Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Τα παρδαλά πέδιλα

Τα παρδαλά πέδιλα

pedila-tsakalosΠρέπει να ήμουν γύρω στα πέντε. Καλοκαίρι. Το σώμα μου και η ψυχή μου στο χωριό της ανταρσίας και της αντίστασης κατά πάντων και πασών.

Πλησίαζε  της Παναγίας. Τις πρώτες μέρες  του Αυγούστου έβαλα τα σκουσμάκια να με πάρει η βαβά μου στις Ποτισές που θα πήγαινε για λεύκασμα των μπαμπακερών και λιναρίσων υφαντών του αργαλειού. Η απόσταση ήταν μεγάλη και ο κίνδυνος να με χάσει και να πνιγώ στην θάλασσα μεγαλύτερος. Δεν με πήρε. Της έβαλα όμως δουλειές. Να μου φέρει ράτες απ΄ τα πρώιμα σταφύλια απ΄ τον Κάπρο του Άη- Γκίτα , να μου φέρει ακόνια για να παίζω πεντόβολα και να μάσει φώκια για να μου φκιάξει καινούργιο το στρώμα γιατί μου άρεσε η μυρουδιά τους. Το διάολο βλέπε και τον σταυρό σου κάνε. Γίνανε όλα τα χατίρια μου στο ακέραιο.

Βλέποντας ότι με τα σκουσμάκια κάνω ότι μου κατσαριστεί σοβαρά- σοβαρά λέω της βαβάς μου (αυτήν είχα για ταχυδρόμο των αιρέσεων μου) ότι θέλω «καινόργια» πέδιλα.

Θέλοντας και μη θέλοντας η μαύρη και μέσα σε κείνη την φτώχεια έπρεπε να βρεθούν καινόργια πέδιλα για να πάω καβάλα π΄σωκάπ΄λα  στην γιορτή της Παναγίας στο Παλιό Χωριό και να καμαρώνω και να με κοιτάνε οι κοπέλες και να λένε « ο Μπρανέλος έβαλε καινόργια πέδιλα» και να κάνω το κομμάτι μου.

Δεν ξέρω τι έγινε , δεν ξέρω αν ο πατέρας μου έστειλε λεφτά, αν έδωσε η βαβά μου απ΄ την κασέλα της  σε δυό τρεις μέρες την ώρα που έτρωγα αυγά με ντομάτα το δειλινό  μου ανακοίνωσε να πάω στο τσαγκάρικο να μου πάρει μέτρα ο Αντζουλάκης  να μου φκιάξει πέδιλα.

Την άλλη μέρα κατά τις δέκα πήγα στο τσαγκάρικο που δούλευε ο ξάδερφός μου ο Αντζουλάκης . Μπήκα καμαρωτός , είπα καλημέρα στον μπάρμπα Θεόδοτο τον Κούγια που ήταν δικό του το μαγαζί(αργότερα τον έκανα πραγματικό μπάρμπα γιατί γυναίκα μου είναι η κοπέλα του αδερφού του του Μηνά), στον Μαρίγκανο, στον Μιχαήλη τον Μανθιάτο και κοίταξα πονηρά-πονηρά τον ξαδερφό μου  τον Αντζουλάκη.

Ατζ΄λάκη μ΄ έστειλε η βαβά μας να μ΄ πάρς μέτρα να μ΄ φκιάσεις  πέδ΄λα.

Μου έριξε μια άγρια ματιά και μου είπε «άμα σε πιάσω θα σ΄ πω εγώ π΄ διάλυσες όλα τα Μανθιάτα για τα πέδ΄λα.»

Σήκωσα τους ώμους και πήγα κοντά στον Μιχαήλη τον Μανθιάτο, συγγενή μας, για καλό και για κακό μη και τις φάω.

Ήταν μέρες που όλοι οι παραπάνω (Θεόδοτος, Μαρίγκανος, Μιχαήλης, Αντζουλάκης ) δούλευαν ασταμάτητα με την βεντζιλόλαμπα λουξ ως τα μεσάνυχτα για να βγάλουν τις παραγγελίες για την γιορτή της Παναγίας και για γάμους που συνηθίζονταν να γίνονται αμέσως μετά της Παναγίας. Μέσα σε αυτό το χαλασμό να έχουν και τον διάολο να θέλει «ντου τα βία και καλά» πέδιλα καινόργια.

Μου πήρε μέτρα και αποκοντά με έβγαλε μέχρι τη βρύση και μό’ δοκε μια χεροκωλιά να μάθω και για να κάνει τον καμπόσο στις κοπέλες που ήταν μαζεμένες να πάρουν νερό. Έκανα πως έκλαιγα και πήγα και χώθηκα στα φουστάνια της βαβάς μου κι ούτε μετάτσαξα.

Φτάσαμε την παραμονή της Παναγίας το βράδυ. Πουθενά τα πέδιλα. «Έ βαβά να πέσω ή να μη πέσω ή να καρτερώ να μ΄ φέρει ο Ατζ΄λάκης τα πέδιλα;». Ο Μπάρμπας μου ο Φώντας θέλοντας να ξεμαγαρίσει απ΄ τον ληστή μου είπε να πάω να πέσω και την άλλη μέρα θαμπά θα βρω τα πέδιλα απάνω στη κασέλα της βαβάς μου.

Όπερ και εγένετο.  Την άλλη μέρα της Παναγίας με σήκωσε θαμπά η Βαβά μου. «Σήκω ορέ να πιεις το γάλα σου , να φας το κ΄λούρι σου , να βάλεις τα σκουτιά που σό΄ στειλε η μάνα σου και να φορέσεις τα πέδιλα που σό΄φκιασε ο Ατζ΄λάκης.»

