Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Οι λωτοί του Περιβολάκια

Οι λωτοί του Περιβολάκια

lefkada lotoi

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Αφιερωμένο στον παιδικό μου φίλο τον Γιώργο τον Κατωπόδη (Περιβολάκια)

Πάμε πολύ μακριά. 1952. Δημοτικό Σχολείο στον Μαρκά  Πρώτη τάξη. Κουρεμένοι πρώτο νούμερο. Γαβριάδες όλοι μας . Παιδιά αμέσως μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο που είχε χωρίσει τον κόσμο στα δύο. Δεξιοί, Αριστεροί. Οι Δεξιοί (αυτοί που ονόμασαν οι  αγγλοαμερικάνοι δεξιούς!!) στα μέσα και τα έξω του Κράτους των Βασιλέων και της δήθεν δημοκρατίας τους. Οι αριστεροί στις εξορίες, στις φυλακές, την περιφρόνηση, το δάκρυ και τον φόβο. Οι  λουφάζοντες  δεν μιλούσαν ποτέ, δήλωναν αδιάφορα κεντρώοι. Την Δευτέρα ήταν με τους δεξιούς, την Τρίτη λυπόνταν τους αριστερούς, την Τετάρτη θέλανε να κάνουν τις δουλειές τους, την Πέμπτη μισούσαν τους δεξιούς,  αν δεν γίνονταν αυτό που θέλησαν και ήταν το συμφέρον τους ή ικανοποίηση κάποιας μικροκακίας, την Παρασκευή έλεγαν και καμιά καλή κουβέντα  στα κρυφά για τους φυλακισμένους, το Σαββάτο επαινούσαν το Έθνος και την Κυριακή πήγαιναν στην Εκκλησία και κάνανε μακριούς σταυρούς.

Μια κοινωνία αχταρμάς νικημένοι και νικητές ένα κουβάρι που δεν είχε άκρη να πιαστεί η ψυχή σου για να δεις που θα γείρεις. Πονούσες σαν μάθαινες ότι ο πατέρας του  συμμαθητή σου ήταν στην εξορία. Πονούσες όταν μάθαινες ότι ο μπάρμπας του συμμαθητή σου σκοτώθηκε στον συμμοριτοπόλεμο ( αυτή ήταν η επίσημη ονομασία των Ανακτόρων και των κουκουλοφόρων της Κατοχής ). Θλιβόσουνα γιατί εκείνους τους έλεγαν κουμμούνες και εχθρούς της πατρίδας. Σε έπιανε η καρδιά σου σαν μάθαινες ότι ο τάδε στην κατοχή ήταν ρουφιάνος, καταδότης και  χήτης, τώρα κυβερνάει τον  τόπο και τον σέβονται αρχές και εξουσίες. Έσκαγες όταν σου έλεγαν ότι αυτός σκοτώθηκε  απ΄ τους κουμμούνες , τους αντίχριστους που δεν πιστεύουνε στον Θεό και έχουν Θεό τους τον μουστάκια τον Στάλιν.

Σε αυτόν τον κόσμο  ήρθαμε στην ζωή και μέσα σε αυτόν τον κόσμο μεγαλώσαμε  από τα κοντά παντελονάκια μας μέχρι να πάμε στρατιώτες και να γυρίσουμε για να φάμε και μια Δικτατορία στην μάπα έτσι για πλάκα. Ήταν ένας κόσμος ζόφου.

Πήγαμε σκολειό. Ανάμεσα στους συμμαθητές μου ήταν και ένα μικρούλη ξανθό παιδάκι που καθόντανε στον Άη Αντώνη. Πάντα ήταν τελευταίο στην γραμμή και πάντα κάθονταν στα πρώτα θρανία. Μάθαμε μαζύ τα γράμματα με εκείνους τους δασκάλους της βέργας , της έλλειψης κατανόησης, της μεροληψίας, του έτσι θέλω και φόβου να μην πει τίποτε στους γονείς μας  για τα κατορθώματα μας. Και οι δύο μας είμαστε αρκετά καλοί στα μαθηματικά. Πάρα πολύ καλοί μάλιστα και εισπράτταμε επαίνους. Στα Ελληνικά να μην τα λέμε. Η μισή σελίδα σε μένα ήταν κόκκινη και στον Γιώργο ολόκληρη. Γράφαμε ορθογραφία τιμωρία μέχρι να μας πέσει το χέρι και πάλι ανορθόγραφοι ήμαστε. Ο Δάσκαλός μας μάλιστα που ήταν και καμπόης μια και ήταν από τα παλικάρια της καταστάσεως  έλεγε : « Α! σφάξαμε το βόϊδι του Ντελημάρη» Τόση ορθογραφία ο Γιώργος και άλλη τόση εγώ. Τότε ο κόσμος ήταν πολύ πίσω και ευτυχώς για μένα, γιατί αναγκάστηκα να μάθω αυτά τα ελληνικά που σας γράφω ( βρήκα χίλιες δυό τσιριμόνιες για να μπορώ να διατυπώνω την σκέψη μου και να είμαι όσο γίνεται ορθογράφος, έμαθα άπειρες λέξεις για να μπορώ να είμαι σωστός στην ορθογραφία, βρήκα άπειρους τρόπους να εκφράζω και το πιο απλό συναίσθημά μου και την πιο απλή σκέψη μου. Τα γάμησα τα Ελληνικά του δασκάλου κι άμα γούσταρε ας παράβγαινε μαζύ μου),  για τον Γιώργο όμως όχι. Ο δάσκαλος πού να ξέρει ότι είμαστε, ελάχιστα εγώ πάρα πολύ ο Γιώργος, δυσλεκτικοί, πού να ξέρει να φερθεί σε ανθρώπους και να εκτιμήσει ανθρώπους, αφού ο ίδιος αγνοούσε και τα βασικά για το πρόβλημα ενός δυσλεκτικού παιδιού που ήταν ικανότατο, αλλά εκ φύσεως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί πχ στην ορθογραφία του κάθε μαλάκα δασκάλου που κρατούσε την βέργα και το βαθμολόγιο. Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά  αυτή η σχέση ένωσε  την τύχη μας και αλληλοπειραζόμαστε  και καλούσε ο ένας τον άλλο να γράψουμε λέξεις , μετά σαν μεγαλώσαμε και ψοφάγαμε στα γέλια.

