήματα. Ο μπάρμπα Κώστας ο Μοβέτιος , ανθρωπάκι που δεν πάτησε ούτε μυρμήγκι. Μετά ήταν οι γονείς μου που δεν μου επιτρέπεται να πω τίποτε άλλο από ένα μεγάλο ευχαριστώ γιατί με έμαθαν να κοιτάζω τον Θεό καταπρόσωπα. Η Θειά Λάϊζα του Μαμάκια με το ανθρώπινο χαμόγελο και το ανοιχτό μυαλό κι ο μπάρμπα Αντώνης ο Μαμάκιας που έσπαγε και καθάριζε μύγδαλο σαν μηχανή ολόστραβος. Ο Αγγελόπουλος και η γυναίκα του η Ελενίτσα, Ο Μπάρμπα Γιάννης ο Φαλάκρας , αδελφός του Κοπρίτη που όταν γελούσε έφεγγε όλο το πρόσωπό του και τελευταία η γυναίκα του η θειά Τσάντα η Καραμπούλαινα ο πρύτανης των γαλλικών μου σε αυτή έκανα μετεκπαίδευση με άριστα στα γαλλικά .

Βλέπετε; Πάνω στην βιασύνη μου ξέχασα την άλλη μεγάλη μορφή της γειτονιάς μου , τον μπάρμπα Γιάννη τον Κλίτση. Μιλάμε για τον σύγχρονο προπομπό του θανάτου. Ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τον σταυρό στις κηδείες, ο άνθρωπος που έβλεπε τον θάνατο σαν μια διαδικασία απλή που ξεκινούσε απ΄ το σπίτι του νεκρού και έφτανε μέχρι την ενορία του. Εκεί έβαζε τον σταυρό στον νεκρό , ψάλανε οι παπάδες , ανασπαζόντανε οι άνθρωποι , συλλυπούνταν και «τετέλεσται» ή αλλιώς «χέσε μέσα Πολυχρόνη….». Τι τύχη κι αυτή σε σαράντα μέτρα απόσταση ήταν η Θειά Ελένη η μαμή που μας έφερνε στον κόσμο και ο μπάρμπα Γιάννης ο Κλίτσης που μας παρέδιδε στους παπάδες για ταφή.
Ποια ενότητα ζωής μέσα σε λίγα μέτρα!!!!!!!

Πάλι είπαμε πολλά . Τον Νιόνιο ψάχνουμε και στο μυαλό μας ήρθαν αθέλητα άνθρωποι κι άνθρωποι …..

Είπαμε ότι η Θειά Τασία είχε οχτώ παιδιά. Ανάμεσά τους ήταν και τα δίδυμα: Σπύρος-Νιόνιος ή όπως τους ξέραμε όλοι στην μικρή μας πόλη «Πύρο-Νιόνιο». Ο Σπύρος έμαθε φούρναρης στον Μαστροθύμιο τον Θεράπο και έφυγε νωρίς για να κάμει την τύχη του στην Αθήνα. Ο Νιόνιος έμεινε εδώ και πάλευε με χίλιες δυό δουλειές να επιβιώσει. Έκανε τον ψαρά, έκανε τον χρωματιστή και τι δεν έκανε για να βγάλει το ψωμί του.
Εδώ αξίζει να πω πως η θειά Τασία είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Νιόνιο , αλλά της άρεσε να του κάνει σε κάθε ευκαιρία και πλάκες χωρίς προηγούμενο όπως αυτή που ακολουθεί.

Ήταν ένα από εκείνα το όμορφα και ήσυχα απογεύματα του καλοκαιριού. Η θειά Τασία κάθονταν μαζύ τρεις-τέσσαρες γειτόνισσες στο πεζούλι και κουβέντιαζαν, αστειεύονταν, γλένταγαν την φτώχεια και την δυστυχία που βρισκόμαστε όλοι. Ο Νιόνιος κοιμόντανε και μόλις ξύπνησε πήγε γραμμή στον καμπινέ. Ο καμπινές στα διπλά σπίτια που ήταν αριστερά όπως κατεβαίναμε τον δρόμο από τον δρόμο του Νεκροταφείου προς την Κουζούντελη ήταν αριστερά από την πόρτα της εισόδου δίπλα ακριβώς από την πόρτα της κουζίνας του σπιτιού. Το παραθύρι του καμπινέ ήταν πάνω από το πεζούλι της αυλής προς τον δρόμο. Ο Νιόνιος Μπήκε στον καμπινέ και έκανε ότι έκανε. Έξω η θειά Τασία με τα αστεία και τα πειράγματά της δημιουργούσε ένα κλίμα απόλυτης ευτυχίας. Ξαφνικά ακούγεται από το παραθύρι του καμπινέ :
-Μάνα. Μάνα. Μάνα . Ένα χαρτί, ένα χαρτί, ένα χαρτί.
Η θειά Τασία μόλις τ΄ άκουσε αυτό έκανε νόημα στις γειτόνισσες να μην μιλήσει καμία.
Νεκρική σιωπή. Σηκώνεται η Θειά Τασία και πάει στην κουζίνα και δίνει του Νιόνιου ένα χαρτί να σφογγίσει τον κώλο του και βγαίνει έξω και κάθεται στην θέση της.

Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό που ακούστηκε απ΄ ο παραθύρι
-Ω μάνα, μάνα, μάνα. Μάνα!!
Και γυρίζουν όλοι να δουν και τι να δουν, τον Νιόνιο να τρέχει στον δρόμο με τα βρακιά κάτω.
Η θειά Τασία είχε λυθεί στα γέλια. Οι άλλες γέλαγαν με αμηχανία. Δεν είχαν καταλάβει τι είχε γίνει .

Η θειά Τασία είχε δώσει επίτηδες, κάνοντας πλάκα, στον Νιόνιο να σφογγιστεί με το χαρτί από το κοκκινοπίπερο!!!!!