Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Του Λύκου το σκαμνί

Του Λύκου το σκαμνί

lainaki

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

( …και επέπεσε πολλά και χαλεπά κατά στάσιν τοις πόλεσι και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων….) Θουκυδίδης Γ 82,2

Μετάφραση  Άγγελου Βλάχου🙁 .. οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες και αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνωνται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου…) τομ.  δεύτερος  σελίδα 65.

*********

Δεν ήθελα ποτέ να γράψω αυτές τις γραμμές. Με πληγώνουν βαθειά στην ψυχή μου. Δεν μπορώ να διαλογιστώ πως είναι δυνατόν σήμερα ,κάτω από αυτές τις συνθήκες να υπάρχουν ανθρωπόμορφα τέρατα που να σκέφτονται  έτσι μετά από τόσα δεινά, τόσα κλάματα, τόσο πόνο, τόσες πληγές που, γλύφοντας  τες, παλέψαμε να τις κλείσουμε και να ζήσουμε μέσα σε μια κοινωνία ασφάλειας και αμοιβαίου σεβασμού της διαφορετικότητας και του διαφορετικού λογισμού του καθενός, σε μια κοινωνία απελευθερωμένη επί τέλους από χίλια δυό εμπόδια που ήταν αντικειμενικά ανύπαρκτα και δημιουργήθηκαν από ορισμένους  πονηρούς για να μας οδηγήσουν στα άβαθα της γης.

Πριν μπω στην καθαυτό θέμα μου (χρονογράφημα κάνουμε) θα σας διηγηθώ ένα συμβάν από την προσωπική μου ζωή που θεωρώ ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουμε στο δια ταύτα.

Ήταν μια μέρα της άνοιξης πριν από τέσσαρα χρόνια. Μάης νομίζω. Μέσω Άλατρου πηγαίναμε με ένα πελάτη μου στον Άη Λιό για να κάνουμε μια αυτοψία για μια κτηματική διαφορά. Μπήκαμε στο Άλατρο  και φεύγοντας περάσαμε τον ανηφοράκο που μας οδηγούσε στον Άη Λιό. Ξάγναντο. Βλέπαμε γύρω μας απεριόριστα το όργιο της  Λευκάδιας φύσης ντυμένο γιορτιάτικα, ερωτευμένο ως τα μπούνια, μυρωμένο από χίλιες δυό ευωδιές μαγιάτικες και έτοιμο να παραδοθεί στην απεραντοσύνη του γαλάζιου πελάγους και στα επίμονα τιτιβίσματα των πουλιών.   Εκεί που κουβεντιάζαμε  λοιπόν για χίλια δυό και του ζητούσα να μάθω για πράγματα που είχαν  σχέση με τη ζωή στο Άη Λιό με τις συνήθειες, με τις καλλιέργειες, με τα μέσα που φτάνανε στην Λευκάδα πολύ παλιά κι αν είναι αλήθεια πώς από Νιοχώρι, Πλατύστομα, Αλέξαντρο, Βράχα, παλιό Καρυώτη, Κούλμοι ,Μεγάλη Βρύση έφτανες στην Λευκάδα πεζά σε σχεδόν δυό ώρες και με ζώο καλό το κανες κάτι περισσότερο από μια ώρα,  με το αν είχαν μπακάλικο και από πού ψώνιζε ο μπακάλης από την χώρα ή την Βασιλική, πόσα καφενεία είχε το χωριό και πότε πήγαιναν στο καφενείο, με αυγά πλήρωναν οι γυναίκες τον γυρολόγο, αν έφτανε στον Άη Λιό ο Μπάρμπα Γιάννης ο Γκρας,  αν πάνω στα Σταυρωτά φύτρωναν τσάϊ βουνίσο, γιούλια κάτω από τις μάζες και κούκοι στα τσιγκριά, ποια γιορτή γιορτάζανε στο χωριό, τι χρώμα είχαν τα ρούχα των γυναικών, με τι βάφανε οι χήρες τα σκουτιά τους  και άλλα τέτοια  χρήσιμα ή άχρηστα , όπως το πάρεις, πέρασε από τον νου μου να τον ρωτήσω αυτό που δεν είχα ρωτήσει ποτέ στην ζωή μου εξήντα τόσα χρόνια: Πού είναι το Λαϊνάκι;

Ο άνθρωπος σοβάρεψε. Με κοίταξε καλά στα μάτια. Τον κοίταξα ευθεία στο πρόσωπο. Του χαμογέλασα. Μου χαμογέλασε. Άπλωσε  και μου χαΐδεψε το αριστερό μου χέρι και μου είπε:

-Το ξέρω πως είσαι αριστερός. Σε ξέρω για τίμιο άνθρωπο όμως. Ποτέ δεν ρώτησες μέχρι σήμερα;

Ένοιωσα ένα κόμπο στο στομάχι μου. Συγκρατήθηκα να μην κλάψω. Και του είπα:

-Όχι ποτέ. Κι ούτε ήθελα να μάθω. Αλλά να, ήθελα να μου πει ποιο είναι ένας άνθρωπος που είχε μια ηλικία τότε και πόνεσε.

Με ξανακοίταξε στα μάτια και  έβγαλε ένα μαντηλάκι από την τσέπη του, σφόγγισε τα ήρεμα , γλυκά, καφετιά μάτια του και μου είπε

-Σταμάτα.

