DSC_0164Βρισκόμαστε στην αυγή της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια πενήντα. Η ελληνική κοινωνία διχασμένη, νικημένη, αφημένη για άλλη μια φορά στο μίσος και το συμφέρον αυτής της κλίκας που χαριτωμένα κι αθώα ονομάζεται από τους δήθεν και «διανοούμενους» άρχουσα τάξη. Αυτή ήταν ανέκαθεν στην ιστορία αυτού του τόπου η αιώνια νικήτρια ή με Τούρκους ή με Εγγλέζους ή με Αμερικάνους ή με Γερμανούς ή με κάθε φυλή της γης είχαμε να κάνουμε.

Περνούσαν μια χαρά και αυτοί που πάντα αποτελούσαν το μεταξένιο μαξιλάρι ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και τον χύδην λαό ή , οι πιο κατήβοι απ΄ αυτούς (οι επιστήμονες), περνούσαν υποφερτά έχοντας τουλάχιστον τα απαραίτητα, λίγο ψωμί, κρέας κάθε Κυριακή, κάποια φωνή , παρουσία στην εξέλιξη των πραγμάτων, μεσαία μόρφωση και μέλλον για τα τέκνα τους.

Οι αμφισβητίες και εποφθαλμιούντες την εξουσία και τα καλά της που ονομάστηκαν αριστεροί βρίσκονταν κλεισμένοι στις φυλακές, οι κομμουνιστές στα αποσπάσματα και όσοι θέλησαν να επιβιώσουν διασώζοντας το σαρκίο τους δηλωσίες ενός καθεστώτος που πρακτόρευε τα συμφέροντα του Βασιλικού Οίκου, ο οποίος με την σειρά του εγγύονταν την Αγγλική Μπότα που διαδέχτηκε μέσα στην αιματοχυσία του εμφυλίου την Γερμανική θηριωδία και κατοχή και που τελικά θα την παραδώσει στους Αμερικάνους κοσμοκράτορες.

Σ΄ αυτή την μουντή, θλιμμένη Ελλάδα που δεν είχε μέλλον για μας το έφερε η μοίρα μας να γεννηθούμε να μεγαλώσουμε και πάμε να μάθουμε γράμματα. Να μάθουμε το Α, το Βου, το Γου, το Θου, το Νου και Α = ΝΑ και όλα τα υπόλοιπα καθώς και εκείνη την αριθμητική στο άθλιο αριθμήτηριο που δεν μετρούσε πάνω απ΄ το εκατό ή στα ματωμένα απ΄ τις χιονίστρες δάχτυλά μας μέχρι το δέκα.

Με λίγο γάλα σκόνη στο αλουμινένιο κυπελάκι μας, με λίγο βούτυρο αμερικάνικο, με κάποια περίεργα τετράδια και μολύβια που μύριζαν τον πολιτισμό και την φιλανθρωπία τους – φιλανθρωπία «προηγμένων χωρών»- τσαλάκωναν το φρόνημα και την περηφάνια μας και τόνιζαν την υποδούλωσή μας στο φρόνημα μιας πατρίδας «Ψωροκώσταινας» που δεν ήταν καλή να παράγει ούτε το ψωμάκι που την μπουκίτσα του σαν μας έπεφτε χάμω την μεριάζαμε για να την φάνε τα πουλάκια «γιατί ήταν του Χριστούλη» μας έλεγαν γιατί δεν μπορούσαν να μας πουν ότι είμαστε καταδικασμένοι στην διχόνοια, στην φτώχεια και την ταπεινοσύνη.

Αυτή ήταν η πατρίδα μας . Αυτοί, πονηροί και ξύπνοι, προσπαθούσαν και σχεδόν πάντα το πετύχαιναν να μας πείσουν πως έχουμε για πατρίδα ένα κουρέλι απλωμένο ανάμεσα σε τρία πέλαγα στο σύρμα των συνόρων μας με τρεις άσπονδους εχθρούς που κυβερνιούνταν από τα κομμουνιστικά τέρατα και τον αιμοδιψή Τούρκο .

Κάποιοι λίγοι από μας δεν καταλαβαίναμε τίποτε, το μυαλό μας στο παιχνίδι και στην μούρλια της νιότης μας, με αντιδράσεις περίεργες και χαζές , χωρίς λογική και γνώση, γιατί δεν νοιώθαμε καλά σαν μας άγγιζαν όλες αυτές οι ηλιθιότητες της υποταγής.

Όλα καλά αλλά κάποτε έπρεπε να πάμε σχολείο. Εκεί δεν παίζανε οι μάγκες του Συστήματος. Μας περίμενε ο βλοσυρός μέχρι την απόλυτη γελοιότητα δασκαλάκος με την βέργα, την τιμωρία και την διαπόμπευση. Έπρεπε να γίνουμε άνθρωποι. Έπρεπε να υποταχτούμε. Έπρεπε να μπούμε σε τάξη. Έπρεπε να ενστερνιστούμε τα ιδανικά της Οικογένειας , της Πατρίδας και της Θρησκείας, όπως τα κατάλαβαν οι δασκάλοι στο διδασκαλείο, για να γίνουμε καλοί άνθρωποι, καλοί χριστιανοί και καλοί στρατιώτες που θα πει εύκολα θύματα στα χέρια του κάθε θεομπαίχτη. Όποιος δεν κάθονταν καλά αντί για εξορία πήγαινε στην γωνία της τάξης και κάθονταν όρθιος όση ώρα έκρινε η βαρβαρότητα του παιδαγωγού που μας προετοίμαζε έτσι να δεχτούμε τον όποιο εξευτελισμό από το Κράτος εν ονόματι της ορθοδοξίας (της δικής του) της ευταξίας (του συμφέροντος του) και του Βασιλέως των Ελλήνων (του ανωτάτου άρχοντος του).