Τέλος πάντων  τον Γιώργο μετά από τις σπουδές μας τον βρήκα στην Λευκάδα  εργοδηγό- μηχανικό.1979. Ήταν οργανωμένος ο Γιώργος με το κυβερνόν κόμμα της  Νέας Δημοκρατίας. Ιδεολογικά βρισκόμουνα στο άλλο στρατόπεδο. Μας χώριζε ιδεολογική άβυσσος. Με τον Γιώργο όμως κάναμε παρέα , διατηρήσαμε την σχέση που είχαμε παιδιά , κάναμε τις πλάκες μας και γενικά οι ιδεολογικές διαφορές μας είχαν πάει στο διάολο.

Θυμάμαι ήταν Δημοτικές εκλογές. Υποστηρίζαμε διαφορετικούς υποψήφιους. Δεξιό αυτός , κουκουέ εγώ. Ο Γιώργος ήταν υπεύθυνος ενός συνεργείου που κόλλαγε αφίσες στις κολώνες. Εγώ  είχα την ευθύνη  για να τρέχω αν γίνονταν φασαρία για να προλαβαίνω ή την επέκταση των επεισοδίων ή την αστυνομία που έγραφε μόνο εμάς!!!

 Γίνεται μια φασαρία για το ποιος θα κολλήσει αφίσα σε μια κολώνα στον Άγιο Μηνά μεταξύ των δικών μας και εκείνων του Γιώργου. Μπαίνω στο μηχανάκι μου και τσαφ στον Άγιο Μηνά. Έτοιμος ο καυγάς για το τίποτε.

Κατεβαίνω. Πλησιάζω. Ρωτάω:

-Τι γίνεται ρε παιδιά; Γιατί πλακωνόσαστε.

-Κολλάνε απάνω μας μου λένε οι νεαροί δικοί μας.

-Ποιοι;

-Οι φασίστες!

-Ποιοι φασίστες ρε παιδιά;

-Αυτοί  και μου έδειξαν του άλλου ψηφοδελτίου τους αφισοκολλητές.

Δεν προλαβαίνω να πλησιάσω τους «φασίστες» και σταματάει ανάμεσα σε μένα και τα παιδιά του άλλου ψηφοδελτίου μια κλούβα Μιτσουμπίσι.

Κατεβαίνει από την κλούβα ο κοντός ξανθός συμμαθητής μου ο δυσλεκτικός ανορθόγραφος. Ο Γιώργος. Ο Φίλος μου. Ο Μπαμπινιώτης  του Καπέλου. Αυτός με τους φασίστες , εγώ με τους κομμουνιστές.

Σκέφτηκα αμέσως: Πάρε μαλάκα κι εσύ είσαι ελαφρώς δυσλεκτικός κι ανορθόγραφος. Πώς γράφεται η λέξη αφίσα; Πώς θα την γράψει ο Γιώργος; Θα βάλει δύο σίγμα, θα βάλει γιώτα, θα βάλει έψιλον γιώτα, θα βάλει ήταν. Ε ρε πλάκα που θα έχει….. Και τώρα τι γίνεται; Να αρχίσω τον Γιώργο τα γνωστά «παλιοφασίστα γιατί κολλάτε πάνω μας και θα σε βουτήξω μισοριξά να σε βάλω στην τσέπη μου» κι άλλα τέτοια. Τι λες; Και η ορθογραφία του «φασίστα»; Και το Βόϊδι του Ντελημάρη; Και τα μαθηματικά που τα λύναμε μόνο μείς; Και η παρέα μας; Και τα  αθώα αστεία μας; Βρε ηλίθιε είσαι δικηγόρος που θα πει ψύχραιμος . Βρες λύση. Και την βρήκα.

