Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Ξαναβλέποντας  μια φωτογραφία ή «Σε γνωρίζω από την κόψη»

Ξαναβλέποντας  μια φωτογραφία ή «Σε γνωρίζω από την κόψη»

Στην μνήμη του καθηγητή μου Γεράσιμου Κατωπόδη (Κουτσούρια).

Πέρασαν τα χρόνια  και περνώ κάθε πρωΐ  από εκεί που λύσαμε τους κάβους των ονείρων μας για το άγνωστο του μέλλοντός μας σκεφτικός προσπαθώντας να  στρογγυλοποιήσω την σιωπή  και, με κλεφτές , βιαστικές ματιές, τον χρόνο.

Σαν αφέλεια πλέον μοιάζουν οι σκιές που άφησαν τα νιάτα μας, τα λόγια μας , οι χαρές μας, τα τραγούδια  μας, οι έρωτές μας, τα όνειρά μας που ακόμα φαντάζουν νωπά να περνούν την βαριά σιδερένια πόρτα του Κτιρίου της Αγγλικής προστασίας που μετατράπηκε σε Γυμνάσιο.

Μια τρύπα στο νερό  αποδείχτηκαν οι τιμωρίες, για να γίνουμε άνθρωποι, των καθηγητών που νόμιζαν πως ήταν υποχρεωμένοι να μας μάθουν εκτός από εκείνα τα κολλυβογράμματα και τον θρασύ ή νικημένο κόσμο και την κατ΄ όνομα ελληνίζουσα αστυνομοκρατούμενη κοινωνία  ανάμεσα στο αχνίζον,  νωπό ακόμα, αίμα του αδερφοσκοτωμού.

Η διδαχή αποδείχτηκε αφάνταστα προσωπική και όλοι τους έχασαν το στοίχημα με μας.  Ο καθένας μας μόνος του χάραζε τον άγνωστο δρόμο του, με παλικαριά, δειλία, κουτοπονηριά, καπατσοσύνη, βόλεμα, ρουφιανιά (κι αυτό χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για να αγγίξει ο καθένας την προσωπική  ευτυχία του και να πετύχει τον σκοπό του) – ο καθένας και τα όπλα του ,που λέει κι ο ποιητής- και συμπλήρωνε  τις  μέρες που κυλούσαν μόνες τους χωρίς να μπορεί κανένας να επέμβει για να τις σταματήσει και να διορθώσει το λάθος του.

Τι αφέλεια ήταν εκείνη πως τα γράμματα μαθαίνονται στα θρανία…. Μια αφέλεια σαν το μάθημα της μουσικής που υποτίθεται ότι εξημερώνει τα ήθη.

Τα  ξύλινα θρανία  τα φκιάξανε φαίνεται για να μας  εκπαιδεύουν στο πώς θα μπορούσαμε να μπούμε μέσα σε μια κοινωνία με τάξη που θα πει πως θα υποταχθούμε στην μοίρα μας και πως θα παίζαμε τον ρόλο εκείνου του άτιμου εφευρέτη του θρανίου, του δασκάλου, των βαθμών, του πιστοποιητικού γνώσεων. Και η βαθμολογία σκοπό είχε να μας μετρήσει τον βαθμό υποταγής σε ένα σύστημα αξιών και γνώσεων και συμπεριφοράς όπως το απαιτούσε το εκπαιδευτικό  σύστημα που θα πει όπως το απαιτούσαν αυτοί που κατασκεύασαν το εκπαιδευτικό σύστημα, που θα πει πως  όπως το απαιτούσαν εκείνοι που διόρισαν αυτούς που κατασκεύασαν το εκπαιδευτικό σύστημα που θα πει  όπως το απαιτούσαν εκείνοι  που είχαν συμφέροντα να  διορίζουν αυτούς τους τελευταίους έναντι ενός μηνιαίου μισθού που ίσα που  έφτανε να επιβιώνουν και να φορούν το ύφος της αυθεντίας και  τα ανθρωπάκια που ποτέ δεν ένοιωσαν τον αέρα της ελευθερίας να τους γεμίζει τα μυαλά.

