Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Το παραγάδι της γάτας

Το παραγάδι της γάτας

24108911

Κάποτε, εκείνα τα χρόνια που στην Λάμια κυμάτιζε το μισοφέγγαρο του Αλή Πασιά και στον Τεκέ χεσμένοι στο χασίσι ξύνανε τα λιακά τους οι Οθωμανοί ντερβισάδες, ένας Περατιανός ζωέμπορος είχε συνήθειο να παρκάρει στην παράγκα της Μαριάννας στο Κάστρο.

Ήταν κάπως χοντρούλης, κάπως ανοιχτόκαρδος, κάπως γελαστός, κάπως γκαϊδούλης, κάπως πονηρούλης, κάπως πολυλογάς. Ήταν κάπως γενικώς. Κάτι σαν παρουσία κάπως εντός των παρόντων ημερών.

Έμπαινε στην παράγκα, παράγγελνε καφέ « έναν καϊφέ   πολλά βαρύ και όχι με τρεις φουσκάλες παρακαλώ» έλεγε, έπιανε την γωνία απέναντι από την Μαριάννα, άναβε τσιγάρο σέρτικο και χάζευε τους ψαράδες που στραβωνόντανε στην τέχνη τους, κουτσοπίνανε, λέγανε ένα σωρό ιστορίες για αγρίους, κάνανε τα αστεία τους, κορόϊδευαν την φτώχεια τους και γλεντούσαν την πάσα στιγμή της ζωής τους. Ο Στραβοτσελεμεντάκος τρόχαγε την μαχαιροπούλα που του έμεινε απ΄ τα χρόνια που ήταν σφάχτης στα δημοτικά σφαγεία. Ο Μουρμουράκος έλεγε φιλοσοφίες και ανέκδοτα που ήταν συνηθισμένος. Ο Μεσιέ ντε Γκάλ ντε λα Κολοτριπίντ καθάριζε τους χοντρούς φακούς των ματογυαλιών του και ρούφαγε το βουνίσο τσάϊ του θορυβωδώς. Ο Καρακίτσος με το κεφάλι κάτου έμπηγε παραγάδι. Η Μαριάννα έφκιανε δίχτυα αμέριμνη. Ο Μότσας μάθαινε αριθμητική με τα δάχτυλα και παρακολουθούσε ειδήσεις στα γερμανικά. Ο Καραμούσας λογάριαζε πόσο θα πιάσει απ΄ το εμπόρευμα του καλοκαιριού. Γενικά όλοι δουλεύανε και ο μόνος που κάθονταν ήταν ο γουβιελάτος γάτος της Μαριάνας που χουζούρευε δίπλα απ΄ το μαγκάλι και ο Δερβίσης ο Περατιανός ,ο Νταμουζάνα-αφέντης με το όνομα, που βύζαινε τον καπνό του τσιγάρου του σαν αράπης.

Πέρασαν τα πρώτα χιόνια της χρονιάς στο Περγαντί. Πέρα στο βάθος το Βούστρι κράταγε λίγα ακόμα. Πέσανε τα δεύτερα. Είχε πιάσει τέλος του Φλεβαριού. Ο Δερβίσης ο Περατιανός ο Νταμουζάνας παρκάριζε στη παράγκα και μάθαινε απ΄ τους ψαράδες την τέχνη και τα χωρατά τους.

Εκείνη η χρονιά πέτυχε δύσκολη, πολύ δύσκολη. Η γη δεν πόρεψε καλά .Τα ζώα δεν αυγάτισαν. Τα σπαρτά χάθηκαν. Όλα ήρθαν στραβά και ανάποδα. Ο Νταμουζάνας έμεινε από ψωμί. Σκέφτηκε λοιπόν «άμα μπρέ στεργιά ντεν έχει σωμί , θάλασσα τι ένεται;» Κ΄ έτσι αποφάσισε να γίνει ψαράς.

Ρώτησε και έμαθε «ποιός φκιάνει μπρέ αυτός το μονόξυλος». Του είπανε αόριστα ο «Κούνος ο μικλός ο μάστολα». Πούλησε τα γίδια του και πήγε στον Κούνο το μικλό μάστολα και παράγγειλε « ένα ίσο βάρκα μπρέ. Ίσο. Λευκαντίτη πριάρι». Ο Μάστορας του έφκιασε ένα πριάρι κάπου στα δέκα σκάρσα πάσα. Φίνο.

