Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Τελικά έκλεψε τ΄ βάβω η πάππους;

Τελικά έκλεψε τ΄ βάβω η πάππους;

giagia_xeriaΗ πάππους είχε μ΄στάκια θερία π΄ σκέπαζαν το στόμα τ΄ ούλο και δεν φανιζόντανε η απαλή γραμμή των πουτανιάρικων χειλιών του.

Δε ξέρω αν τα ζήλεψε η βάβω καθώς διάβηκε καβάλα στον Καρούλια, το κοκκιναδερό αψύ άλογο τ’, κι εκείνη πότιζε το βάζο με τα βασιλικά της. Της έριξε μια ματιά φλογερή, απ΄ τα μπηγμένα βαθειά στις κόγχες τους μάτια του, λένε, κι έβγαλε ένα αναστεναγμό βαθύ ο κατεργάρης, ο πουτανιάρης, ο πόνηρος, ο γκεζεριστής, ο κοροτσέρης η πάππους και της είπε «κοπέλα μ΄ δώμε και μένα ένα κλωνί βασιλικό να τονε βάλω στ΄ αυτί μ΄, να με χαϊδεύ΄ η μόσκος τ΄». Εκείνη τον κοίταξε ανάμεσα στο ξανθιό τσουλούφι των μαλλιών της με μάτι που του ρούφηξε, έτσι του φάνηκε, το μέσα το μυαλό τ΄ , του ΄πε, λένε, «Μίχο μ΄ μ΄ άρέουν οι μ΄στάκες σ΄ και τα λόγια σ΄ τα πλάνα» κι αποκοντά δεν έβγαλε τσαξά και μπήκε μέσα στο σπίτι τ΄ παπά τ΄ χωριού πούχε χριστιανούς κι άπιστους μωχαμέτηδες ντόπιους και ξένους φερμένους απ΄ την Άρτα σαν δόθηκε στο Βασιλέα των Ελλήνων.

Η πάππους πονηρότατος σα τς αλπές κατάλαβε πως η κοπέλα του παπά του ζήλεψε τις μουστάκες, το κοκκιναδερό άλογο και γενικά τον ζήλεψε για την ομορφιά και την τσαχπινιά τ΄ μια κι ήτανε μάγκας, παραμυθάς και μοσκοβόλαε σαν σερνικό τραΐ.

Η πάππους σκέφτηκε πως καλά ήτανε να πάρει γ΄ναίκα που να χει φάει λειτουργιές, να χει κάτασπρη πέτσα π΄ να χωρίζουν οι φλέβες τς και να ΄ναι με ξανθά μεταξωτά μαλλιά ως τη μεσούλα της κι από τα μέρη που οι μωχαμέτηδες αυτές τις λιγουρεύονται, τις βάνουν στον οντά τους να τους χορεύουν με τον αφαλό όξου.

Τον άλλο μήνα, άφκε να περάσει καιρός και να ξεχαστεί, ξαναπήγε στους Μαμτσαούς και διάβηκε απ΄ το σπίτι του παπά. Η ξανθιά γαλανομάτα η βάβω πότιζε πάλι τα βασιλικά της. Ότι τον είδε της ήρτε να λιγωθεί και του λέει «ορέ καλόπαιδο τι σε΄ φερε πάλε εδώ;» Κι η πάππους της απάντησε «Πως σε λένε για να ξέρω το όνομα εκεινής που θα κλέψω, να τη πάω στο τσαρδάκι μ΄, να κάθεται κατ΄ απ΄ την ασκαμνιά να με καρτερεί για νάρτω;» Με λένε Λενιώ είπε και χαμπήλωσε τα μάτια της σα κοπέλα παπά πούτανε. «Αν έχεις βαλμένα τα σκουτιά σου, της είπε, ανέβα μπροστά στο Καρούλια να πάμε να φύγουμε στα χωριά τ΄ Κάμπου να σε κάμω σουλτάνα».

Η Βάβω ξαναχαμπήλωσε τα μάτια της μπήκε, πήρε ένα σκουτάκι για να το βάλει μπροστά στ’ άλογο για να μη κολλήσ΄νε στο φστάνι της τρίχες και φαπ απάνου και με μια βιτσά τ΄ αλογού η πάππους έφτασε στο Ποτάμι κι έδειξε στη βάβω το μεγάλο γιοφύρι της Άρτας, άρχισε να της τραγουδάει το τραγούδι τ΄ «Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι….» και της είπε ή σε παίρνω με παπά και με κουμπάρο ή σε κείνη τη μεσιανή καμάρα θα κρεμαστώ για σένα σουλτάνα μ΄ να με βλέπ΄νε οι Τούρκοι από δώθενε και οι Γραικοί του βασιλιά από κείθενε και να μην με ξεκρεμάει κανένας Λενιώ μ΄. Κι εκείνη, μεγάλη μάρκα, τούπε ¨ Όϊ Μίχο μ΄ δεν σε παρατάου ιγώ , συ θέλου και θα σ΄ έχου τρανό τραΐ »

Κι έτσι η Πάππους πήρε τ΄ Λενιώ τ΄, τ΄ βάβω μας, και την πήγε στο χωριό κι έκαμε τς πατεράδες μας κι απ΄ τς πατεράδες μας βγήκαμε εμείς κι από μας άλλοι κι άλλοι, αλλά το ρώτημα θα παραμείνει στους αιώνες των αιώνων: Τελικά έκλεψε τ΄ βάβω η πάππους;

Ηλίας Τσάκαλος

Αφιερωμένο στην μνήμη του πάππου μου και της βάβως και σε όλες τις γυναίκες για την γιορτή της γυναίκας.