Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Το Πεντοφάναρο και το ρολόϊ του Αγίου Σπυρίδωνα

Το Πεντοφάναρο και το ρολόϊ του Αγίου Σπυρίδωνα

pentofanaro

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

(αφιερώνεται σε όσους νομίζουν ότι έχουν το χάρισμα του Δημιουργού)

Παρόλον ότι τους χώριζαν δεκάδες χρόνια από τις δέκα το πρωΐ ως το μεσημέρι που έπαιρνε ο καθένας το μπαστουνάκι του με την ασημένια λαβή, δείγμα της κοινωνικής καταγωγής και καταξίωσης και πήγαινε σπίτι του να γευματίσει, κάθονταν, άλλοτε ομιλούντες , άλλοτε σιωπώντες, άλλοτε παίζοντες στην κιθάρα ένα φτηνό ιταλιάνικο τραγουδάκι, στο δεξί μπροστινό τραπέζι του μεγάλου καφενείου στο οποίο σύχναζε όλος ο καλός κόσμος της μικρής πόλης.

-Το Πεντοφάναρο δεν με αφήνει να δω το ρολόϊ του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεν είναι θέση αυτή που συνήθως κάθομαι, διαμαρτυρήθηκε αιφνιδίως και ευπρεπώς ο ζωγράφος ο Γαζής .
-Κάν΄ το στην άκρη και δες, απάντησε με περισσή αυθάδεια η παρέα του, το γνωστό πειραχτήρι, ο ελάσσων ποιητής.
-Τι λες βρε, με ποιο δικαίωμα να κάνω στην άκρη το Πεντοφάναρο για να δω αυτό που δεν βλέπεται!! Μπορώ; Απάντησε με θυμό ο Γαζής.

Ήρεμα ο ελάσσων ποιητής απάντησε με νόημα μεταξύ υποδείξεως και καγχασμού
-Με το δικαίωμα του Δημιουργού!!! Δεν είσαι ζωγράφος; Κάνε στην άκρη αυτό που σε εμποδίζει να βλέπεις!
Ο Ζωγράφος γεμάτος θυμό σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στο διπλανό , κάθισε και κοίταξε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα και γυρνώντας προς τον ελάσσονα είπε
– Από εδώ βλέπω μια χαρά.
Αναίσθητος ο ελάσσων ποιητής και χαμογελώντας απάντησε πως « το παν είναι να δεις το ρολόϊ από εδώ που εμποδίζεται το βλέμμα σου»

Ο Ζωγράφος σηκώθηκε και πήγε στην αρχική του θέση . Πήρε τον καφέ του. Ήπιε μια γουλιά, άλλαξε μαμέ στο μαρκούτσι του ναργιλέ, τράβηξε μια ρουφηξιά και έμεινε συλλογισμένος
-Έχεις δίκιο. Πρέπει να παραστήσω τον Θεό. Μόνο Αυτός έχει τέτοια δικαιώματα. Ο ελάσσων γέλασε με την ψυχή του.
-Ο Θεός…Μα ούτε κι αυτός έχει τα δικαιώματα του Δημιουργού πλέον. Έχει παραιτηθεί στο τυχαίο από τότε που έφκιαξε τον άνθρωπο. Ο ζωγράφος όμως…
– Τι λες βρε; Απάντησε θυμωμένος ο Ζωγράφος αφήνοντας το μαρκούτσι πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι , τι λες; Ο Θεός . Ποιος σου είπε ότι ο Θεός παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του και ποιος μπορεί να συγκριθεί με τον Θεό;

Ο ελάσσων χάϊδεψε το μουστάκι του, έγραψε ένα σαρδόνιο γέλιο στα χείλη του και ήρεμα άφησε τα λόγια να φύγουν γλυκά απ΄ το στόμα του
-Ο Θεός ; μα αυτά τα μπουντά, πρόχειρα χρώματα των σκηνικών στις εικόνες των αγίων σου … ποια απ΄ αυτά έχει φκιάξει ο Θεός; Εκείνα τα κόκκινα, εκείνα τα βαθειά μπλε που τα βρήκες; Είναι χρώματα γεμάτα μαύρο!!!! Πού υπάρχει αυτό το μαύρο κάτω απ΄ το κόκκινο και το μπλε;

Ο Ζωγράφος τα ΄χασε. Ποτέ δεν είχε προσέξει τα χρώματα του. Ποτέ δεν είδε, αν τα χρώματα ήταν δικά του ή του Θεού. Έξυσε το κεφάλι του από αμηχανία.

