Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Το παραμύθι της γάτας

Το παραμύθι της γάτας

Το αφιερώνω στα παιδιά της Κωστούλας  Πάτουχα και της Μαρίας  Ιατροπούλου

Γεννήθηκε χωρίς  παππού και γιαγιά. Η μάνα του ξενοδούλευε κι ο πατέρας του ήταν μέθυσος. Κανένας στην γειτονιά δεν τον δέχονταν στο σπίτι του κι ούτε είχε τον τρόπο να αγοράσει παραμύθια της Χαλιμάς ή του Άντερσεν. Κι έτσι άκουγε για παραμύθια και παραμύθια ποτέ δεν είχε αξιωθεί να ακούσει ποτέ. Κι όταν αποφάσισε ο ίδιος να κομπιάσει δικά του παραμύθια τον περιγελούσαν και του έλεγαν τα παιδιά των διαβασμένων γονιών πως είναι αδιάβαστος και οι αδιάβαστοι δεν μπορούν να γράψουν έστω και μια γραμμή σωστή κι όχι να γράψουν και παραμύθια.  Κι έτσι αυτός καθόντανε μόνος του κι έπαιρνε την γάτα του και της διηγούνταν ένα παραμύθι που κόμπιαζε με κόπο και το διηγούνταν για να μπορέσει κι αυτός να ακούσει παραμύθια. Όταν τολμούσε να μιλήσει παραέξω για τα παραμύθια του τότε οι άλλοι του λέγανε «κοίταξε να χορτάσεις ψωμί. Τα παραμύθια  δεν μπορούν να τα γράψουν πεινασμένοι. Τα παραμύθια τα φκιάνουμε εμείς, τα εμπορευόμαστε εμείς και εσείς γεννηθήκατε να τα αγοράζετε για να τα ακούτε»

Έκλεγε μονάχος του τα βράδια αλλά δεν απελπίζονταν και κόμπιαζε παραμύθια και τα έλεγε στην γάτα του που νιαούριζε και στριμώχνονταν στα πόδια του νωχελικά και έγλυφε το  πόδι της κατά που ήταν ο καιρός.

-Άκου γάτα, της είπε τελευταία, θα σου πω το παραμύθι του άλλου χρόνου. Άκου. Η γάτα νιαούρισε και ξάπλωσε στην ψάθινη καρέκλα κι άκουγε:

« Ο κόσμος είναι στρογγυλός αυτό το ξέρουμε από τότε που κατάλαβαν οι άνθρωποι πως  δεν υπάρχει αρχή και τέλος . Κι έτσι από τότε κυλούν τα πράματα χωρίς κανένας να πιστεύει πως ο χρόνος είναι απλά μια εφεύρεση και τίποτε άλλο. Κι έτσι οι πλούσιοι κατάλαβαν πως αιώνια θα μείνουν πλούσιοι και οι φτωχοί κατάλαβαν πως η φτώχια τους βρίσκονταν στα χέρια των πλουσίων.

Αυτά γίνονταν , ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε κάποιος που έθεσε το ερώτημα: «Υπάρχει χρόνος;» Κι αμέσως ένας φτωχός απάντησε : «αν δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει και Θεός». Ο κάποιος γέλασε  κάτω απ΄τα μουστάκια του κι αμέσως τα γένια του έγιναν άσπρα , τα μουστάκια του έγιναν άσπρα, το πρόσωπο του ρυτίδιασε και χρειάστηκε μπαστούνι για να κάνει έστω και ένα βήμα. Δεν έχασε την συνέχεια του νου του κι απάντησε :  «Αυτό το ενδεχόμενο δεν εξετάστηκε ακόμη. Αλλά τι θέλεις να πεις . Γιατί  μπερδεύεις τον Θεό στις ανθρώπινες ιστορίες. Εδώ υπάρχει μια τάξη και μ΄ αυτή θα πάμε αιώνια.» κι ύστερα γέλασε σαρδόνια σαν γνήσιος υπηρέτης των πλουσίων που ήταν.

Ο Φτωχός μαζεύτηκε. Δεν γνώριζε τι να απαντήσει. Δεν γνώριζε, γάτα, τι να πει. Δεν έφτανε το μυαλό του ως την απάντηση. Κι έτσι έπεσε στο στρώμα του, έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε.  Μα είναι δυνατό όλη η σοφία της ανθρωπότητας  να είναι ιδιοκτησία των πλουσίων ; σκέφτηκε σαν το έπαιρνε ο ύπνος.

Κάποτε το τετράκις δισέγγονο του ξύπνησε απ΄ τον λήθαργο και αντικρίζοντας τον Πλούσιο τον ρώτησε : είπες στον προ-προ πάππο μου πως έτσι είναι η Τάξη  και γέλασες με το ενδεχόμενο ότι δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει Χρόνος. Λοιπόν δεν μπορείς να αποκλείσεις την ύπαρξη του Θεού και του Χρόνου με τίποτε. Φοβάσαι την Τιμωρία σου ε κατεργάρη;  Ο Πλούσιος είπε αμέσως : Τι λέει αυτός ; Κουτός είναι ή δεν ξέρει. Εμείς έχουμε τα λεφτά, εμείς έχουμε τα Κράτη, εμείς έχουμε τους Νόμους, τις Κυβερνήσεις, τις Βουλές, τις αστυνομίες, τους  Στρατούς, τα όπλα, τα πάντα όλα. Εσύ τι έχεις βρε ψωριάρη. Για λέγε τι έχεις;

Το  τετράκις δισέγγονο του Φτωχού χαμογέλασε κοίταξε περιφρονητικά τον Πλούσιο και του είπε: Μπορεί να τα έχετε όλα αυτά. Χρόνο όμως δεν έχετε !!! Σώνεται το καντήλι σας όσο πλησιάζετε την ώρα της Ανθρώπινης Τιμωρίας σας. Καταδικασθήκατε  εξ αρχής  να μην αντιλαμβάνεσθε την αξία του Χρόνου.»

Εκεί τελείωσε το παραμύθι. Τι λες γάτα; σου άρεσε το παραμύθι; Ρώτησε την γάτα . Κι αυτή νιαούρισε και  πήγε να βρει τον ποντικό στο κελάρι  που  φύλαγε τα ματωμένα  λεφτά του ο Πλούσιος.

Ηλίας Τσάκαλος