Και να σκεφτείς  πως όλοι  είχαν την αθωότητα του Πιλάτου, μια και  δεν γνώριζαν το ρόλο τους , συμμετείχαν επαγγελματικά σε ένα ρόλο που δεν καταλάβαιναν, δεν υπήρχε περίπτωση να  αμειφθούν πέρα απ΄ τον συνήθη μισθό τους  και τα θύματα ποτέ δεν θα τους κρατούσαν κακία για τον ρόλο τους, μια και οι ίδιοι ήταν θύματα της ίδιας επιδίωξης , του ίδιου πατενταρισμένου  συστήματος προσαρμογής.

Όλα αυτά δεν τα ξέραμε τότε. Και να τα υποπτευόμαστε,  δεν μιλάγαμε. Πιστεύαμε στον Θεό, όπως τον ήθελε ο καθηγητής των Θρησκευτικών. Κάναμε την προσευχή και τα «Πάτερ-ημά» μας. Πηγαίναμε τακτικά στον\ εκκλησιασμό. Κάναμε γυμναστική. «Νους υγειής  εν σώματι υγιεί» το σύνθημα των κρατούντων.  Μαθαίναμε το μάθημα των Ελληνικών, όπως το είχαν προεπιλέξει οι πονηροί με τον Επιτάφιο και χωρίς την Δημηγορία της Μήλου ή τα Κερκυραϊκά. Παίρναμε βαθμούς ανάλογα με τη λίγη καρδιά και το στενό μυαλό του βαθμολογητή, την υποταγή μας, την κοινωνική θέση του πατέρα μας και την γνώση μας. Πηγαίναμε στην άλλη τάξη και ελπίζαμε πως μια μέρα θα γίνουμε κι εμείς κάτι σαν γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, καθηγητές, νεκροθάφτες, ναυτικοί, δασκάλοι κλπ  για να μπορούμε να είμαστε αυτό που λέγαμε τότε  « κύριοι» που θα πει άνθρωποι με κοστούμι, γραβάτα και θέση σε μια  κοινωνία αγνοούντων και αγνοουμένων.

Διαβάζαμε στα κλεφτά, όσοι διαβάζαμε, από μικρό Ήρωα, Μάσκα μέχρι την κυρία με τας καμελίας και την Παναγία των Παρισίων. Μαθαίναμε ότι ο Παπαδιαμάντης ήταν θρησκευόμενος, κοσμοκαλόγερος, ψάλτης και έγραφε τις μέρες των γιορτών διάφορες διηγήσεις για να βγάζει το ψωμάκι του, ο Σολωμός έγραψε τον Εθνικό Ύμνο  «Σε γνωρίζω από την όψη……» και ήταν ο ποιητής του 21, αλλά ήταν σε διαρκή διαμάχη με τον αδελφό του(κανένας δεν μας είπε πως ήταν μούλος και είχε περιορισμένα δικαιώματα κληρονομίας και φυσικά απαγορεύονταν να το γνωρίζουμε. «άκου εκεί μούλος ο Εθνικός μας Ποιητής» θα χαλούσε το σύστημα των αξιών της ηθικής μας!!!!!» ). Βαλαωρίτης . Ά! Ο Βαλαωρίτης  ήταν μεγάλος Εθνικός ποιητής . «πάρε ένα σβώλο Μήτρο…». Όλα τα άλλα ήταν αηδίες  και πράγματα αντιχριστιανικά και αντεθνικά……

Τι να πει κανένας μετά από τόσα χρόνια Εθνικών παραμυθιών που φορτώσανε την νιότη μας. Διαβάζαμε. Κι αν τολμούσαμε να γράψουμε ή να πούμε κάτι  απ΄ όσα διαβάσαμε και σκεφτόμαστε, τότε μας περίμενε το κόκκινο μολύβι και η παρατήρηση ότι «εγώ δεν δίδαξα αυτές τις αηδίες»

Εκείνο που έπρεπε να καταλάβουμε οπωσδήποτε ήταν το νόημα της Πατρίδας δηλαδή μια ασαφή ιδεαλιστική μπούρδα που μπερδεύονταν  με χίλια δυό λόγια, ψέματα, παρελάσεις, φωτογραφίες αγωνιστών του 21, ηρωϊσμούς, ποιητές, μάχες, ήρωες φουστανελοφόρους, μουστακοφόρους  που όλα κατέληγαν στην ήττα, στην θυσία και στην σκλαβιά ή στο εκτελεστικό απόσπασμα της πατρίδος ως αμοιβή της αυταπάρνησης  τους. Έπρεπε να γνωρίζουμε  ότι  μια μέρα θα  υπηρετούσαμε και θα  υπερασπιζόμαστε με την ζωή μας αυτήν την πατρίδα.  Δηλαδή προετοιμαζόμαστε σαν χαζοί να θυσιαστούμε «υπέρ πατρίδος και πίστεως» γιατί έτσι τόθελαν εκείνοι οι πονηροί.