Άραξε το πριάρι στο Κάστρο. Το ονόμασε Άγια Μαύρα. Πήρε λεμβολόγιο από το Λιμεναρχείο. Και κίνησε να φκιάξει εργαλεία ψαροσύνης. Η Μαριάννα του είπε να φκιάξει δίχτυα που την συνέφερε μια και θα τα αρμάτωνε και θα έβγαζε το μεροκάματό της. Ο Στραβοτσελεμεντάκος του είπε να μην ξεχάσει να έχει μια μαχαιροπούλα. Ο Καραμούσας του είπε να αγοράσει δίχτυα γιαπωνέζινα φανά να κάμει τη δουλειά του που τα πουλούσε. Ο γέρο Κίτσος του είπε να φκιάξει παραγάδι γιατί τα δίχτυα θέλουν λεφτά και μέση, που έζησε το παρελθόν και έβλεπε το μέλλον. Ο Μουρμουράκος του είπε «πρώτα να μάθει να αγναντεύει την Λάμια και μετά κατεβαίνει στην θάλασσα» που ήθελε να γελάσει με την αμάθεια του Νταμουζάνα. Τον μπερδέψανε τον άνθρωπο. Έπιασε το κεφάλι του με τα δυό του χέρια και τους είπε :

-Εγκώ μπρέ πιάσω ψάρια. Ψάρια όχι εργκαλεία πιάσω ψάρια. Ούφ . Ντιαόλοι!!!!

Καβάλησε τη Ζούνταπ και έφυγε κατά τον Τεκέ.

Αφού βόσκησε τις δυό-τρεις μαρτινούλες που του είχαν μείνει καμιά βδομάδα κατέβηκε στην παράγκα και έπιασε την θέση του στο τραπέζι το μεγάλο της Μαριάνας , στη γωνία . Παράγγειλε καϊφέ . Έχωσε το δεξί του χέρι στην αριστερή μέσα τσέπη του σουρτούκου του, έβγαλε χρυσόχρωο καπνό μπασμά Κατουνιώτικο και τσιγαρόχαρτο λαθραίο τυλιγμένα σε φύλλο εφημερίδας, έφκιαξε τσιγάρο ανάμεσα σε αντίχειρα και δείχτη, το έστριψε, το σάλιωσε, το άναψε με τον πριόβολο, τράβηξε βαθειά , ήπιε μια θορυβώδη πρώτη ρουφηξιά καϊφέ, είπε «μπράβο Μαριάννα ετούτο καϊφέ καλός» , σταύρωσε τα πόδια του και περίμενε τους μπουρανέλος να έρθουν.

Δεν πέρασε ώρα και άρχισαν να έρχονται ένας – ένας. Τους καλημέριζε με ένα « καλό να σ΄ εύρη γιαβρούμ» ,παράγγελνε στην Μαριάννα ένα « φκιαξει το παιντί καϊφέ» και καθόντανε αμίλητος.

Σαν μπήκε στην παράγκα ο γέρο Κίτσος τελευταίος και καταϊδρωμένος του είπε

  • Καλό το παραγκάντι μάστορα . πώς ένεται ;

Ο γέρο Κίτσος τον κοίταξε χαμογελώντας .

– Το παραγάδι θέλει ματσέτα κλωνά νάϋλον ,κι άλλο καρούλι κλωνά νάϋλον , και κόφα και αγκίστρια και φελά και τον Καραμούσα. Ο κώλος σου θα βραχεί να πιάσεις ψάρια. Τα ψάρια τα έχει η θάλασσα πέρα βαθειά εκεί που γαλαζώνει.

