Αρχική Μόνιμες Στήλες Μπρος-πίσω Ύστατο Χαίρε

Ύστατο Χαίρε

tsakalos-tafos

Γράφει ο Ηλίας Τσάκαλος

«..Εγώ ειμί γή και σποδός. Και πάλιν κατενόησα εν τοις μνήμασι και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον..» νεκρώσιμη ακολουθία

( αφιερωμένο στην μνήμη του Αντώνη του Τσορονικέα)

Και έρχεται μια μέρα που σώνεται το καντήλι του ανθρώπου και ανερχόμενος στο κοιμητήριο των τεθνεώτων ταξιδεύεις χωρίς σταματημό στο χρόνο, στις ελπίδες , στα όνειρά σου κι ανταμώνεσαι ξανά με τους ανθρώπους που έζησες και μοιράστηκες κάποτε την ζωή και βρίσκονται εδώ « εν τοις μνήμασι».

Νοιώθεις βαθειά σου την ματαιότητα και ταυτόχρονα την μεγαλοσύνη κάθε στιγμής που πέρασε και που σ΄ αυτή ένοιωσες την διαπασών όλων των συναισθημάτων λογικού και κοινωνικού όντος από το απόλυτο συναίσθημα να μην σε χωράει η γη μέχρι την απόλυτη ταύτιση σου με την ύπαρξή του άλλου.

Κι αυτά να είναι εφήμερα και να τα νοιώθεις τραγικά μια που ο χρόνος τα πετάει πίσω του και χάνονται και γίνονται μια χούφτα χώμα που χωράει ίσα- ίσα στην παλάμη σου αφήνοντας ένα χαμόγελο, μια ανάμνηση ή ένα παράδειγμα προς μίμηση ή αποφυγή.

Ο πλησίον της Θρησκείας του Εσταυρωμένου. Αυτός που τώρα είναι φυτεμένος στην γη και στην μνήμη σου και τον παίρνεις και συνομιλείς μαζύ του σε κάθε περίσταση που ζεις και τον χρειάζεσαι να σου δίνει κουράγιο και ελπίδα ,να σε κάνει να χαμογελάς και να υψώνεσαι ως τα ουράνια με την ανθρωπιά και την μεγαλοσύνη του.

Πώς έρχονται τα πράγματα έτσι που όσες λύπες κι αν ένοιωσες τις ξεχνάς, όσες πικρές στιγμές τις θάβεις και κολυμπούν μέσα στο απόλυτο παρόν μόνο οι όμορφες ώρες που ένοιωσες ανθρωπιά που ένοιωσε ανθρωπιά ο άνθρωπος που τον είχες δικό σου όσο ζούσε….

Ανθρωπιά. Πώς χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη πρόστυχα όσοι Φαρισαίοι της ζωής προσπαθούν να κρύψουν τα αμφίβολα αισθήματά τους βάζοντας τα στο πλυντήριο των λέξεων νομίζοντας πως ξεπλένουν έτσι τις αμαρτίες τους απέναντι κύρια στους εαυτούς τους και αναμένοντας αναγνώριση από τους κοινωνούς.

Ανθρωπιά , αυτό το γνωρίζουν τα σπουργίτια της γης και το ζουν καθημερινά, θα πει αυτή την μεγάλη λέξη που την κόβεις στην μέση και δίνεις τη μισή στο άλλο, χωρίς να καρτεράς την άλλη μέρα την επιστροφή της.

Ανθρωπιά, αυτό το νοιώσανε όσοι πείνασαν και δίψασαν, όσοι δεν είχαν προσκέφαλο και κλίνη επί γης, όσοι ανάπιασαν μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες το προζύμι για έναν άλλο κόσμο που μέσα του κυκλοφορούν οι άνθρωποι που πάτησαν την γη και κατάλαβαν πως μόνος του κανένας δεν νίκησε την θλίψη, κανένας δεν νίκησε την ανέχεια, κανένας δεν κίνησε την αρρώστια, κανένας δεν νίκησε τον θάνατο.

Όλοι μαζύ να σηκώσουμε τον άνθρωπο από εκεί που η βιοπάλη και το συμφέρον τον έχει στο κρεβάτι του πόνου από τότε που σηκώθηκε όρθιος και αξίωσε να γίνει θεός, από τότε που ο Προμηθέας του παρέδωσε την Φωτιά και του ευχήθηκε να του μοιάσει στα βάσανα και την καθημερινή ανάσταση.