Πικρό το χαμόγελό μου γιατί μέσα μου πατρίδα ήταν αυτός ο τόπος κι όχι η προτομή που είχαν στήσει  στην πλατεία των Δικαστηρίων του Ζαμπελίου κι  ούτε η προτομή του «πάρε ένα σβώλο Μήτρο» του Μποσκέτου μου έλεγε τίποτε. Πατρίδα μου ήταν αυτοί  της στήλης των πεσόντων,  αυτοί της φωτογραφίας  και οι άλλοι που λείπουν και τριγυρνούν στο νου μου, εκείνοι των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη και της Γυναίκας της Ζάκυθος. Αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι που δεν πρόκειται κανένας ιστορικός να τους περιλάβει  ούτε σε υποσημείωση  που ζουν και θα φύγουν  μέσα σε ένα κουτί  που δεν γράφει το όνομα κανενός για να μπορεί να γίνει ένα με το χώμα που θα τους σκεπάσει. Σκατά τώρα οι μάχες, ήρωες, επιφανείς, διαπρεπείς, στρατηγοί, στρατηλάτες, ετσετερά. Ετσετερά, Εστετερα . Σκατά  και παραμύθια της Χαλιμάς.

Είναι να γελάς  σαν  σκέφτεσαι πως διάλεξες  ένα ρόλο  και τίποτε περισσότερο σ΄ αυτό το ατέλειωτο παιχνίδι  της ζωής και του θανάτου που παίζεται και θα παίζεται χωρίς να καταλαβαίνεις γρυ απ΄ όσα συμβαίνουν και όσα πρόκειται να συμβούν.

Είναι πραγματικά αστείο  να σκεφτείς ότι είχες βάλει στόχο αυτό. Πέτυχες εκείνο. Έφτασες εδώ. Προσωπικά ποτέ δεν είχα κανένα συγκεκριμένο στόχο. Θέλησα να είμαι όσο μπορούσα ανεξάρτητος  απ΄ την ανάγκη, από το έτσι θέλω του καθενός – ήθελα να είμαι μια ρόδα που κυλάει μόνη της , όπως διάβασα κάποτε στον Νίτσε- και έφτασα να  έχω μπροστά μου συνέχεια το απόλυτο έτσι θέλω –γιατί ο Νόμος δεν φκιάχτηκε ποτέ ξεκάθαρος κι  έτσι τον ερμηνεύει και τον εφαρμόζει ο καθένας όπως θέλει, αρκεί να είναι αρεστός  σε μια τάξη πραγμάτων που εμπνέει ένα ατέλειωτο φόβο– ενός ατόμου ή μιας σύνθεσης που το Σύνταγμα ( άλλο παραμύθι κι αυτό πως είναι ιδιοκτησία μας και εμείς το φκιάξαμε) ονομάζει Δικαστήριο και που συχνά  απέχει από το νόημα της Δικαιοσύνης όσο απέχει η  αντιπροσωπευτική δημοκρατία από την Δημοκρατία ή το ανθρώπινο είδος από την ανθρωπιά.

Γιατί όλες αυτές οι σκέψεις κοιτάζοντας την φωτογραφία του 1965;  Να γιατί και να πως μπήκαμε στο λούκι και το τρυπάκι  αυτών των σκληρών αναμνήσεων:

Κοιτάξτε με προσοχή την φωτογραφία. Από  δεξιά προς αριστερά. Είναι μια μερική άποψη  της έκτης τάξης του γυμνασίου αρένων του 1965.  Είναι η τραγική  απεικόνιση της ματαιότητας, του προσωρινού και του αναλώσιμου της ύπαρξής μας.

