Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Το πηγάδι

Το πηγάδι

gerasimos_orfanos

Δημοσιεύονται αποσπάσματα προς τιμήν και για την μνήμη του Γεράσιμου Ορφανού.

…………………………………………………………………………………………………………………

Ο Χειμώνας έφευγε βασανιστικά. Ήταν υγρός και γκρινιάρης χειμώνας χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Την αρχή της άνοιξης, όπως είχε συνήθειο, την έφερε ο Μάρτης. Ο Φετινός   μπήκε με μέρες φορτωμένες με τα χιόνια που κατέβαιναν μέχρι τις όχτους του ποταμού. Παρόλο που μ΄ αρέσει το λευκό του χιονιού δεν αντέχω πλέον να κάθομαι στο παγκάκι στην άκρη του νερού και να κοιτάζω τα καφοκίτρινα νεκρά πλατανόφυλλα να κυλούν αδέξια ανάμεσα στα λιθάρια που έφεραν οι περασμένες νεροποντές και ξέμειναν όπου τους ήταν βολικό στην κοίτη και ξεπηδούν από το ρέμα χασκογελώντας στα κουτορνίθια που κελαϊδούν αμέριμνα στο ταίρι τους.

Δεν μπορώ άσκοπα να κοιτάζω τα παιχνίδια του φωτός ανάμεσα στις λυγαριές. Το ποτάμι λες κι είναι νερένιο φίδι σέρνεται ανάμεσα στο παρόν και στην θάλασσα που δεν μπορώ πλέον να επισκεφθώ μια και με πήραν τα χρόνια και χάθηκε η αίσθηση του γαλάζιου απ΄ τα μάτια μου. Μόνο να κοιτάζω μπορώ το νερό να οδεύει στον προορισμό του. Μόνο να βλέπω μπορώ την φάτσα μου να κυλάει και να γίνεται χίλια κομμάτια ανάμεσα στα παιχνιδίσματα του νερού με τα νέφια που καθρεφτίζονται άσκοπα στην στιλπνή επιφάνεια των υδάτων.

Την πρώτη βδομάδα του Μαρτίου πλάκωσαν βασανιστικές αρρυθμίες που δεν με άφηναν να χαρώ τον μικρό μου περίπατο στα σκοτεινό μονοπάτι που με βγάζει στο διάνεμα που αντικρίζει τον ποταμό.

Με έπιανε ένας κόμπος στο λαιμό και πνιγόμουν. Η καρδιά μου χτυπούσε όπως αυτή γουστάριζε και το τίκ-τακ μου έβγαινε περίεργα άλλοτε κάτω απ΄το αριστερό μου μαστό κι άλλοτε ψηλά κοντά στην κλείδα. Δεν μπορούσα να μετράω τον χρόνο γιατί βιάζονταν μαζύ μ΄αυτόν και οι χτύποι που ορισμένες φορές κοντοστέκονταν κάνοντας ένα κουτσό βήμα. Τι ζητούσε τώρα κι αυτή από μένα δεν μπόρεσα να μάθω. Είχα από παλιά κάποιες αρρυθμίες που ο γιατρός μου είπε να μην τους δίνω πολύ σημασία. Τώρα όμως δεν μπορώ. Το άσχημο είναι πως όσο μετράω τους σφυγμούς μου με τα δυό δάχτυλα στην αρτηρία κοντά στον καρπό του αριστερού μου χεριού, τόσο σκάρτη βρίσκω την καρδιά μου. Τόσο μου κόβεται η ανάσα και δεν μπορώ να πάω την απόσταση των πεντακοσίων σχεδόν βημάτων ως την όχτο του ποταμού.

Κι αυτό το μαρτύριο που μου κόλλησε τελευταία με το ψάξιμο της αλήθειας. Αν καταλαβαίνετε δεν ψάχνω το ψέμα για να βρω την αλήθεια. Την αλήθεια ψάχνω ακέρια ,χωρίς να με ενδιαφέρει το ψέμα. Δέχτηκα ανέκαθεν ότι το ψέμα είναι δουλειά εκείνων που ενδιαφέρονται να βρουν μύριους χρωματισμούς στην αλήθεια. Για μένα μια είναι η αλήθεια και έχει κάτασπρο φως. Δεν με γνοιάζει αν για να προκύψει το Λευκό χρειάζονται όλα τα χρώματα. Εγώ δεν ασχολούμαι Μια ζωή ήμουν περιηγητής και σαν τέτοιος έλαβα σύνταξη. Αν ήθελα να ψάξω οποιαδήποτε άλλη αλήθεια μπορεί να γινόμουν ζωγράφος, μπορεί να γινόμουν Ποιητής, μπορεί να γινόμουν πολιτικός . Περιηγητής όμως ποτέ.

