Αρχική Μόνιμες Στήλες Παρεμβάσεις από τον Θ. Γεωργάκη Χριστούγεννα της ρωμιοσύνης

Χριστούγεννα της ρωμιοσύνης

kalantaΠάνε τρείς δεκαετίες, τώρα, που εναγωνίως παλεύω με το θηρίο, που λέγεται Λήθη, αυτή που επαίρεται πως τακτοποιεί τον κουρνιαχτό της ιστορίας, όπως αυτή νομίζει, που στα σωθικά της κρύβει το φαιόχρωμο, το άγευστο , το αποκρουστικό, παλεύω , μαζί της γιατί προσπαθεί, να με πείσει πως, το παρελθόν, δεν έχει καμία αξία, αν μάλιστα, αφορά λατρευτικά και θρησκευτικά καίρια γεγονότα, αν αφορά το σκόνταμα πάνω σε λαϊκά ήθη και έθιμα, πάνω στο μαργαριτάρι, που λέγεται παράδοση.

Βλέπετε, έτσι μας υπαγορεύει η εποχή του αχαλίνωτου ευδαιμονισμού, που ζούμε,  όπου, όλα μετριούνται πάνω στο σύνθημα – φενάκη, «πόσα κάνεις», όχι πράγματα, αλλά λεφτά!  Έτσι μετρούνται, σήμερα, τα πάντα, μονάδα πλούτου, μήκους, ύψους, φαντασίας, προβολής, έπαρσης, ψειμιθιωμένων σχέσεων, είναι τα ΕΥΡΩ!!!. Πατήρ πάντων!!!  Σε ότι αφορά το παρελθόν και τα βιώματα της άλλης, της  άλικης Ρωμαίικης ζωής, παραγγέλουν «οι ετάζοντες καρδίας και νεφρούς»  του κόσμου τούτου, αυτά, ας τα θυμόμαστε την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, όταν θα υπολογίζουμε τα ρεβεγιόν και τις δαπάνες, για τα αχόρταγα τραπέζια, για το σπαραγμό των επίπλαστων σχέσεων της «καρδιοσώστρας»… κρεπάλης!

Και όμως.  Υπάρχει κρυμμένος, πολύ κοντά μας, ένας άλλος κόσμος, που οι περισσότεροι, παρά το γεγονός ότι τον γνωρίζουμε, με βδελυγμία τον αποστρεφόμαστε. Είναι ο κόσμος που περπάτησε τη φυλή μας επί πτερύγων ανέμων, επί χιλιετίες, είναι αυτό που σιγοκαίει μέσα μας, είναι ο δρόμος μας, είναι η παράδοσή μας, είναι η δική μας πορεία, όμοια με αυτή των τριών μάγων, του Βαλτάσαρ, του Γκασπάρ και του Μελχιόρ, που θέλει τρανό αστέρι να μας οδηγεί την Ρωμιοσύνη μας, την ψυχή μας , την καρδιά μας. Αυτό τον δρόμο, οφείλουμε να φέρουμε, κατά ένα πολλοστημόρια στα παιδιά μας, όχι για να τους διαμορφώσουμε τα θρησκευτικά  τους πιστεύω, αλλά για να μπει ένα απειροελάχιστο μπόλιασμα στην σκέψη τους, εκεί στο πίσω μέρος του νου τους, κάποια στιγμή, τα ίδια να το αξιολογήσουν, τα ίδια να αποφασίσουν για τον δικό τους δρόμο, αν το μπόλιασμα θα το μετατρέψουν σε πιστεύω, σε αυτοτελή πορεία, προς το δικό τους αστέρι.  Μα ακόμη και αν αυτό δεν συμβεί, πάντα το αστέρι θα υπάρχει, θα καρτερεί, άλλωστε οι αναγεννητικές πορείες, κανείς δεν γνωρίζει πότε θα μας χτυπήσουν την πόρτα…

Χριστούγεννα της ρωμιοσύνης: Δεν αναφέρομαι αυστηρά στην θρησκευτική και δογματική ερμηνεία τους, άλλωστε, ο απειροελάχιστος ανθρώπινος νους πολλή λίγες ικανότητες έχει να ερμηνεύσει την ΥΠΕΡΕΝΝΟΙΑ, αναφέρομαι στον μεθυστικό, στον σαγηνευτικό κόσμο, που μας προσπόρισαν αυτές οι γιορτές του Δωδεκαημέρου, τα χρόνια εκείνα της αθωότητας, που τα φτωχά και άδεια χέρια ήταν γεμάτα μέθεξη, γι’ αυτό το μυστήριο της ζωής, που βιώναμε, που αυτές οι άδειες τσέπες ήτα γεμάτες, όμως, με όσα κομίζει το μυθικό κέρας της Αμάλθειας!