Πόσες σκέψεις τρέχουν στο κεφάλι σου περιδιαβαίνοντας την πόρτα του Νεκροταφείου. Βλέπεις γνωστούς και φίλους, βλέπεις ανθρώπους που διάβηκαν μπροστά σου, που τους πήρες τα βήματα, που χάθηκαν στο απέραντο του χρόνου χωρίς ποτέ να ακούσεις έστω και μια λέξη απ΄ τα χείλη τους. Κάθεσαι και συζητάς και λες και λες και λες και λες με ανθρώπους που έζησες μαζύ τους. Και σου ξαναθυμίζουν ανέκδοτα, πλάκες της ζωής, μικρά ενσταντανέ εξυπνάδας ή ηλιθιότητας των ανθρώπων. Να η αλήθεια του καπέλου του Φώντα. Να η πλάκα του Ανέστη με την ώρα. Να η πλάκα του Ζώη στην γειτονιά μας να τρέχει και να τον ακολουθάει η μπόμπα. Να τα σόγια και τα χωριά με τον Θανάση τον Ραυτόπουλο. Να οι εξομολογήσεις των ερωτευμένων και οι συμβουλές. Να οι ατέλειωτες ώρες με τον Σπύρο τον Πανάγο στο καφενείο της Παρασκευής. Να που κοτσιλάνε οι τσιπούρες. Να η ανάγνωση των ποιημάτων του Βέλτσου.

Να ο Αντώνης ο φίλος, ο Τσορονικέας, ο κατεργαράκος που όταν έβλεπε ότι θα έχανε το πικέτο έκλεβε από τα κάτω για να χαλάσει το παιχνίδι και να γελάσει.

( Η συνάντηση ήταν τυχαία. Ρώτησε χαμογελώντας αν υπήρχε χρόνος για ένα καφέ και ένα πικέτο. Η παρέα με τον Αντώνη είχε μια ευγένεια, αλλά και μια ελαφράδα ταυτόχρονα, μια επαφή με την ματαιότητα, αλλά και μια σπουδή του προαιώνιου ανθρώπου. Ένα Τσαφ στο τώρα, μα και μια βαθειά βουτιά στο χθες. Ο Αντώνης είχε μια χαρά μέσα του που την εξέπεμπε στο περιβάλλον και ταυτόχρονα είχε μια θλίψη γιατί δεν μπόρεσαν ποτέ οι άνθρωποι του μόχθου και της Αριστεράς του πόνου και του προβληματισμού να δώσουν χέρι βοήθειας στην ανθρωπότητα να εξανθρωπιστεί. «Πάμε Αντώνη» του είπα και μπήκαμε στο καφενείο της γειτονιάς μας του Τάσου του Καρυωτά. Παραγγείλαμε τα καφεδάκια μας και το πικέτο. Τον ήξερα πως ήταν κολοσσός τιμιότητας και δεν πρόσεχα ούτε πώς μοίραζε , ούτε τι έκανε στο πικέτο. Μωρέ εκείνη την ημέρα δεν έπιασα μπάζα. Μου έκανε τρία καπότα στην σειρά. Νευρίασα και τα έβαλα με θεούς και δαίμονες. Ο Αντώνης ψύχραιμος και χαμογελαστός. Κάπνιζε το τσιγάρο του ζουλώντας το με τα δάχτυλα λίγο κάτω από το φίλτρο και με κοίταζε περιπαιχτικά. Μετά από λίγο άπλωσε το χέρι του μου χάϊδεψε το χέρι και μου είπε: Έκλεβα τα κάτω. Ο διάολος το ΄φερε ψυχούλα μου να κάνει η τράπουλα τρία καπότα. Δεν ήταν αμαρτία να τα βάλω κάτου ψυχούλα μου; Εγώ τά΄ βαζα, εγώ τά΄ παιρνα. Εσύ έχανες. Τι να κάνουμε ψυχούλα μου; Σοβάρεψε αμέσως και μου είπε: Λιάκο να μην έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη σε κανέναν.
Κι όμως αυτός είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στους πάντες.)

Ο Αντώνης ….πάει κι αυτός. Γη και Σποδός. Πάει χάνεται στο ασταμάτητο χρόνο μαζύ με την ανθρωπιά του, την διδαχή του, την ετοιμολογία του, την εξυπνάδα του, την αγάπη του στους ανθρώπους, την ανιδιοτέλειά του και μαζύ με όλα όσα μας χάρισε στην ζωή του……..