Αλλά ας ξανάρθουμε εκεί που αρχίσαμε. Από την γέννηση μου ψάχνω να βρω την αλήθεια. Η μανούλα μου μου είπε «παιδί μου η αλήθεια είμαι εγώ που οπλίστηκα απ΄ την Φύση με αυτήν την αγάπη για σένα». «Όχι μάνα εσύ είσαι η μερική αλήθεια δεν καλύπτεις όλο το φάσμα του ουράνιου τόξου. Εξ άλλου την αγάπη σου την μοιράζεις ανάμεσα σε μένα και τα αδέρφια μου. Ζητάω μια αλήθεια δική μου . Μια αλήθεια που να είμαι ιδιοκτήτης της. Κατάλαβες μανούλα;»

Η μάνα μου δεν κατάλαβε ποτέ τι της είπα και ήταν κι αυτός ένας λόγος που δεν παντρεύτηκα ποτέ. «εδώ η μάνα σου δεν καταλαβαίνει την αλήθεια σου, πώς θα την καταλάβει η οποιαδήποτε γυναίκα;» σκεφτόμουνα και απέκλεισα τον έγγαμο βίο από την ζωή μου.

Άλλά ποια είναι η ολοκληρωμένη αλήθεια; Πού θα την βρω; Γιατί δεν σκέφτομαι με την μέθοδο του αποκλεισμού του τρίτου που είναι απλός και που χρησιμοποιείται κατά κόρον από τα ανθρώπινα όντα;

Ζητάω την καθαρή αλήθεια. Και σκέφτομαι και λέω: τι θα πει ζητάω, τι θα πει καθαρή, τι θα πει αλήθεια; Τι θα πει εν τέλει ζητάω την καθαρή αλήθεια; Μήπως κάποιο προορισμό;

Δεν ξέρεις τι λες, έχω πει χίλιες φορές στον εαυτό μου. Κανένας μέχρι σήμερα δεν βρήκε μέσα στο χάος την αλήθεια του. Όλοι κάπου σκοντάψανε . όλοι κάπου χάσανε τα νερά τους, άλλοι κάπου πέσανε στο βάραθρο, άλλοι μουρλάθηκαν, άλλοι γυρίζουν σαν την άδικη κατάρα στην γη. Όλοι κολύμπησαν μια ζωή στο απόλυτο ψέμα αναζητώντας μια αλήθεια που δεν υπάρχει και δεν την γνωρίζει ούτε το υπέρτατο Όν, αν είναι αλήθεια ότι υπάρχει κι αυτό. Και η πορεία ; και γνώση πως την ακολουθάς;

Σα πολύ με απασχόλησε στην ζωή μου αυτή η παραδοχή πως υπάρχει αλήθεια και είναι κατάλευκη σαν το χιόνι .

******

Εκείνη την ημέρα με ξύπνησε το επίμονο χτύπημα του ρολογιού της εκκλησίας. Πρέπει να ήταν προχωρημένη η ώρα γιατί θυμάμαι πως προσπάθησα μάταια να μην ακούω, χώνοντας το κεφάλι βαθειά στις κουβέρτες του κρεβατιού, αλλά αυτό το άτιμο επέμενε εκνευριστικά να βαράει και τα αυτιά μου να ακούνε. Από αυτό συμπέρανα ότι πρέπει να ήταν περασμένες δέκα το πρωΐ. Άργησα, είπα και σηκώθηκα απ΄ το κρεβάτι βαριεστημένος τρίβοντας να μάτια μου με τους δείκτες των χεριών μου.

Το πρώτο πράγμα που εξετάζω κάθε μέρα που ξυπνάω είναι «τι θα φάμε σήμερα». Δεν με γνοιάζει για τίποτε άλλο λες και γεννήθηκα μόνο για να τρώω. Φαίνεται πως μέσα μου λειτουργεί άψογα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Και πάλι τι βγαίνει από την διατήρηση μου στον γλόμπο της γης, αφού ποτέ δεν μπόρεσα να βρω την αλήθεια μου , αυτήν την αλήθεια που ψάχνω από τότε που έπεσα απ΄ την κοιλιά της μάνας μου.

Πάει καιρός που νοιώθω αποστροφή στο φαγητό παρόλον ότι είμαι καλοφαγάς και το μεγαλύτερο μέρος της σύνταξής μου το ξοδεύω εκεί.