alfavitario-1Τι χαρά που ένοιωσε η μάνα μου που θα έστελνε τον πρωτότοκο γυιό της στο σκολειό. Κάθισε στον αργαλειό και του έφκιαξε σακουλάκι να βάζει μέσα τα γραμματάκια του, την πλάκα του, το κοντύλι του, το σφουγγαράκι του, μια φετούλα ψωμάκι για το διάλλειμα και την έγνοια της για το παιδί της. Όλη μέσα αγωνιούσε για το τι παρέες κάνει, μην βρεθεί καμιά χειροβομβίδα και του πάρει την ζωή παίζοντας την, άραγε θα παίρνει τα γράμματα, θα γίνει άνθρωπος ή θα μείνει ξύλο απελέκητο. Και συμβούλευε: «μακριά απ΄ τα παιδιά που οι πατεράδες τους ήταν στην φυλακή». Στην φυλακή χωρίς να λέει το γιατί, γιατί φοβόνταν για το τέκνο της. Όλη η ζωή της ο Γυιός της και το σακουλάκι του να πάει σκολειό να το φέρει γιομάτο γράμματα και αριθμούς και παρακολουθούσε τι μαθαίνει κι ας μην γνώριζε ούτε το α και να μετράει πάνω απ΄ το χίλια.

Το σακουλάκι του αργαλειού το όμορφο, που μοσχοβολούσε την άγνοια της και περηφάνια της για το λουλούδι της που είχε το διάολο μέσα του και δεν έκανε το αγγειό του καλό νερό. Κι αυτή να προσπαθεί να σάξει το στραβόξυλο με την δική της παιδαγωγική της απειλής με χαμόγελο, των χεροκωλιών με πόνο κι όσων άλλων που ο πόνος της ανακάλυπτε για να βλέπει και να χαίρεται κρυφά τον ανυπόταχτο χαρακτήρα του. Χαλινάρι ο λόγος και τα χέρια της στον ατίθασο κι επαναστάτη γυιόκα της.

sxoleioΤο σακουλάκι γρήγορα χάθηκε. Το τέλειωσε η σάκα από πρόστυχο δέρμα μια και ολόκληρη η πρώτη τάξη καταγής ή είχε δερμάτινες σάκες ή πήγαιναν σκολειό με την πλάκα στο χέρι. Σακουλάκι δεν είχαν ούτε τα χωριατόπουλα των περιχώρων που προέρχονταν από οικογένειες χωρικών. Μόνος με το σακουλάκι μου για κάποιο καιρό. Και αν θυμάμαι καλά άρχισα να νοιώθω ντροπή και να κλαίω, ώσπου ο πατέρας μου μου πήρε μια σάκα για να πηγαίνω σκολειό.

Μάνα μου έπιασε το σακούλι μου και το έβαλε ανάμεσα στον Γοίκο της που είχε τα προικιά της που μοσχοβολούσαν μπουγάδα και το φύλαξε.

Τα ξέχασα όλα αυτά και συνέχισα να μαθαίνω γράμματα μέχρι που κάποτε ένοιωσα απελπισία και θέλησα να μην ξαναπάω σκολειό και να πάω στην οικοδομή ακολουθώντας τον μεγάλο φίλο μου και αδερφό της μάνας μου που είχε ένα μεγάλο ελάττωμα : ήταν λαϊκός επίτροπος στην κατοχή και αδιόρθωτος αριστερός. Η μάνα μου έγινε θηρίο . «Θα πας σκολειό μου είπε θα μάθεις γράμματα. Παράτα αυτά που ξέρεις. Να βγάλεις απ΄το μυαλό σου αυτά που ξέρεις. Άκου να γίνεις μάστορας σαν τον ασίφταγο τον αδερφό μου. Θα μάθεις γράμματα». Έτσι αποφάσισα να μάθω γράμματα.

elegxos10Πέρασαν τα χρόνια . Η μάνα μου συνήθιζε στην γιορτή μου να μου φέρνει και κάτι απ΄την παιδική μου ηλικία. Το χαλκωματένιο κύπελο που έπινα γάλα, το νυχτικό που φορούσε στην πρώτη νύχτα του γάμου της, την βελέτζα που με σκέπαζε μωρό. Ανάμεσα σ΄αυτά μου είχε φέρει και το σακουλάκι μου. «Πάρ΄ τα έλεγε στην γυναίκα μου είναι δικά του. Τέτοιο διάολο πώς να κατάφερα κι έγινε άνθρωπος…»

Πέρασαν κι άλλα χρόνια και μια μέρα (πριν από λίγες μέρες) εκεί που έβγαζε η γυναίκα μου τον γοίκο του σπιτιού μας βλέπω ένα σακουλάκι. «τι είναι αυτό γυναίκα» Το σακουλάκι το είχε φέρει η μάνα σου. Είναι αυτό που σε έστειλε να μάθεις γράμματα.

Το πήρα. Το μύρισα. Μοσχοβολούσαν ακόμα τα χέρια της. Μοσχοβολούσε η αγάπη της και η έγνοια της.

Αχ βρε μάνα ακόμα και σήμερα είμαι ο ίδιος διάβολος. Το σακουλάκι σου με έμαθε να μην λογαριάζω ούτε το θάνατο και μ΄ αυτόν θα τα βάλω. Αυτά τα υποταγμένα τέρατα που μας κυβερνούν τα μασάω. Τα μασάω μάνα με γράμματα που γιόμισα το σακουλάκι μου.

Ηλίας Τσάκαλος

*Η φωτογραφία στην αρχή του άρθρου είναι του Fritz Berger