Σηκώθηκα και το πρώτο πράμα που κοίταξα ήταν τα πέδιλα. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό κι αμέσως ξεκίνησα το ρεκατό. « Ε μωρή βαβά τι πέδ΄λα είναι αυτά αυτού; Άκ΄ ορή βαβά τα πεδ΄λα ο Ατζλάκης  τάφκιασε παρδαλά.» και κλάμα και κλάμα και ρεκατό με αναφιλητά.  Με τα πολλά μαζεύτηκαν όλοι  γύρω απ΄ το «παιδί» άλλος έλεγε πως ήταν μια χαρά, άλλος να βγάλω το σκασμό, άλλος  αφήτε με να τ΄ δώκω ένα χέρι ξύλο , άλλος ας το παιδί κατ΄ και πείτε του τι ωραία πού΄ ναι. Με βουτάει  με τα πολλά απ΄ τον σβέρκο η βαβά μου και χωρίς πολλά και λίγα με διατάζει να τα φορέσω. «βάλ΄ τα γιατί θα σε πελεκίσω» Τα φόρεσα κι ήτανε τουλάχιστον τρία νούμερα παραπάνω. Βάνει τις φωνές η Όλγα. «Ατζ΄λάκη φκιάστου τα παπούτσα δελόγκου να τα βάλει γιατί θα το σκοτώσω σήμερα» Τι να κάμει ο Ατζ΄λάκης κάθεται και μου φκιάνει με χαρτόνι από γάλατα πάτους και μου τα φέρνει ίσα-ίσα στο ποδάρι μου. «Βάλ΄τα» διέταξε η Όλγα. Σκασμός όλοι. Και γυρίζοντας σε μένα μου λέει «σήμερα δε θα πιείς γάλα , δε θα φας κλούρ΄, θα πας να ματαλάβεις ληστή ε ληστή. Ομπρός».

Όταν διάταζε η Όλγα όλοι καθόντανε σούζα. Φκιάσανε τα πράματα ο Ατζουλάκης και η Ντίνα  και η Βαβά μου διάταξε «Ατζ΄λάκη πάρε το διάολο π΄σκάπ΄λα». Μπήκε ο διάολος  πισωκάπουλα στο άλογο του  παππούλη μας  και κινήσαμε για την Παναγία στο Παλιό Χωριό.

Ο Ατζουλάκης ότι φτάσαμε έδεκει στο περνάρι του Βάρδα μου λέει «βαστιώσουνε καλά από πάνω μου και να δεις τι τράκες θα κάνεις με τα πέδιλα. Όλο το χωριό θα μιλάει για τα πέδιλα κι απ΄ αύριο θα έρχονται όλοι να ζητάνε τέτοια πέδιλα. Μην είσαι χαμένος εσένα θα κοιτάνε όλες οι κοπέλες. Χαμένε ε χαμένε το παράξενο προσέχουν όλοι , στα μπαμπάγια δεν δίνει κανένας σημασία.»

Τότε άρχισα να καμαρώνω τα πέδιλα μου.

Ήταν χειροποίητα με βάρδουλο και σόλα σίδερο. Τα ψίδια ήταν τρίχρωμα. Καφέ το κουτουπιέ με όμορφες τρύπες στα δάχτυλα. Με  σταχτί στην φτέρνα και λουράκι κόκκινο της φωτιάς. Πρώτο πράμα και πρωτότυπο. Έσκιζε, Τα κοίταγα και καμάρωνα τα παπούτσα μου σαν Καρσάνος και  αγκάλιαζα σφιχτά τον ξάδερφό μου που μεγαλώναμε σαν αδέρφια κι έπαιρνα  δύναμη και  καμάρωνα  κι έκανα τα πέδιλα πέρα να δούνε οι κοπέλες και τα παιδιά τι όμορφα παπούτσα φορούσα και ποιος μου τά ΄φκιασε.

Πηγαίνοντας τα ίσα πάνω και διαβαίνοντας τον Σταυρό, τα Αλώνια, τη Σφελαχτουριά, τ΄ Αλωνάκι, το Λόμπο, τ΄ Αμ΄δαλάκι και στρίβοντας κατά την Παναγία όλοι είχανε να κάμουνε με τα πέδ΄λα μου. «Κοίτα πέδ΄λα που φοράει ο μπρανέλος»  λέγανε όλοι κι εγώ σφιγγόμουνα  πάνω στον Ατζλάκη και καμάρωνα « Μ΄ τά ΄φκιασε ο Ατζλάκης» !!!!

Κι ό Ατζλάκης έδινε μια στο άλογο κι ανεβαίναμε , κι ανεβαίναμε και φτάσαμε στην Παναγία και κατέβηκα και πάτησα με προσοχή μη τα μαγαρίσω και πήγα στην Ωραία Πύλη πρώτος να με ματαλάβει ο Παπά Καμαράδας και πρόσεχα μη μου τα πατήσει κανένας.

Με ένα δίκαρο που μου είχε δώσει άναψα κερί στην Παναγία και προσευχήθηκα να τους έχει ο Θέος όλους καλά τους δικούς μου και να μη μου χαλάσουν ποτέ τα πέδιλα.

Τώρα που τα ματασκέφτομαι όλα αυτά., βλέπω πως τα πέδιλα δεν μου χαλάσανε ποτέ γιατί τα έχω μέσα μου ως την θανή μου.

Ηλίας Τσάκαλος

ΥΓ. Την αφήγηση αυτή την φύλαγα για την γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο. Όμως η Ντίνα και η Ζαχαρούλα , κόρες του Ατζ΄λάκη, επέμεναν να την δημοσιεύσω τώρα. Είναι χαρισμένο σ΄ αυτές  και σε όλους κείνους που άναψα κερί στην εικόνα της Παναγίας.