Σήμερα βαριέμαι να κατέβω στην αγορά και λέω να πάω στην γειτόνισσα να την παρακαλέσω, αν πάει στην αγορά, να ψωνίσει και για μένα ένα μικρό καρβέλι ψωμί και ότι βρει φρέσκο. Δεν θέλω μεγάλη ποσότητα, μικρή , αρκεί να είναι φρέσκο.

Ντύθηκα στα πεταχτά και φόρεσα από πάνω και το παλτό που ψώνισα στις περσινές εκπτώσεις. Ένα θαυμάσιο σε χρώμα μαύρο-μπλε παλτό που το βρήκα σε τιμή ευκαιρίας. Σήκωσα το γιακά που το συνήθιζα πάντα και με βήμα ταχύ οδηγήθηκα στο χαμηλό σπίτι της γειτόνισσας. Χτύπησα όπως πάντα το ρόπτρο της παλιάς δίφυλλης πόρτας δειλά και περίμενα να ακούσω βήματα στο παλιό πάτωμα του διαδρόμου και μετά το κλειδί να κριτσανάει στην κλειδαριά της πόρτας.

Σε λίγο άνοιξε το δεξί φύλλο και πρόβαλε το κεφάλι της γειτόνισσας δεμένο με το βλάχικο τσεμπέρι της.

-Καλημέρα, της είπα με ένα ύπουλο , γλυκύτατο χαμόγελο

-Καλημέρα σας κύριε περιηγητή. Τι καλό σας έφερε στο σπίτι μου; Μου απάντησε με αφέλεια που μέσα της έκρυβε ιδιοτέλεια μια και γνώριζε πως ποτέ δεν την άφηνα έτσι, αν μου έκανε κάποια εκδούλευση. Της έδινα μάλιστα ένα εικοσάρι για να μου ψωνίσει πράγματα αξίας δέκα πέντε ευρώ και δεν της ζητούσα τα ρέστα ποτέ και ούτε μου τα έδινε. Μου έκανε βέβαια κάτι περίπλοκους λογαριασμούς που έφταναν σχεδόν στα χρήματα που της έδινα και εγώ δεν μιλούσα γιατί μου άρεσε να με κλέβουν στον λογαριασμό για να σπουδάζω την λογική των ανθρώπων και ιδιαίτερα ήθελα επί τέλους να μάθω αν οι άνθρωποι ήταν κακούργοι ή βλάκες την ώρα που προβαίνουν σε πράξεις παράνομες και παράλογες περνώντας τους πάντες τουλάχιστον για ηλίθιους.

-Θα πάτε στην αγορά σήμερα; Την ρώτησα σχεδόν αδιάφορα.

-Πιθανόν. Εξαρτάται αν οι πατάτες που έχω μου φτάνουν. Σήμερα θα φκιάξω πατάτες γιαχνί και λίγο τυράκι κι έξω από την πόρτα . Ξέρετε…..

-Ξέρω . Ξέρω , απάντησα, ήρθαν και οι λογαριασμοί του τηλεφώνου, της ΔΕΗ, το νερό….(αυτή ήταν πάντα η δική της απάντηση αν έλεγες πως δεν ξέρεις σε τι οφείλεται η παρασκευή ενός φαγητού που δεν ήταν της κοινωνικής στάθμης ενός υπαλλήλου με τον βαθμό του Διευθυντού δημοσίας υπηρεσίας τουλάχιστον ).

Κατάλαβε πως την δούλευα άγρια κι αμέσως άλλαξε κουβέντα.

-Πώς και δεν θα κατέβεις στην αγορά για να περάσει και το πρωϊνό σου; Μου είπε με ένα πλαστό ενδιαφέρον και ένα τόνο φωνής από τον οποίο προέκυπτε το ακριβώς αντίθετο,

-Όχι σήμερα λέω να πάω κατά το ποτάμι Θέλω να ακούσω το θρόϊσμα των φύλλων, να παρακολουθήσω το νερό να τρέχει, να δω τις αντανακλάσεις των κλαδιών των πλατάνων και να απολαύσω το κελάδημα του ατσάραντου στο κυπαρίσσι της απέναντι όχθης σαν καλεί τα θηλυκά να φκιάξουν φωλιά. Είπα με ένα τόνο ρεμβασμού, αδιαφορίας και με σαφή σεξουαλικό υπαινιγμό.

-Τι λες; Αυτό που ψάχνεις δεν βρίσκεται εκεί, μου είπε με βεβαιότητα.