Εδώ  θα τα πούμε  με ολοστρόγγυλες  κουβέντες.

image002

Γυμνάσιο αρένων. Έκτη γυμνασίου. Κλασσικό τμήμα. Αίθουσα έναντι καμπινέδων στον όροφο. Μια Τάξη να την πιεις στο ποτήρι. Τα πιο αλλοπρόσαλλα στοιχεία. Απίθανη. Το καλό υποτίθεται υλικό είχε πάρει η Έκτη Πρακτικού Γυμνασίου. Εκεί βρίσκονταν, έτσι νόμιζαν, το ότι καλύτερο από άποψη ποιότητας. Οι καθηγητές καμάρωναν για την τάξη τους. Εκεί ήταν , υποτίθεται, οι καλοί μαθητές που θα πει οι πιο επιμελείς, οι ποιο ήσυχοι και οι πιο ελπιδοφόροι νέοι της ημετέρας πατρίδος. Στο κλασσικό είμαστε όλα τα «καλά παιδιά», τα αγυιόπαιδα, τα ψώνια και όσοι φοβήθηκαν να πάνε στο Πρακτικό. Δηλαδή ένα τουρλού μυαλών, παιδείας, ανατροφής, καταγωγής και αντιλήψεων Παναγία βόηθα.

Εκεί βρεθήκαμε κόσμος και κοσμάκης. Η φωτογραφία παραπάνω είναι μια μερική άποψη αυτής της τάξης, της τάξης που την είχαν για πέταμα εκτός είπαμε από τα λίγα ψώνια και καλά παιδιά με διαγωγή κοσμιωτάτη που προτίμησαν ή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς απ΄ το να προτιμήσουν τις κλασσικές σπουδές στην Μέση  Εκπαίδευση.

Ορίστε λοιπόν ποιοι είμαστε στην φωτογραφία και τι κάναμε στην ζωή μας.

Πρώτος από αριστερά. Γεώργιος Κοντογιώργης. Τον βλέπετε. Σοβαρός, συγκεντρωμένος στον φακό, συγκεντρωμένος στον στόχο του. Θέλει να πετύχει αυτό που λένε τα μάτια του έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Και το πέτυχε. Καθηγητής στο Πάντειο. Και έχων άποψη επί των τεκταινομένων  ( αυτή η λέξη ώρες –ώρες με μπερδεύει αν  το κται  γράφεται με έψιλον ή με άλφα γιώτα!!!!!!) εν Ελλάδι από τηλεοράσεως.

Δεύτερος από αριστερά. Βασίλης Λογοθέτης. Συγκρατημένο  χαμόγελο. Επιμελημένο μαλλί. Ελπίζει να μάθει γράμματα για να επιβιώσει και να περάσει μια ήσυχη ζωή. Και το πέτυχε. Πήγε στην Πάντειο. Δούλεψε στο ΚΤΕΛ και  έζησε μια ζωή  ήρεμη. Εξαφανισμένος σχεδόν απ΄ τη ζωή της Μικρής μας πόλης.

Τρίτος από αριστερά. Η αφεντιά μου. Χαμογελάω. Κάτι ψιθυρίζω . Κάποιον πειράζω. Κάτι σχολιάζω.  Τον διάολο μέσα μου. Δεν ησυχάζω κι  ούτε πρόκειται. Τα πάντα κινούνται μεταξύ του σοβαρού και του απόλυτου γελοίου. Ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά ούτε τον ρόλο του μαθητή, ούτε τον ρόλο του στρατιώτη, ούτε τον ρόλο του μορφωμένου. Ούτε τον ρόλο του δικηγόρου. Ούτε το ρόλο της ζωής . Τα πάντα ρει.  Έτοιμος για όλα και προετοιμασμένος για τα πάντα. Μια ζωή κόντρα με τις κατεστημένες  αρχές, αντιλήψεις και εξουσίες. Υπέφερα και υποφέρω, αλλά  έχει νοστιμιά η ζωή έτσι.

Τέταρτος από αριστερά. Γιάννης Λάζαρης. Σοβαρότατος. Τα πάντα μετρημένα στο έπακρο. Μοιρογνωμόνιο. Έμεινε όπως τον βλέπεται στην φωτογραφία. Δεν άλλαξε τίποτε εκτός από το χάσιμο των μαλλιών και την εμφάνιση φαλάκρας πρώτου μεγέθους. Έγινε καθηγητής μαθηματικών στην μέση εκπαίδευση. Ένας σοβαρός συνταξιούχος του Ελληνικού κράτους που πλέον  παρκάρει στην Πλατεία και  σταυρώνει τους φίλους του. Τον αγαπώ πολύ γιατί δεν άλλαξε καμιά συνήθεια του από τότε που τον γνώρισα.