Πετάγεται το σταυρωτήρι Μουρμουράκος και λέει

  • Καπ΄τά-Νταμουτζάνα θα πας και στο Φαναράκι ξυπόλητος, θα πάρεις και ένα μποτσόνι νερό αγνό παρθένο μαλλί κι μετά να πας στο Κουτσοΐβαρο και να πάρεις πέντε-έξη τσακανιάδες και θα πας στον Άη Αντώνη να τα βράσεις με ξύλα από σχοινάρες. Θα πίνεις ένα κύπελο απ΄ το ζουμί πρωί , μεσημέρι βράδυ και θα σου περάσει η πρεμούρα για την ψαροσύνη σε κάνα –δυό μήνες.
  • Τι λέει μπρε τούτο ; τι σκατά ζουμί λέει.
  • Ζουμί καλό, λέει, του είπε ο γέρο Κίτσος ξύνοντας τον σβέρκο του. Θάλασσα έχει ζουμί σκατά, συμπλήρωσε.
  • Και αγκίστρι τι το θέλει ζουμί;
  • Αγκίστρι πιάσει γκάτα παραγάδι, του είπε ο Μουρμουράκος.
  • Σκατά πιάσει ή ζουμί ή γκάτα!!!

Εκείνη την ώρα ένα πελώριο σώμα έφραξε την πόρτα της παράγκας. Ω! ήρθε ο Τάμ-Ταμ χαμογελαστός.

  • Καλ΄μέρα !
  • Καλ΄μέρα μπάντα κι΄άλλ΄
  • Καλώς το κ΄μπάρο.
  • Κάτσε κ΄μπάρε να πιείς καφούλ΄.

Έκατσε που να μην καθόντανε ο Τάμπακας.

  • Έ κ΄μπάρε απ΄τ΄ Περατιά πώς κι από δώθενε;
  • Ήρτα μάθει παραγκάδι.

Ο Τάμ-Ταμ ,κουφός στα αυτιά εκ περιτροπής και όταν ήθελε, τον κοίταξε και του είπε:

– Παραγκάδι ; Παραγκάδι Τούρκος πνίγηκε πηγκάδι!

Ο Νταμουζάνας τον   κοίταξε στα μάτια έβαλε τα γέλια και απάντησε

– εγκώ δεν είμαι Τούρκο μπρέ, είμαι Περατιανό βλάχο και ήρτα μάθει παραγκάδι Μπουρανέλος.

Να μην τα πολυλογούμε κατέβηκε στην Λευκάδα ο Καραμούσας με κουρσάρα μερσεντές τελευταίο μοντέλο και έφερε δυό λεκάνες νάϋλον, μια ματσέτα ναϋλον πενήντα νούμερο, ένα καρούλι τονιά γιαπωνέζικη ενισχυμένη τριάντα νούμερο, ένα χαρτί αγκίστρια άσπρα δεκάρια ίσα, ένα φελό ίσαμε ένα μέτρο μάκρος και αμέσως μετά άρχισε το μάθημα. Εκεί έγινε το σώσε.

Φωνάζει ο θείο Κίτσος την Μαριάννα.

-Μαριάνα φέρε την ανέμ΄ να βάλ΄με τ΄ μάνα!!

-Πιά μάνα λέει , έκει μάνα παραγκάδι;

– έχει και πατέρα και παιντί , απαντάει ο Μουρμουράκος. Άμα φέρει ανέμη Μαριάννα βλέπει μάνα. Τώρα ντεν φαίνεται μάνα. Τώρα φαίνεται κοιλιά σου Νταμουζάνα –κρασί.

Στο λεπτό η Μαριάννα έφερε την ανέμη μπήκε ματσέτα η τονιά της μάνας στην θέση της. Η μια λεκάνη έγινε η μια κόφα και στην άλλη έγινε η απαιτούμενη μετατροπή. Μπήκαν τα φελά στα χείλη της λεκάνης ,δέθηκαν με σύρμα σταθερά. Και άρχισε η διαδικασία αρματώματος του παραγαδιού.

Με ένα τράβηγμα του χεριού της μάνας ελευθερώθηκαν δυό-τρεις οργιές νάϋλον από την μάνα. Αφέθηκε θηλιά και έγινε κόμπος σεγούρος . Κι άρχισε το αρμάτωμα. Αγκίστρι, Παράμολο, δέσιμο στην μάνα, μπήξιμο στο φελό της κόφας, δυό οργιές τονιά απ΄ την μάνα αγκίστρι, παράμολο, δέσιμο στη μάνα , μπήξιμο και πάμε λέγοντας . Πεντακόσα αγκρίστρια έτσι.