Αιφνιδιάστηκα. Από πού γνωρίζει πως ψάχνω να βρω την αλήθεια μου, σκέφτηκα , σε κανέναν δεν έχω μιλήσει γι΄ αυτό ποτέ, την κρατάω σαν την μοναδική ατομική μου ιδιοκτησία. Προσβλήθηκα κάπως και μίλησα άσχημα.

-Πού ξέρεις εσύ τι ψάχνω . Μια αγράμματη γυναίκα είσαι. Μπορεί να έχεις παντρευτεί τον Διευθυντή της Νομαρχίας, αλλά δεν παύεις να είσαι μια αγράμματη νοικοκυρά. Ότι με απασχολεί δεν σε απασχόλησε ποτέ. Εσύ ζεις για να σε καβαλάει νομίμως ο ευτραφής σύζυγος, να έχεις εν γάμω τέκνα, να μαγειρεύεις, να πλένεις, να σκατοσφογγάς, δεν γεννήθηκες για τίποτε άλλο. Πήρες την προίκα σου , έκανες τα παιδιά σου και περιμένεις τα εγγόνια και τον θάνατο.

Δεν μου απάντησε κατευθείαν, αλλά άφησε λίγο, δεν έδειξε ταραχή ή έκπληξη για το υβρεολόγιο μου και μετά μου είπε αργά μασώντας μια-μια λέξη.

-Το ίδιο ψάχνουμε όλοι. Αυτό που ψάχνεις εσύ θα το βρεις στο διπλανό οικόπεδο που κάποτε ήταν μεγάλο περιβόλι και οι άνθρωποι το έκοψαν οικόπεδα. Εκεί θα πας. Εκεί πάτε εσείς οι δήθεν μορφωμένοι. Εμείς οι πτωχοί το πνεύματι πηγαίνουμε στην ενορία μας. Στο ρέμα τα πάντα κυλάνε στον δικό τους χρόνο που πλέον έχει χαθεί δια παντός από τον κόσμο μας. Εδώ δίπλα ακριβώς, μπροστά απ΄ το δικό μου οικόπεδο κυλάει η μεγάλη λεωφόρος με τα πολλά αυτοκίνητα και την κοσμοσυρροή που οδεύει αδιάφορα και άσκεφτα στον θολό προορισμό της.

******

Ήμουν εκνευρισμένος και καχύποπτος για όλα αυτά που είπαμε με τη γειτόνισσα. Είχα ανακατωμένο στον νου μου το παρόν με το παρελθόν και δεν μπορούσα ούτε μπρος να πάω ούτε πίσω. Πήρα απόφαση να πιάσω το στρατώνι που οδηγούσε στο μαγκανοπήγαδο που ήταν στην άκρια του εγκαταλειμμένου περιβολιού που στο μεταξύ οικοπεδοποιήθηκε άγρια. Κοίταξα πέρα στα διακόσια μέτρα και ανάμεσα στις ρημαγμένες παλιές δαμασκηνιές, λωτιές, συκιές και κυδωνιές, που είχαν απομείνει μάρτυρες του παρελθόντος, ξεχώριζαν τα καφετιά σίδερα του μηχανισμού και ο υπερυψωμένος σοφάς του άχρηστου πια μαγκανοπήγαδου.

Έκανα δυό τρία βήματα και ξάφνου μπροστά μου πετάχτηκε απ΄ τον όχτο της σούδας ένα παιδί γύρω στα δέκα χρόνια και με κοιτούσε και χαμογελούσε. Κρατούσε στα χέρια του λίγες βιολέτες με απαλό κίτρινο χρώμα που φύτρωναν παλιά στους όχτους των περιβολιών και φτάνοντας κοντά του μου τις πρόσφερε.

-Πάρ΄ τες θείο, μου είπε, ξέρω πως σου αρέσει το άρωμά τους. Λένε πως ήσουν και εσύ κάποτε περιβολάρης.

-Να μην σου τις στερήσω παιδί μου, απάντησα χαϊδευοντάς το με τα μάτια μου. Τόσο κόπο έκανες.

-Πάρ΄ τες θείο . εγώ έχω καιρό μπροστά μου να μαζέψω όσες βιολέτες θελήσω. Ενώ εσύ….

Εκεί κοντοστάθηκε. Σα να ντράπηκε. Σα να είπε μια αλήθεια που εγώ δεν έλεγα πεισματικά να παραδεχτώ. Με κοίταξε στα μάτια φοβισμένο , ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα του και δάκρυσε. Δεν σκούπισε τα δάκρυά του απ΄τα ολοκόκκινα μάγουλα λες κι ήθελε να το βλέπω κλαμένο.