Πλησιάζω τον Γιώργο και τον ρωτάω.

-Γιώργο έχει πλάκα να έρχεσαι από το περιβόλι.

– από εκεί έρχομαι .

-και τι έχει μέσα η κλούβα;

-Λωτούς!!

-Λωτούοους;

-Ναι λωτούς.

Χωρίς να τα χάσω φωνάζω  σε αυτούς που πήγαν να πλακωθούνε

-Παιδιά ο Περιβολάκιας  έχει λωτούς. Απάνω του!!!!

Μια φωνή ακούστηκε και από τις δύο μεριές

-απάνωτουουουουου….

Και εκεί έγινε της πουτάνας. Βγάλανε έξω κουκουέδες και φασίστες  δυό καφάσα λωτούς, τους βάλανε κάτω στο πεζοδρόμιο και τους κάμανε να.

Ο Γιώργος κοίταζε και χαμογελούσε σα χαζός. Κούναγε το κεφάλι του και μονολογούσε

-καλά, καλάααα, πάλε καλά. Καλά να μου κάμεις παλιοτόμαρο.

Εγώ είχα σκάσει στα γέλια.

-Γιώργο, του είπα, μήπως έχεις μέσα και μούσμουλα;

-Έχω , μου είπε αυθόρμητα.

-Πού είναι;

-Πίσω από το κάθισμα.

Μπήκα μέσα βούτηξα  όσα μπορούσα , έβαλα και στις τσέπες μου για μετά.

Όταν οι νεαροί απόφαγαν τους λωτούς  τους είδα να κερνιώνται μεταξύ τους τσιγάρα Να δίνει φωτιά ο ένας του αλλουνού και να συμφωνάνε  όμορφα-όμορφα.

-Εμείς θα κολλάμε κάθε δεύτερη κολώνα. Εσείς κάθε πρώτη. Σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι.

-Θα φυλάμε τις δικές σας και θα φυλάτε τις δικές μας . Σύμφωνοι;

-Σύμφωνοι

Ο Γιώργος χαμογελούσε με εκείνο το αθώο χαμόγελο του Περιβολάκια και μου είπε

-Στο διάολο οι λωτοί. Θα πω του Ζώη(του πατέρα του) πως τους πούλησα και πήρα δυό κατοστάρικα . Θα τα βάλω από την τσέπη μου χαλάλι τους. Πάμε να πιούμε καφέ, να καπνίσουμε ένα τσιγάρο και να πούμε  τα δικά μας.

– Θα μου γράψεις πρώτα τις λέξεις  «φασίστας και κομμουνιστής» , κι αν τις γράψεις σωστά κερνάς, αλλιώτικα θα κεράσω εγώ.

Ένοιωσα εκείνη την στιγμή την μεγαλύτερη ευτυχία. Ξέρεις τι θα πει  δυό καφάσα λωτοί, τότε για μια στιγμή, να τερματίσουν τόσους πόνους, τόσες εξορίες, τόσες φυλακές.. Ξέρεις τι θα πει να  βλέπεις αδελφωμένους  αυτούς τους νέους που δεν είχαν να χωρίσουν τίποτε και ήθελαν να ξεχάσουν το χτες  όλων μας διατηρώντας  η κάθε πλευρά  την ιδεολογία της…

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Ασπρίσαμε και οι δύο. Πέτυχε σε μια υπόθεσή μου ο πελάτης μου να μου πει ότι έπρεπε να συνεννοηθώ με τον Γιώργο. Είμαστε σχεδόν γερόντοι και οι δύο.  68 χρονών!! Με το ένα ποδάρι στον λάκκο σχεδόν. Ήρθε ο Γιώργος στο Γραφείο μου να συζητήσουμε πάνω στα  ζητήματα της απόδειξης. Είπαμε ότι είπαμε από την υπόθεση και μετά αρχίσαμε τα δικά μας. Τον ρώτησα πώς βλέπει  τα πράγματα , πού πάει η κατάσταση, τι στάση τηρεί αυτός. Μου απάντησε πώς πάει , χάσαμε την ζωή μας, μας καταστρέφουν συνέχεια, πάνε τα παιδιά μας. Τα είπαμε ένα χεράκι. Διαφωνήσαμε όπου ήταν να διαφωνήσουμε και συμφωνήσαμε όπου ήταν να συμφωνήσουμε . Θυμηθήκαμε τους λωτούς . Του είπα πως θα γράψω ένα χρονογράφημα  γιατί αξίζει να μάθει ο κόσμος ότι  σαράντα  και  χρόνια  πριν είχαμε ξεπεράσει  όλα τα φράγματα των  φρονημάτων και ιδεολογιών  και είχαμε  μπει στην ουσία του κόσμου που ήταν  οι λωτοί  ………………….