Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Τα π’ λια του σέμπρου

Τα π’ λια του σέμπρου

kotes

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

Ήταν μια από κείνες τις βουρλισμένες μέρες της άνοιξης που σαρώνει το παζάρι μια Όστρια του κερατά και βογκάνε οι λαμαρίνες στα υπόστεγα της αγοράς της μικρής μας πόλης. Τρίχες, χαρτιά, σκουπίδια, πανιά στριμώχνονται στις γωνίες κι από κεί με ένα ρίπισμα του ανέμου πετούν και χάνονται πάνω από τις στέγες των δίπατων σπιτιών. Να φωνάξεις τέτοιες μέρες, δεν ακούς ούτε κι εσύ την φωνή σου.

Ο μπάρμπα Μ΄νας  ανέβαινε τα ίσα απάνω την αγορά χαμογελαστός. Είχε πάει στο ΤΑΟΛ να παραλάβει την διαταχτική του για τα σταφύλια που παράδωσε  στο εργοστάσιο τον περασμένο Σεπτέμβρη, την είχε  εξαργυρώσει στην τράπεζα Αθηνών και με τα λεφτά στην τσέπη πήγαινε να κάνει τα ψώνια του και μετά να πάει στα χάνια του Τετράδη να παραλάβει το μουλάρι του και να πάει στην Εξάνθεια.

Όλο τον δρόμο σκέφτονταν τι να πάρει της Ασπασίας της Βάρδαινας  να τον αφήσει ήσυχο για καμιά δεκαριά μέρες τουλάχιστο με την μουρμούρα της.

«Ορέ  θα τ΄ς πάρω  ρέγκες να τ΄ς ψήσει και να φάμε με όρεξ΄ τα λαθύρια π΄θα μαγερέψ΄. Ω! Κι αν τς πάρω ρέγκα θα βάλει τα σκουσμάκια και θα μ΄ πει : «γιορέ μπόγια και τα παιδιά μ΄ δεν τα  σ΄λοήστηκες. Δεν τσό παιρνες  κάνε κανένα λ΄κούμ΄, κανιά καραμέλα τς κανέλας. Μπόγια ε μπόγια π΄ ούλο  σκέφτεσαι αυτά αυτού τα κέρατα με τον Πανάο και τον κερατά τον Βενιτζέλο που μ΄ κλείσανε το σπίτ΄» . Μπα δεν τς παίρνω ρέγκα. Θα τς πάρω λ΄κούμια Πατρών. Ω! Κι αν τς πάρω λουκούμια Πατρών θα μ΄ πει.: «ορέ μπόγια τι σκατά είναι τούτα. Δεν μπόρειες να παρ΄ς τ΄ παιδιώνε σ΄ κανιά λάπη ή κανιά φλάδα να μάθ΄νε γράμματα μη λάχει και φύβγουνε απ΄τ΄ν  Εξάθεια και πάνε εκεί π΄ ζει ο κόσμος. Ο λαλάς  μου ο Κώστας ο Βάρδας το γυιό τ΄ μου πε θα τονε βάλει στο Σκολαρχείο για να τον καμ΄ δάσκαλο» Μπα δεν τς παίρνω  μάϊδε λάπες, μάϊδε  Φλάδες . Θα τς πάρω  ……»  έβγαλε την σκούφια του, έξυσε το κεφάλι του δεν έβρισκε τι να της πάρει  και συνέχισε να ανεβαίνει μέσα σε χίλιες δυό σκέψεις το αριστερό πεζοδρόμιο που ο αέρας έκοβε και δεν  σε βάραγε  άγρια.

Ο  μπάρμπα  Μ΄νας  ήτανε   ένας συνηθισμένος πολυφαμελίτης Ξαθείτης. Εφευρετικός, πονηρός , πολυμήχανος και  αντιρρησίας από κατασκευής του, με γλώσσα  φαρμάκι για ότι έβλεπε κι ότι άκουγε στον κόσμο παράξενο. Και Βενιζελικός Παναγία βόηθα. Με τον Πανάγο μια ζωή. Όχι δεν γούστερνε αυτά τα σκατά  τους Λαϊκούς και τους Βασιλιάδες γιατί έτσι του κατσαρίστηκε μια και ξαρχής  και δεν το αλλάζει με τίποτα.