Δεν μπορούσα να του μιλήσω, με συγκίνησε τόσο που είχα χάσει τα λόγια μου. Το πλησίασα. Του χάϊδεψα το κουρεμένο καραμπάτσα κεφαλάκι του και του προσέφερα ένα κουλουράκι που είχα στην τσέπη του πανωφοριού μου.

-Το παίρνω για να θυμάμαι πως δίνεις απ΄ αυτό που έχεις θείο, μου είπε.

Πήγα να φύγω. Κοντοστάθηκα. Ο μικρός με ρώτησε πάλι

-Θα πάρεις το δώρο μου θείο;

Άπλωσα το χέρι μου και πήρα απ΄ τα νεανικά του χέρια τα άνθη. Δεν μου μίλησε άλλο. Προχώρησε προς την έξοδο του οικοπέδου και χάθηκε στον πολύβουο δρόμο.

Το κοιτούσα συνέχεια μέχρι που μπήκε ανάμεσα σε κόσμο πολύ και δεν τον διέκρινα πλέον. Μύρισα τις βιολέτες που κρατούσα στα χέρια μου και μοσχοβολούσαν. Έκοψα ένα άνθος απ΄ την ταξιανθία και την τοποθέτησα στην μπουτονιέρα του παλτού μου. Ένοιωσα μια απερίγραπτη χαρά και περηφάνια που μπόρεσα να έχω αυτόν τον μικρό διάλογο με τον μικρό με τις βιολέτες.

Με βήμα αργό και ταχύτατες αναμνήσεις βάδισα στο στρατώνι μέχρι που έφτασα μπροστά στο πηγάδι. Κάθισα στον σοφά του και άκουγα την βοή του αέρα ανάμεσα στα σίδερα της ακίνητης μηχανής.

Ο άνεμος ήταν λες και έδινε στα νεκρά σίδερα φωνή απόκοσμη, .ουουουουουουουουου . ουουουουουουουου. Μέσα μου, απότομα, έσπασε μια χορδή της ψυχής μου. Άκουσα ένα κρακ λες κι έσπασε η συνέχεια των διαλογισμών μου που με οδηγούσαν στο απόλυτο κενό των περασμένων. Ο αέρας , αυτός ο καταραμένος αέρας που διέκοπτε με το άκουσμά του το παρελθόν. Μα δεν ήρθα εδώ για να ακούσω την συνάντηση του αέρα με το παρελθόν, εδώ ήρθα ψάχνοντας την δική μου αλήθεια που περιείχε μόνο την αλήθεια πεντακάθαρη χωρίς έστω και ένα χρωματισμό απ΄ την παλέτα του ψεύδους.

Έμεινα έτσι στο κενό. Δεν θα ψάξω άλλο είπα. Δεν χρειάζεται απόλυτη αλήθεια ούτε για την ζωή , ούτε για τον θάνατο. Συμβιβασμός χρειάζεται . Μα όχι να πάει τόσος κόπος χαμένος. Μια ζωή αυτό γύρευα , την απόλυτη αλήθεια. Τώρα που φάγαμε το Βόϊδι……

Με πήρε ο ύπνος. Ένας γλυκύτατος ύπνος ισοπεδωμένος, χωρίς όνειρα και τέτοια κουραφέξαλα. Γύρισα μάλιστα και πλευρό. Δεν γνωρίζω πόσο κοιμήθηκα. Κάποτε ξύπνησα και είπα να βγάλω όπως τα νιάτα μου νερό απ΄ το πηγάδι να νιφτώ. Πήρα τον κουβά και κοίταξα στο βάθος του πηγαδιού.

Εκεί είδα μια απόλυτη ηρεμία, κάτι πέρα από την γνώση και την λογική , να ανεβαίνει αργά στην επιφάνεια του νερού που καθρεφτίζονταν το φως και η μορφή μου. « Ά! Αυτός πρέπει να είναι ο Θάνατος. Αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια που έψαχνα σε ολόκληρη την ζωή μου. Αυτό το φως και η μορφή μου που αναδύονται κάτω απ΄ την επιφάνεια του νερού»

Παράτησα τα πάντα πίσω μου και πήρα ξανά το στρατώνι που με οδηγούσε στον πολύβουο δρόμο.

Η αλήθειά μου που βρίσκεται τάχα η αλήθεια μου…. Βαρέθηκα πλέον. Καλύτερα να σπάσω τον καθρέπτη των ημερών και να παρακαλέσω να διαλύσουν οι οικοπεδούχοι επί τέλους αυτό το μαγκανοπήγαδο.

 Ηλίας Τσάκαλος