Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Η τριλογία της οπερέτας του θανάτου.

Η τριλογία της οπερέτας του θανάτου.

DSC 0363-small

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος

Μέρος πρώτο

Τα εν νομίμω γάμω τεχθέντα

Ένα και σαράντα οκτώ. Ακριβώς. Τόσο μπόϊ μετρήθηκε και ξαναμετρήθηκε από την επιτροπή επιλογών και τελικώς απαλλάχτηκε από στρατιωτική θητεία λόγω ύψους. Από γράμματα δεν έμαθε ούτε γρυ. Η δασκάλα τον βρήκε του χεριού της και τον έστελνε κάθε τρεις και λίγο με τον ταβά στον φούρνο. Μετά δεν πάταγε ποτέ στο μάθημα μια κι ο πίνακας του έπεφτε ψηλά.
Έμαθε την δουλειά του μπαλωματή. Τσαγκάρης δεν έγινε ποτέ και παπούτσι καινούργιο απ΄ το φόντι δεν ανέβασε ποτέ σε καλαπόδι.
Σαν σταμάτησε να έχει πέραση η δουλειά του μπαλωματή -στην ευημερία του σοσιαλισμού του μακαρίτη του Ανδρέα Παπανδρέου- και με τις πλάτες του Δημάρχου, θέλοντας και μη θέλοντας, έπαιρνε σκοινί-κορδόνι τον σταυρό στις κηδείες επ΄ αμοιβή.

Σάρωνε τα αγγελτήρια θανάτου στους τοίχους των εκκλησιών, ψιθύριζε ένα «πάει κι αυτός» και έφευγε με ένα μυστήριο χαμόγελο στα χείλη να χτυπήσει την καμπάνα και να ρυθμίσει το μεροκάματο. Δεν γνώριζε άλλο χαρτονόμισμα εκτός από τα πενηντάρια κι αυτό γιατί είχαν γαλάζιο χρώμα.

Του άρεσε να μετράει από το έτος 1950 και μετά τους νεκρούς της μικρής πόλης. Ένας , δύο, χίλιοι, δυό χιλιάδες, τρεις χιλιάδες αρσενικοί, θηλυκοί, ουδέτεροι και προχωράμε. Μόνο αυτήν την πρόσθεση γνώριζε από τις πράξεις της αριθμητικής.

Ήρθε η ώρα και απεβίωσε ο Δήμαρχος, μεγάλος πουτανιάρης, μπήχτης, μπαταχτσής, μαυραγορίτης, ρουφιάνος των Γερμανών και τοκογλύφος, αλλά και καλός χριστιανός, επιβραβευθείς μάλιστα με θέση στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, με μακριούς σταυρούς και προσκυνήματα στα τέσσερα στην Κυρά- Φανερωμένη.

Του είχε ιερή υποχρέωση ο ένα και σαράντα οκτώ ( μεταξύ των άλλων έκανε και την δουλειά του ρουφιάνου στον Δήμαρχο και μοίραζε και φάκελα με λεφτά στις εκλογές, για ένα καφέ) γιατί τον έσβησε από τον κατάλογο των νόθων πλαστογραφώντας με καρφίτσα και ξυραφάκι στην ληξιαρχική πράξη εκείνο το « αγνώστου πατρός» του Μοντεσάντου κι αφήνοντας κενό για πάντα στις επερχόμενες γενιές.
Πήγε, προσκύνησε τον νεκρό Δήμαρχο ξάπλα στην καρυδένια κάσα του ανάμεσα σε δύο τεράστιες λαμπάδες από μελισσοκέρι και σήμανε την καμπάνα της Μητροπόλεως πένθιμα, με πλήρη επισημότητα κι ένα ντάννννννννννν. Κενό. Ντανννννννννννν. Κενό. ντανννννννννννννννννννννν. Ένα επίσημο κλάμα διαχέονταν από το μέταλλο που σου σπάραζε την καρδιά κι ήταν ανάλογο με την παρουσία του νεκρού στην ζωή.

Γύρισε στο σπίτι της λύπης κατηφής για να συνεννοηθεί για τα της κηδείας έτσι που να ανταποδώσει τις εν ζωή ευεργεσίες του νεκρού.
Βρήκε τον Σεβασμιώτατο Δεσπότη καθισμένο στην βαριά πολυθρόνα του σαλονιού. Μπαίνοντας του έκανε νεύμα να πλησιάσει και να σκύψει. Έσκυψε. Του φίλησε το χέρι και τον κοίταξε με βλέμμα Μεγάλης Παρασκευής. Ο Σεβασμιώτατος Δεσπότης με νοήματα του έδωσε να καταλάβει ότι έπρεπε να τον πλησιάσει πιο πολύ για να του πει κάτι στ΄ αυτί που ήταν να το ακούσει αυτός και κανένας άλλος.

Σίμωσε τ΄ αυτί του στο στόμα του ιερωμένου, έριξε μια φοβισμένη ματιά γύρω του μην τους ακούει κανένας κι άκουσε – ίσα που ακουόντανε η φωνή-
– Ο νεκρός μου είπε κατά το μυστήριο της εξομολογήσεώς πως τον σταυρό δεν θέλει να τον πάει ο μούλος μια και είναι τέκνο αμαρτωλών γονέων γιατί επιθυμεί να αποδοθεί πάναγνος στα χέρια του Θεού.
Κατάλαβε επομένως ο ένα και σαράντα οκτώ ανθρωπάκος ότι οφείλει να απόσχει της τελετής.
Δεν είπε κουβέντα. Δάγκασε τα χείλη του και δάκρυσε.
Από τότε τον σταυρό στην μικρή μας πόλη τον πηγαίνουν τα εν νομίμω γάμω τεχθέντα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ για τον αναγνώστη: το παρόν αποτελεί το πρώτο μέρος τριλογίας που περιλαμβάνεται σε συλλογή δημοσιευμένων και αδημοσίευτων διηγημάτων και έχει τον τίτλο ΜΠΡΟΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΗΣ. Σε εκείνο που εφιστώ την προσοχή όλων είναι ότι ο μύθος μπορεί να στηρίζεται σε επί μέρους αληθινά γεγονότα, αλλά στην πλοκή του και στο σύνολό του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.