Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Χριστούγεννα στο πειθαρχείο

Χριστούγεννα στο πειθαρχείο

xmas-army

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος.

( αφιερωμένο στον Νέαρχο)

Πειθαρχείο.!

Εγώ;

Ναι εσύ.

Γιατί;

Έτσι. Δεν είναι φάτσα αυτή. Πειθαρχείο.

Άφησε να πάρω το φαγητό μου. Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Πειθαρχείο είπα.

Έσκυψα το  κεφάλι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή.  Βγήκα από την γραμμή  και προχώρησα κατά  τα σκαλιά που με οδηγούσαν στο λόχο για να αφήσω την καραβάνα μου, να πάρω τις κουβέρτες μου ( τις δύο που ήταν στο κεφάλι του κρεβατιού μου), να  ξεκλειδώσω τον σάκο μου και να πάρω το βιβλίο που είχα ψωνίσει στην χθεσινή δίωρη έξοδο στην Θεσσαλονίκη  από το βιβλιοπωλείο που ήταν Μελενίκου και  Εγνατίας γωνία και  από το οποίο δεν πρόλαβα να  διαβάσω ούτε μια σελίδα.

Το κρεβάτι μου έβλεπε κατά τον όρχο των οχημάτων που πέρα απ΄ αυτόν ήταν η πανύψηλη μάντρα και τα σύρματα του στρατοπέδου του Στρατηγείου του Γάμα Σώματος Στρατού. Κολλητά ήταν η Έκθεση και πιο πέρα η Αγγελάκη που τόσες φορές την περπάτησα μόνος ονειροβάτης ή αγκαλιά με εκείνο το γλυκούλι  κοριτσάκι με τα όμορφα καστανά μάτια που μου χάϊδευε την πλάτη και με αποκαλούσε με την ψιλή σαν κλωστούλα  φωνή της «αγάπη μου».

-Ω! εκεί είναι η λευτεριά, είπα  και δάκρυσα. Εκεί τουλάχιστον δεν βλέπεις τα σύρματα και οι άνθρωποι δεν φοράνε χακί, δεν είναι ιεραρχημένοι και δεν τους υποχρεώνει σε καμιά πειθαρχία  κανένας καραβανάς.

Κατέβηκα τις σκάλες πήγα ξανά στον μονιμά υπαξιωματικό υπηρεσίας. Παρουσιάστηκα μπροστά του. Προοοοσ΄χή!! Χαιρέτισα με εκείνο τον γελοίο τρόπο που χαιρετάς τους ανωτέρους σου , αλλά δεν τους αναγνωρίζεις καμιά ανωτερότητα και αναφέρθηκα κανονικά:

Στρατιώτης  διαβιβάσεων, πρώτος λόχος, σιτιστής, Ελευθέριος  Ελευθερόπουλος της Ελευθερίας και του Ελευθερίου, 98η  ΕΣΟ.

Μέσα μου έβραζα. Του τα είπα όλα: βλάχε, αγράμματε, φασίστα, τραμπούκε, μονιμά, κομπλεξικέ, αγάμητε κι άλλα, κι άλλα  μαζύ με γαμοσταυρίδια  που δεν μετριούνταν.

Ημιιιι-ανάπ΄σις! Στρατιώτη  είσαι αξύριστος. Στρατιώτη έσπρωχνες, Στρατιώτη μουρμούριζες στην γραμμή. Στρατιώτη  δεν είσαι με μας. Πειθαρχείο! Στρατιώτη είσαι ανατρεπτικό στοιχείο!!

Με ποιανούς λέει δεν είμαι ο μαλάκας. Και τι δουλειά έχω να είμαι σε αυτούς. Εδώ την Πατρίδα  υπηρετούμε. Δεν έχουμε προσωπικά με κανέναν. Μα τον μαλάκα. Το βλήμα τι ζητάει από μένα , σκέφτηκα.

Διατάξ΄τε κύριε επιλοχία.

Πειθαρχείο!!!!