Σταμάτησα.

-Κατέβα.

Κατέβηκα.

-Κοίτα κει μου είπε δείχνοντας με το δάχτυλο νότια ένα ψήλωμα πάνω από το Άλατρο. Βλέπεις; Αυτή η κορφή είναι. Από την άλλη μεριά στους πρόποδες είναι το Φτερνό!!!

Δεν μίλησα. Δεν του είπα κουβέντα. Μπήκα στο αυτοκίνητο γεμάτος χίλιες δυό σκέψεις ανάκατες που μου έφερναν αναγούλα και πίκρα, μεγάλη πίκρα.

-Τι κατάλαβες τώρα που έμαθες μου είπε.

Πραγματικά τι κατάλαβα; Τίποτε. Τι έμαθα; Τίποτε.

Ο φίλος μου κοιτάζοντας  στα μάτια, λες και ήθελε να μου βάλει  βαθειά στο κρανίο μου την κάθε λέξη,  μου είπε:

– Τόσο αίμα!! Τόσο αίμα!! Δικό μας αίμα!! Για τίποτε. Για ένα τίποτε. Για να μας κυβερνούν  οι ξένοι. Ντρέπομαι. Ντρέπομαι γιατί δεν κατάλαβα πως  το πρόβλημα δεν είναι  να πεθάνεις γι αυτό που  πιστεύεις ,αλλά να ζήσεις γι΄ αυτό που πιστεύεις!

Ό πόνος του ήταν αβάσταγος. Έκλεγε σαν μικρό παιδί. Ένοιωσα τόση θλίψη.

-Συγχωρεσέ με, του είπα, δεν ήθελα να σου θυμίσω τίποτε από αυτά.

-Άκου. Αν δεν δούμε τίμια το παρελθόν μας ,δεν έχουμε μέλλον. Μας χωρίζουν κάποια χρόνια. Τι φταις εσύ; Τι φταίνε τα παιδιά μου να ζήσουν ένα μίσος που  σας φυτέψαμε μες τη ψυχή;

– Τα έχουμε σχεδόν ξεχάσει αυτά, τον παρηγόρησα, άφησε που εγώ ήμουν και τυχερός γιατί οι άνθρωποι που αγάπησα και είχα αίμα  ήταν και στα δύο στρατόπεδα……

-Να μην τα ξεχάσετε ποτέ! Να λέτε πως θύματα και θύτες είμαστε ένα. Θύτες  αυτών που έρχονταν πίσω μας. Να θυμάστε πάντα πως  στο Λαϊνάκι  θάψαμε άλλη μια φορά  το μέλλον μας για καμιά κατοστή  χρόνια μέσα στην ντροπή και την βαρβαρότητα.

Βλέποντας  ότι  τα χρόνια του δεν του προσθέσανε  μόνο σοφία αλλά και  πόνο, πώς το μίσος , όταν ωριμάσει, γίνεται πόνος και φωλιάζει μες την ψυχή μας του είπα:

-Μην πικραίνεσαι. Από αυτόν τον πόνο κάτι θα μείνει και για μας .

-Το ξέρω τον μοιραστήκαμε μαζύ σας . Αυτό είναι το πρόβλημα.

Εκεί σιωπήσαμε. Δεν χρειάζονταν άλλο κουβέντες. Με όλη αυτή η συζήτηση   θυμήθηκα τον πατέρα μου που μου είπε :

Καλύτερα να μην μάθεις ποτέ τι έγινε τότε. Και μην ρωτάς ποτέ κανέναν. Ο καθένας από μας, όλοι μας, θύματα και θύτες, δεν έχει σημασία, που ζήσαμε τότε στα χρόνια του αδερφοσκοτωμού έχει και κάποιο λόγο να ντρέπεται!!!!!

Από πού ξεκίνησε η κουβέντα μας σήμερα και πού έφτασε. Ένα αθώο χρονογράφημα κοντεύει να γίνει τραγωδία. Μα είναι τραγωδία. Τραγωδία. Αυτή είναι η σωστή λέξη και  οι τραγωδίες διδάσκουν  και  αυτή την φορά, όμως , δεν γίνεται να την πατήσουμε.

*******

Αυτό ήταν ένα κομμάτι από ένα κείμενο που έχει γραφεί πριν από αρκετά χρόνια όταν μια επιπόλαιη κουβέντα έγινε αφορμή. Βέβαια σωστά δεν την θεώρησα επιπόλαιη γιατί σε ένα προσεκτικό παρατηρητή η ουσία του συμβάντος ήταν ο αποκλεισμός της ιδεολογίας ή της δοξασίας του άλλου που είναι η ουσία και η βασική προϋπόθεση του φασισμού.

Σήμερα που έχουν συμβεί όλα αυτά πρόσφατα  η παραπάνω διήγηση έχει πάρει άλλη διάσταση και έχει αποκτήσει άλλη αξία και πιστεύω ότι αξίζει να επαναφερθεί στο προσκήνιο για να βοηθήσει στην κατανόηση και την αντιμετώπιση του παρόντος και των προβλημάτων που θέτει ενώπιόν μας.

*  Κούκο  ή  του λύκου το σκαμνί  ονομάζουν την παιώνια την Λευκαδική  σε ορισμένα χωριά στην Λευκάδα .