Ο πέμπτος. Γαζής Επαμεινώνδας, «Λευτεράκης» κατά Κουτσούρια. Γεωπόνος. Γιατί θέλησε να μάθει  για τα φυτά δεν το κατάλαβα ποτέ. Δημόσιος Υπάλληλος  και πλέον συνταξιούχος που έχει  σαν σπορ την ασχολία του με το πνεύμα και  οτιδήποτε  άλλο εκτός από τα φυτά. Κάτοικος όπως λένε Βορείου Ελλάδος. Χαμένος από παντού και εμφανιζόμενος σαν κομήτης  να κρίνει τους πάντες.

Ο απέναντι  πονηρούλης  Αηλιώτης. Μήτσος Σολδάτος. Έγινε στρατηγός της Πυροσβεστικής. Να οι κλάρες στο καπέλο του. Κάτοικος της Βορείου Ελλάδος. Καμαρωτός σαν γύφτικο σκεπάρνι.

Ο μπροστά από αυτόν Δάγλας εκ  Μεγανησίου . Τον έχασα. Μάλλον ναυτικός έγινε. Ο δίπλα από αυτόν Μάτζαρης. Έγινε καπετάνιος σε υπερπόντια εμπορικά και δυστυχώς πέθανε πάρα πολύ νωρίς.

Στην δεύτερη σειρά  ο πρώτος  Μάνουρας εξ Εξανθείας. Δάσκαλος, Φίλιππος Βλάχος- Καμαράδας. Ξαθείτης γνήσιος που νίβει συνεχώς τας χείρας του.

Και διπλανός του δάσκαλος Φραγκούλης  από Εγκλουβή. Πάντα χαμογελαστός. Ο Τάκης ο Ματαφιάς τραπεζικός υπάλληλος. Αυτός δεξιά με το μισό κεφάλι Μπελεγρίνος Βασίλειος-Λούφας , στρατηγός της Πυροσβεστικής που την έβγαλε σε γραφεία (Λούφας στην κυριολεξία). Ο Καθηγητής μας  Τηλέμαχος  Στεριώτης (Τσελιάμης) που όνειρό του ήταν να γίνει στρατιωτικός γιατρός και έγινε  φιλόλογος. Τους άλλους δεν μπορώ να τους διακρίνω. Αλλά δεν πειράζει. Οι πάντες βγάλαμε το ψωμί μας γιατί υπήρχαν ακόμα όνειρα και ψωμί.

Πρόχειρα θυμάμαι πως λείπουν ο Γιάννης ο Δάγλας από το Μεγανήσι γιατρός γυναικολόγος , επωνομαζόμενος και Ποδάριας. Γιωργάκης Θοδωρής , Σελινάκης ή Δεσπότης από μένα. Έρρινη φωνή Βυζαντινή. Συμφοιτητής μου στο Πανεπιστήμιο που αργότερα έγινε Δήμαρχος Ηλιούπολης. Τζίμης Ροντογιάννης ή Ζέπος, μαθηματικός, γυμνασιάρχης Μοναστηρακίου Βονίτσης, γεωκτήμων, αδελφικός φίλος και μανιώδης παίχτης. Κακάρης ή Γιώργος Κονιδάρης  που έγινε δικαστικός κλητήρας, σταύρωσε τον κόσμο με ένα σωρό επιδόσεις δικογράφων και πλέον είναι συνταξιούχος. Ο Λουκάς ο Μαγκούφης που έγινε φιλόλογος. Ο μόνος φιλόλογος από ένα ολόκληρο κλασσικό τμήμα!!!!!!

Από όλους αυτούς μάχιμοι ακόμα είμαστε: Ο Γιωργάκης ο Θοδωρής, Δικηγόρος. Ο Γιάννης ο Δάγλας, γιατρός. Εγώ, δικηγόρος. Όλοι οι άλλοι είναι συνταξιούχοι και απόμαχοι.