Έπεσαν αμέσως  δίπλα μου δυό έφεδροι υπαξιωματικοί . Ο ένας ήταν δεκανέας , γύφτος στην καταγωγή, του τρίτου λόχου, πασάλι και ο άλλος ένας γκαϊδός  υποδεκανέας  μηχανολόγος , σπουδαγμένος  στην Γερμανία μηχανολόγος- ηλεκτρολόγος , ένα γερμανικό γουρούνι με γλώσσα Έλληνα, από μια  μεγαλούπολη της Βόρειας Ελλάδας που δεν θέλησα να μάθω ποτέ, καρφί γεννημένο και κομπλεξάκιας, γιατί δεν μπόρεσε να σπουδάσει στην Ελλάδα , γόνος σπουδαίας  οικογένειας φαίνεται, γιατί κάθε μέρα έβγαινε έξω, χαλούσε ένα σωρό χρήματα , κάπνιζε τσιγάρα  πανάκριβα που αγόραζε μόνο γι αυτόν  το κα-ψι- μι και επί πλέον άλλοι του φύλαγαν τις υπηρεσίες επί πληρωμή.

Με  πήραν, με έβαλαν στην μέση και με οδήγησαν στο πειθαρχείο. Έτσι. Εν ψυχρώ. Χωρίς κανένα συναίσθημα οι μαλάκες.  Εκτελούσαν διαταγή είπανε μετά δικαιολογούμενοι στους γραμματισμένους  του λόχου.

Φτάσαμε στον Λόχο Διοικήσεως του Στρατηγείου διασχίζοντας όλο το στρατόπεδο. Ρώτησαν οι συνοδοί μου που βρίσκεται το πειθαρχείο και ποιος θα με παραλάβει. Φώναξαν ένα φαντάρο που εκτελούσε χρέη δεσμοφύλακα . Με κοίταξε με συμπάθεια στην αρχή και μετά  έσκυψε να με δει καλύτερα. «Κάπου σε θυμάμαι εσένα, μου είπε, κάπου σε θυμάμαι».

Τον θυμήθηκα  καλά. Θυμήθηκα πως ήταν ένας από τους ρουφιάνους που μαζεύονταν πάνω στην Φυσικομαθηματική, όταν γίνονταν συγκεντρώσεις στο Χημείο. «Μπά νομίζεις του είπα, οι άνθρωποι μοιάζουνε». Με πήγε σπρώχνοντας μέχρι την πόρτα του κεντρικού  κελιού του Πειθαρχείου. Δεν την έκλεισε , αλλά μαντάλωσε καλά  την εξωτερική πόρτα. 

Άπλωσα  την μια κουβέρτα μου πάνω στα σανίδια του κρεβατιού και πήρα το βιβλίο στα χέρια μου. Ήταν μεσημέρι ακόμα και φως  έμπαινε από το παράθυρο που βρίσκονταν εκεί ψηλά κατά τον κεντρικό δρόμο του στρατοπέδου.

Το μυαλό μου ταξίδευε σε χώρους ελεύθερους μα και στενάχωρους. Δεν έπρεπε με τίποτε να μάθει η μάνα μου και προ πάντων ότι βρίσκομαι εδώ μέσα. Πάντα με φοβόνταν η μάνα μου  πως θα μπλέξω με τους στρατιωτικούς γιατί ζητούσα δημοκρατία κάτι που το μυαλό της δεν χωρούσε με τίποτε. « Μα δεν έκανα τίποτε βρε μάνα στην σειρά ήμουνα. Ο καραβανάς επειδή δεν του άρεσε η φάτσα μου, ούτε και εμένα μου αρέσει η δική του εδώ που τα λέμε» μονολόγησα.

Άναψα τσιγάρο. Έριξα το βιβλίο στην άλλη άκρη του ξυλοκρέβατου χωρίς να του ρίξω έστω και μια ματιά. Τράβηξα μια ρουφηξιά στεναχωρημένη και είπα « βρήκε την παραμονή των Χριστουγέννων ο ηλίθιος  καραβανάς να βγάλει το κόμπλεξ του»

Δεν προχώρησα άλλο. Κοίταξα απέναντι στον τοίχο και ενώ προσπαθούσα να διαβάσω τα ανορθόγραφα μηνύματα παλιών  άκουσα στον διάδρομο να σέρνονται πόδια. Σταμάτησαν μπροστά στο κελί μου. Δεν ένοιωσα φόβο. Άκουσα ένα χτύπο μεταλλικό στην πόρτα .