– Με ποιο δικαίωμα δεν αντιγράφω τα χρώματα που κατασκεύασε ο Θεός; Μπορεί ένα πεπερασμένο ον να υποκαταστήσει τον Θεό; Για να το κάνεις αυτό χρειάζεσαι χρόνο.
-Χρειάζεσαι να μπορείς να μεταθέσεις το Πεντοφάναρο για να βλέπεις τον χρόνο ζωγράφε μου. Αυτά δεν μπορεί να τα δει η ζωγραφική, γιατί δεν έχει χρόνο!!!!!

Ξανά χαμογέλασε ο ελάσσων και γύρισε τις πλάτες του στον ζωγράφο για να μην βλέπει ότι κατέβαζε μια βανίλια σε δροσερό νερό. Άφησε μετά ένα μεγάλο χρόνο σιωπής και έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του την ταμπακέρα του για να φκιάξει ένα τσιγάρο.
-Τι λες; Θέλεις κι εσύ να φκιάξεις τσιγάρο; Παράτα τον ναργιλέ. Μην σκέφτεσαι πολύ. Κι εγώ που βρίσκω τις ρύμες ; μήπως και τις δίδαξε κανένας σε μένα. Βρήκα έτοιμες και πάνω σ΄ αυτές φκιάχνω τις δικές μου. Απλά πράγματα κύριε ζωγράφε.

Ο Γαζής ήταν βαθειά συλλογισμένος , δεν απάντησε , ήταν στο κόσμο του , στο κόσμο του Θεού.
-Να σου πω , είπε σε μια στιγμή στο ποιητή, δηλαδή μπορώ να ζωγραφίσω την πλατεία σε ώρα βροχής καλοκαίρι καιρό και το Πεντοφάναρο να λείπει για να φαίνεται το ρολόϊ; Έχω τέτοιο Δικαίωμα κύριε ελάσσονα;

Ο ελάσσων γέλασε πιάνοντας την κοιλιά του
– Αν δεν το κάνεις αυτό, ποτέ δεν θα καταλάβεις τα όρια ανάμεσα στο Θεό και τον Δημιουργό ζωγράφε.
Ακολούθησε σιωπή ο ζωγράφος εισήλθε στην σκοτεινή άβυσσο των σχημάτων και των χρωμάτων και ο ελάσσων ποιητής στον ατέρμονα δρόμο των ρυθμών και του χρόνου. Και οι δύο χάθηκαν στον κόσμο της Δημιουργίας πέρα απ΄ τα φτηνά, αναλώσιμα υλικά του πεπερασμένου χρόνου .

ΥΓ1. Το παρόν αποτελεί δεύτερο μέρος ενός σύνθετου διηγήματος με τον προσωρινό γενικό τίτλο «τα όρια του κόσμου». Είναι πρώτη γραφή και ασφαλώς χρειάζεται πολύ δουλειά και πολλές πληροφορίες για να αποτελέσει ολοκληρωμένο αφήγημα. Όμως αναγκάστηκα να το δημοσιεύσω εδώ, όπως είναι, σαν υπενθύμιση στο εαυτό μου και στον καθένα που νομίζει ότι γεννήθηκε με το χάρισμα του Δημιουργού.

ΥΓ2. Η κεντρική του ιδέα στηρίζεται σε μια πλάκα που έγινε πριν από χρόνια σε μια παρέα που καθόμουν στην πλατεία της Λευκάδος με τους ζωγράφους Θ. Στάμο και Π. Φίλιππα-Πανάγο και τον λαϊκό ζωγράφο Θεοδόση Σταματέλο, όταν σε μια στιγμή είπα στον Π. Φίλιππα- Πανάγο να παραμερίσει το Πεντοφάναρο για να δει την πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Με κοίταξε με περιέργεια και μου είπε πως «αυτό είναι αδύνατο». Αμέσως εγώ απάντησα ότι «αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, δεν είσαι ζωγράφος». Πετάχτηκε τότε ο Στάμος και είπε θυμωμένα: «ναι μπρε , ο ζωγράφος είναι Θεός. Τα πάντα μπορεί» !!!!!!!! Φυσικά τότε αυτό ήταν μια πλάκα , ένα αστείο, ένα πείραγμα που όμως τόσα χρόνια οριοθετούσε ύπουλα, κατά την άποψή μου, το δικαίωμα της Δημιουργίας στο ανθρώπινο ον.

ΥΓ3 Φυσικά επέχει θέση χρονογραφήματος μια και πλέον είναι της μόδας ο οιοσδήποτε να λαμβάνει το δικαίωμα να εμφανίσει τα βιώματά του ως τέχνη.