Είχαν περάσει χρόνια. Ο καθηγητής μας των Ελληνικών ( ανήσυχο πνεύμα και εκτός παιδιάς για το τότε εκπαιδευτικό σύστημα ) Γεράσιμος Κατωπόδης (Κουτσούριας) μια μέρα στην πλατεία, αφού στο μεταξύ είχαμε φορέσει τα κοστούμια μας, τις γραβάτες μας, πήραμε το ανάλογο ύφος (χαχαχαχαχα), «είδαμε βρακί στο κώλο μας» που λέει κι ο λόγος,  με είδε να κάθομαι με παρέα σπουδαίων και σπουδαιοφανών σε ένα κατάστημα της πλατείας  που παλιά σύχναζαν αποκλειστικώς οι αφέντες και οι κύριοι . Μπαίνει μέσα . Κάθεται στην παρέα μας και χωρίς πολλά και λίγα μου λέει.

-Φιλόσοφε ( ή έτσι με αποκαλούσε σαν μαθητή ή «μούλε» λόγω του άτακτου χαρακτήρα μου) άκου τι έπαθα στην Αθήνα.

Περιττό να σας πω ότι με τον Γεράσιμο διατήρησα μέχρι τον θάνατό του μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και αλληλοεκτίμησης, επειδή κι αυτός δεν έδινε μεγάλη σημασία στα ψηλά καπέλα και τις συμβατικότητες.

-Πάλι τα ίδια. Σα ποιόν σταύρωσες πάλε; Το ρώτησα για να ανοίξει η κουβέντα
-Άκου να μάθεις. Θυμάσαι εκείνο τον συμμαθητή σου που του ζήτησα να μου εξηγήσει την έκθεσή σου και να του βάλω δέκα να περάσει και δεν ήξερε τι έλεγε. Τον θυμάσαι, δεν μπορεί. Πήγα στο γραφείο του για μια δουλειά. Πέρασα από πέντε γραμματείς για να τον βρω. Τον βρήκα επί τέλους. Με παίρνει ένα μοντέλο και με οδηγεί στο γραφείο του. Συζητάμε για γυναίκα του κινηματογράφου, ψηλόκωλη με κάτι συνάμενους και κουνάμενους κώλους ολοστρόγγυλους. Παναγία βόηθα. Βρε κοίταξε πρόοδο ο μπούφος σκέφτηκα. Μπήκα με τα πολλά μέσα. Δεξιά ένας πράσινος ήλιος που έπιανε όλο τον τοίχο. Αριστερά ένας Παπαντρέου με το τσιμπούκι του, χαμογελαστός. Πίσω του μια  Ελλάδα  φωτισμένη  και ο ωραίος Μπρούμελ να χαμογελά και να κρατάει στα χέρια του το σήμα της νίκης. Γραφειάρα . Καρεκλάρα. Κανένα χαρτί απάνω. Κανένα μολύβι. Ένα φλυτζάνι  φουρφουρένιο με το σήμα του ΠΑΣΟΚ. Πέντε έξη τηλέφωνα. Μια καρέκλα για τον επισκέπτη . Ένα μικρό τραπεζάκι για την γκόμενα με το βαθύ ντεκολτέ, τις καλλίγραμμες γαμπίτσες και το χαμογελάκι στο άγνωστο. Και  κάτω να δεις. Να καρπέτο. Να καρπέτο. Νόμισα πως έχασα τα παπούτσια μου. Τ΄ ακούς  χαμένε; Τ΄ ακούς  ο μπούφος; Εσύ τι έκαμες στην ζωή σου; Σκατά. Σκατά κι απόσκατα. Η ζωή παιδάκι μου είναι  για τους μπούφους. Χέσε το μυαλό αν δεν είσαι με το κόμμα και μπούφος, αν δεν τα έχεις καλά με τους παραλήδες. τους βουλευτάδες, τους  παπάδες κι όλα αυτά τα κλαμπατσίμπανα της κοινωνίας και  να είσαι μπούφος και να λες παντού ναι. Κατάλαβες Φιλόσοφε;

Βλέποντάς με να τον κοιτάζω με απορία σα μαθητής που δεν κατάλαβε το μάθημά του συμπλήρωσε:

-Δυστυχώς αυτά δεν διδάσκονται στο Γυμνάσιο κι έτσι κάμε τώρα κι εσύ τον μπούφο.

Αυτά και Θέος σ΄χωρέστον. Αυτό ήταν μάθημα εντός  ύλης και όχι τα «άνδρα μοι έπνεπε», «ανδρών επιφανών» και «σε γνωρίζω από την κόψη».

Ηλίας Τσάκαλος