-Να μπω; Είμαι του τελευταίου κελιού.

-Μπες  του είπα.   

-Υπάρχει τσιγάρο για μένα;

Μέτρησα τα τσιγάρα με τον νου μου. Χτες στην έξοδο πήγα πακέτο από την καραμανλού απέναντι από το Κεντρικό  στο Πανεπιστήμιο. Κάπνισα δύο χθες και τρία με τούτο σήμερα. Άρα έχω δέκα πέντε. Πότε θα κονομήσουμε ξανά τσιγάρο ; πότε θα δούμε  άνθρωπο να μας πάρει ένα πακέτο; Ο θεός ξέρει. Ας  μην στερήσω του άγνωστου όμως  ένα τσιγάρο.

Φίλε τσιγάρο υπάρχει , αλλά λείπει , θα σου δώσω ένα, αλλά δεν έχει άλλο του είπα αποφασιστικά.

Ο μαγκάκος πήρε το τσιγάρο και χάθηκε πίσω από την σιδερένια πόρτα του κελιού. Πάλι μόνος.

Σηκώθηκα και μαντάλωσα  την πόρτα από μέσα. Έμεινα μόνος  και με την θέλησή μου. Πήρα στα χέρια μου την δεύτερη  κουβέρτα μου που μέσα της ήταν το μαξιλάρι μου. Την ξεδίπλωσα  και έμεινα με τον στόμα ανοιχτό. Μέσα εκεί είχα ξεχασμένη ποιος ξέρει πόσο  μια σειρά από τα διηγήματα του κυρ΄  Αλέκου.

Βλέποντας  το πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και άρχισα να χάνομαι  στο ταπεινό κόσμο της Σκιάθου κι επισκεπτόμουνα τα μικρά σπιτάκια  με τους λίγους ανθρώπους που ήταν υπόχρεοι να επιτελέσουν το καθήκον τους απέναντι στην μοίρα τους και τον Θεό. Πήγα μαζύ μ΄ όλους να γιορτάσω τα Χριστούγεννα με τον Χριστό στο Κάστρο και χάθηκα στα πέλαγα που ρουφούσαν τις μοίρες των ανθρώπων…. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα κι ένοιωθα ελεύθερος. Οι τοίχοι του κελιού μου γκρεμίστηκαν, οι τοίχοι του πειθαρχείου έγιναν σκόνη, το στρατόπεδο  βούλιαξε στον Θερμαϊκό καβάλησα τον Λευκό Πύργο τον έκανα καράβι κι αρμένιζα  με Βαρδάρη για τα λιμάνια της Σκιάθου.

Ήμουν απόλυτα λεύτερος .Πού οι συνταγματάρχες και η δικτατορία τους; Πού το κράτος και οι Νόμοι του; Πού ο Στρατός και η λογική του; Πού το Σώμα  και το Τάγμα του; Πού ο Λόχος και ο Μονιμάς του; Στ΄αρχίδια μου όλα!!! Εγώ  έπλεα στο καράβι μου και στα πέλαγα μου για να συναντήσω τους ανθρώπους του κυρ΄ Αλέκου να κάνουμε Χριστούγεννα μαζύ.

Έτσι με πήρε ένας ύπνος γλυκός κι ονειρεμένος. Λεύτερος μεσ΄ την σκλαβιά μου.

ΥΓ. Ο φαντάρος που μου διηγήθηκε αυτήν την ιστορία, ένας κουλτουριάρης που  είχε δημοσιεύσει μια σειρά άτεχνων ποιημάτων, με παρακάλεσε, αν ποτέ την χρησιμοποιούσα, να την γράψω σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό και έκανα.

Εύχομαι Χρόνια Πολλά και ο καινούργιος  Χρόνος να φέρει καλή Λευτεριά στους αναγνώστες μου.