Ο Νταμουζάνας παρακολουθούσε μετά προσοχής. Κατάλαβε ότι καταλαβαίνει όλος ο κόσμος από κινέζικα και ρώτησε :

-Μπρε παραγκάδι πέφτει κόφα για παραγκάδι κόφα βάζει ντόλο.

-Ντόλο μπρε κουτάβι. Βάζει ντόλο αγκίστρι. Πετάχτηκε ο Μουρμουρέλης χαϊδεύντας τα γένια απ΄το αξούριστο πηγούνι του.

-Τι ντόλο μπρέ ; ντόλο λίγα λεπτά

-Ντόλο σαρδέλα. Ντόλο τσουτσούνι κάνει παράδες.

-Σαρντέλα τσάμπα. Σαρντέλα βάλω. Τσάμπα δώσει εμένα καΐκι καπετάνιο Λυγκιά.

Αυτό περίμενε ο Μουρμουρέλης.

-Σαρντέλα είπες Τούρκο;

-Ναι Σαρντέλα μπρε γιαουρ-Μουρμούρ.

-Να σου πω πως θα την κάνεις και πως θα την δολώσεις.

Κάθισε και του εξήγησε πως αλατίζουμε την σαρδέλα, πως την βάνουμε σε βάζο, πως πάει σειρά σαρδέλα σειρά αλάτι χοντρό και τελείωσε ότι το παραγάδι δολωμένο το αφήνουμε λίγο στον ήλιο για να σφίξει το αλάτι την σαρδέλα.

Ο βλάχος όμως φοβήθηκε και ρώτησε

-Κι αν έχει γκάτα σπίτι και φάει σαρντέλα;

Ο Μουρμουρέλης όμως ήταν έτοιμος.

-Γκάτα δεν τρώει σαρδέλα γιατί η σαρδέλα είναι λύσσα. Οι γάτες δεν τρώνε αλμυρά. Λυσσάνε.

-Τι λέει μπρέ ετούτο; είπε ο Βλάχος

-Άκου τι λέει. Το παιδί πήγε σκολειό πετάχτηκε ο Ταμ-Ταμ. Είδες ποτέ σε βάρκα γάτα; Δεν είδες. Δεν είδες γιατί βάρκα έχει αλάτι. Αλάτι άμα φάει γάτα λυσσάει.

Ο Ταμ-Ταμ παρόλη την τεράστια κεφάλα του είχε καταλάβει το νόημα του Μουρμουράκου και το ακολούθησε.

-Καλά μπρέ είπε ο Νταμουζάνα Εφέντης Περατιά –Πλαγιά και Ντεκέ. Δολώσει Παραγκάδι και βάλει Ήλιο. Γάτα φάει παραγκάδι λυσσάξει.. Δολώσει παραγκάδι μπρε.

Πήρε το παραγάδι και την σαρδέλα ο Νταμουζάνα Εφέντης και τράβηξε κατά το κονάκι του Περατιά μεριά. Κάθισε έκοψε την σαρδέλα την δόλωσε όπως είδε, έβαλε το παραγάδι στον ήλιο και μπήκε στο κονάκι του κι άναψε φωτιά να ζεστάνει τα κόκαλα του.

Έξω μαζεύτηκαν όλες οι γάτες της Περατιάς και νιάζανε. Απ΄ τα πολλά σηκώθηκε και βγήκε έξω και είδε τις γάτες να τρώνε την σαρδέλα απ΄ το παραγάδι. Δεν χάνει καιρό ο Νταμουζάνα Εφέντης Περατιάς –Πλαγιάς –Ντεκέ και χτυπάει με δύναμη το πόδι του στην γη και φωνάζει :

-Τσίτ. Τσίτ. Παλιόγατες. Σαρντέλα αλάτι. Μη! Λύσσα. Τσιτ.

Κι έγινε το σώσε. Κάθε γάτα πιάστηκε απ΄ την σαρδέλα που έτρωγε και παίρνοντας απίδρομο ανέβηκε στην σκαμνιά. Σε λίγο απ΄ την σκαμνιά κρεμόντανε όλες οι γάτες του χωριού καρφωμένες στα αγκίστρια του παραγαδιού.

– Ω! Ω! Πούστη μπουρανέλος. Ω! πούστη γκιαούρ -Μουρμούρ. Γκάτα τρώει σαρντέλα.