Με το αρχοντολόϊ  και τους  σέμπρους τους δεν γούστερνε κουβέντες. Ήταν ελεύθερο πνεύμα που πάλευε να δει τον κόσμο ελεύθερο και νοικοκύρη στην περιουσία του, στην γυναίκα του, στα παιδιά του, στο μέλλον του. Για να πετύχει αυτά κόμπιαζε χίλια δυό κόλπα . Ήταν εφευρετικός εκεί που δεν παίρνει.

Γνώριζε πως με τα λεφτά στα χέρια του χωριάτη μπορούσες να ορίζεις τον τόπο σου γι αυτό και ανακατώθηκε σε δουλειές που άλλοι δεν πλησίαζαν. Είχε και κουνιάδο τον Κώστα τον Βάρδα που ήταν  μεταφορέας  και ζούσε το παζάρι. Έτσι σιγά-σιγά τα κατάφερνε μια χαρά  έχοντας πάντα την γκρίνια  την Ασπασίας  της Βάρδαινας απ΄ τα Μανθιάτα που την γκρίνια και το γινάτι τα μαθαίνουνε από την κούνια.

Ο μπάρμπα Μηνάς ανέβαινε το παζάρι κι ότι έφτασε μπροστά στο σοκάκι που μας πάει στον Αη-Νικόλα κοιτάζει και τι να δει. Ένας ξεσκλιάρης χωριάτης απ΄ τα πίσω χωριά  κρατούσε στα χέρια του ανάποδα δυό κοκοτούς  δεμένους απ΄ τα ποδάρια  και στεκόντανε  στην θερία πόρτα απ΄ το τρίπατο σαράϊ του μεγάλου γαιοκτήμονα. Φυσούσε  τέτοιος αέρας που δύσκολα κρατούσε τα πουλιά στα χέρια του.

Προχώρησε και έφτασε ακριβώς απέναντι απ΄ του αρχόντου το σαράϊ , ακριβώς στην πόρτα του μαγαζιού του Κουτσούρια. Κοντοστάθηκε και κοίταζε. Ο Πισνοχωρίτης βάραγε  το ρόπτρο της πόρτας , κοντοστεκόντανε και ξαναβάραγε. Κοντοστεκόντανε και ξαναβάραγε. Φοβισμένος.

Ο  μπάρμπα Μηνάς δεν το κούνησε από εκεί. Καθόντανε και έβλεπε τον ξεσκλιάρη με τους δυό κοκοτούς στα χέρια , να χτυπάει την πόρτα του αρχόντου, η πόρτα να μην ανοίγει και ο ξεσκλιάρης εκεί, να επιμένει.

Χαμογέλασε  έπιασε και έβαλε την σκούφια του ζαβά και τράβηξε και πήγε απέναντι.

-Τι κάνεις αυτού ορέ; Είπε του πισνοχωρίτη
-Έφερα κάτι π΄λια τ΄ αφέντη , απάντησε φοβισμένα.
-Βαράς και δεν σ΄ ακούει κανένας έ; Πού να σ΄ ακούσ΄ ορέ. Εσύ είσαι κατίβος . Δε το κατάλαβες φαίνεται.

Ο χωριάτης τον κοίταξε με βλέμμα κλαμένο, φοβισμένο και παρακαλετό

-Του τα φέρνω μην λάχ΄ και μ΄ αφήκει  σέμπρο κι εφέτο άνθρωπέ μ΄.  

Ο  μπάρμπα Μηνάς  ούτε που τον κοίταξε , ούτε που τον έβαλε από κουβέντα άλλο. Ένοιωθε μέσα του ένα πέλαγος περιφρόνησης. Δεν χάνει καιρό και αρχίζει να χτυπάει , να κλωτσάει, να βαράει την πόρτα και να φωνάζει :

-Κατεβείτε ορέ να πάρτε τα π΄λιά.

Κάποτε με τα πολλά κατέβηκε  η υπηρεσία, άνοιξε την πόρτα και κοίταξε αυτούς που στέκονταν στο πεζοδρόμιο.

Ο μπάρμπα Μηνάς  της είπε αμέσως.

-Άκου ορή να πεις σε εκεινούς που δεν ακούνε ότι δεν λυπήθηκα αυτόνε,  αυτός έτσι θα πάει, λυπήθηκα αυτά τα δύο π΄λάκια.

ΥΓ: Αυτό το δωρίζω σε όσους  ακόμα  κρατάνε πουλάκια κάτω από τις πόρτες  των μεγάλων  αφεντικών και ανέχονται να τους κυβερνούν οι υπηρέτριες……………