Ελάτε μαζί σ’ ένα νοερό ταξίδι της καρδιάς να πάνε μακριά, εκεί που σαλεύουν μυρτιές και απήγανοι, εκεί που φάτνες αναδίδουν το νέκταρ μιας μεθυστικής εποχής. Πρώτος σταθμός προς τα Χριστούγεννα τα Σαρανταλείτουργα, Σαραντάρια τα λέγαμε στο χωριό μου , το Πινακοχώρι Σφακιωτών Λευκάδος, τα οποία ξεκινούσαν τη 15η Νοεμβρίου. Θαμπά το πρωί ξεκινούσε η λειτουργία στην εκκλησία. Πανηγύρι για όλα τα παιδιά! Όλοι με τα φακό στα χέρια, το ρεύμα ήρθε πολύ αργότερα στο νησί, μέσα στις λάσπες , στα νερά και στο ξεροβόρι του χειμώνα, πηγαίναμε στην εκκλησία. Πρόσωπα, ροδαλά, καρδιές φλογισμένες, μάτια απαστράπτοντα, χέρια στον ουρανό ψηλά, ικεσία για σε ζωή, για σε παλμέ, για σε καρδιοκλέφτρα ζήση. Δεν ήταν μόνο το λατρευτικό κομμάτι, ήταν ένα πανηγύρι, μια αφετηρία για το προαύλιο του σχολειού, που θα ακολουθούσε μετά, ήταν μια απαρχή στον ανέμελο κόσμο του παιγνιδιού, που ακόμη  και λατρευτικές εκδηλώσεις, είχαμε το χάρισμα να τις μεταποιούμε σε περιβόλι χαράς και σε έπαρση καρδιάς, που έφτανε πέρα απ’ τον ορίζοντα των Ακαρνανικών, που στέκονταν χιονισμένα, απέναντι απ’ το νησί μας.

Έφτασαν τα Χριστούγεννα. Παραμονή οι μάνα μας έφτιαχνε το Χριστοκούλουρο, του σταυρούς για τα αρσενικά παιδιά και τις παλούμπες για τα κορίτσια. Αυτή η μαεστρία, αυτός ο φιλοτεχνισμός της μάνας στο Χριστοκούουρο ήταν ανεπανάληπτος. Έβαζε μέσα σταφίδες μαύρες, καρύδια, αμύγδαλα επάνω, έφτιαχνε σταυροειδή σχήματα, ένα προζύμι της χαράς, ένα ανοιχτό βιβλίο θαμάτων, μια μελωδία στον Άναρχο, που πήρε την μορφή δούλου, μια μυσταγωγία, που φώλιαζε στις καρδιές, μέχρι την ώρα, που το Χριστοκούλουρο, θα το έκοβε ο παππούς,  στο μεσημεριάτικο τραπέζι των Χριστουγέννων, πάνω στο μαστραπά με το κρασί, όπου κατά το κόψιμο, όλα τα μέλη της οικογένειας ακουμπούσαν το διαμελιζόμενο ψωμί! Μια αλληγορική σημασία, μια παράδοση, που δεκαετίες, τώρα, έρχεται και ματάρχεται στο μυαλό, στροβιλίζε, γνέθει και ξεθεμελιώνει αναμνήσεις, πάει στα δικά μας Εκβάτανα το νου, θεριεύει μέσα μου ελπίδες, πως, στους κύκλους της ζωής, δεν γνωρίζει κανείς τι επιφυλάσσει το μέλλον.

Άμποτες, οι ενθύμησες, τα στιλπνά Χριστούγεννα της Ριωμιοσύνη μας, να ξαναχτυπήσουν τις καρδιές μας. Ανοιχτές, σας περιμένουμε, μέρες Ποθοκρατόρισσες, μέρες ευαγγελίστρες, σιμά είστε, πολύ σιμά, ελάτε…