Αρχική Μόνιμες Στήλες Παρεμβάσεις από τον Θ. Γεωργάκη Η Επανάσταση της Βουκέντρας το 1357

Η Επανάσταση της Βουκέντρας το 1357

foteinos-polemos

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Το 1357 οι κάτοικοι των πρόδρομων οικισμών των Σφακιωτών, οικισμοί όπως το Πετεινοχώρι στον σημερινό Κάβαλλο, το Λουβροχώρι στα σημερινά Ασπρογερακάτα, τα Μιχαλιτσάτα στα σημερινά Λαζαράτα, το Καμποχώρι στο σημερινό Πινακοχώρι, το Μεσοχώρι στο σημερινό Σπανοχώρι, η Αγία Αικατερίνη στις Κεχρινές, ο Άγιος Αθανάσιος στις Κόντρες, η Επισκοπή στο Σπανοχώρι, μικροοικισμοι με πέντε-έξι αχυροκαλύβες ο καθένας, όπως τους παρουσιάζει ο Γερμανός Κάρολος Χόπφ, που διέσωσε αυτή την εξέγερση, oι κάτοικοι, λοιπόν, αυτών των πρόδρομων οικισμών των Σφακιωτών συνεπικουρούμενοι από άλλους Λευκαδίτες του 14ου αιώνα των άλλων χωριών που υπήρχαν στο νησί, αντιστάθηκαν σθεναρά και νικηφόρα, απέναντι στον Ζώρζη Γρατιανό, τον Ανδηγαυό δεσπότη της Λευκάδος. Αφορμή της σύγκρουσης αποτέλεσε, η επιβολή ειδικού φόρου στους Λευκαδίτες, σύμφωνα με τον οποίο ήταν υποχρεωμένοι να συγκεντρώσουν χίλια μόδια σιταριού, για να τροφοδοτηθεί ο ενετικός στόλος, τον οποίο κάλεσε σε βοήθεια ο Γρατιανός, όταν, απέναντι απ’ την Λευκάδα, έκαναν κοινή εμφάνιση ο Νικηφόρος Β’ της Ηπείρου και οι Αλβανοί του Κάρολου Θώπια, με στόχο, προφανώς, την κατάληψη του νησιού.

Οι χωρικοί εξεγέρθηκαν, συγκεντρώθηκαν και κατέλαβαν το νεοφτιαγμένο, τότε, μικρό φρούριο της Επισκοπής, στο σημερινό Σπανοχώρι, όπου ήταν η έδρα του επισκόπου Λευκάδος. Είχαν μαζί τους την στήριξη του Νικηφόρου Β της Ηπείρου, αλλά και του Λεονάρδου Α’ του Τόκκου, ο οποίος κατείχε την Κεφαλλονιά, την Ζάκυνθο, την Ιθάκη και τα νησιά των Εχινάδων, ενώ εποφθαλμιούσε και την Λευκάδα, την οποία, τελικά, πήρε ειρηνικά πέντε χρόνια αργότερα, το 1362, απ’ τον Βερνάρδο, τον γιό του Γρατιανού. Μάλιστα ο Λεονάρδος ο Τόκκος, σύμφωνα με τον Κερκυραίο συγγραφέα Σπύρο Ασωνίτη, παρακολουθούσε με δύο πλοία ανοιχτά της Γύρας, την έκβαση της μάχης.

Κατά την εξέγερση των χωρικών, ο Γρατιανός, πήρε εκατό ενόπλους απ’ τον ενετό ναύαρχο Σοράτζο και κατευθύνθηκε εναντίον των, στην Επισκοπία, στο σημερινό Σπανοχώρι. Κατέστρεψε το υποτυπώδες οχυρό (μαντρότοιχο) της Μονής και τις αχυροκαλύβες, που ήταν, υπό μορφή μικροοικισμού, γύρω απ’ την Μονή. Ανασυντάχθηκαν οι χωρικοί, οι οποίοι ήταν πεντακόσιοι οπλίτες και σαράντα ιππείς και απώθησαν τον Γρατιανό προς το φαράγγι της Μέλισσας, εγκλωβίζοντάς τον στο Κακό Λαγκάδι. Aυτό προκύπτει απ’ την αναφορά στην Πραγματεία του ανωτέρω Γερμανού Καρόλου Χόπφ, σε μετάφραση Ιωάννου Ρωμανού, όπου περιγράφεται, ως εξής, η νικηφόρα, για τους χωρικούς, σύγκρουση με τον Γρατιανό.

«… Προς τον Γρατιανόν, ως πολίτην ενετόν όντα, ο Σοράντζος εχορήγησε παραχρήμα εκατόν άνδρας, μεθ’ ων ο Γρατιανός και ο αδερφός αυτού Νικόλαος εστράτευσεν προς νεόκτιστον φρούριον, δέκα μίλια εκ Λευκάδος απέχον. Η οδός ήγε δι’ αποκρήμνων ορέων και ουδείς των Γραικών εφαίνετο. Το φρούριο, αφρούρητον ον, επυρπολήθη μετά των πέριξ πηλίνων ως επί το πολύ και αχυροσκεπών οικιών, ουδεμιάς ζωοτροφίας, η άλλου τινός των επιτηδείων εκεί ευρεθέντος. Ου μακράν απ’ αυτού εν τοσούτω συνηγέρθησαν οι Γραικοί, 500 πεζοί και 40 ιππείς, οίτινες τον μεν Γρατιανόν εδέχθησαν λοιδορούντες τους δε ενετούς οπλίταις έβαλλον, ετόξευον και εσφενδόνον ούτως, ώστε ανάγκασαν αυτούς εις υποχώρησιν προς το φρούριον της Αγίας Μαύρας. Ηβουλήθη δε ο Γρατιανός ν’ αγάγη την ευάριθμον στρατιάν δι’ επιτομωτέρας και ευπορωτέρας παρά ταις ναυσίν οδού, αλλ’ ού γινώσκοντος εκείνου ακριβώς αυτήν (την οδόν) αφίκοντο μετ’ ού πολύ εις άβατον φάραγγα. (Σημ. Συγ. εννοεί το Κακό Λαγγάδι, το οποίο είναι προέκταση του φαραγγιού της Μέλισσας). Απειρηκότες υπό του καμάτου, ταλαιπωρούμενοι, υπό τε της δίψης και της πείνης, ήλθον τέλος εις οροπέδιον ένθα διενοούντο ν’ αναπαυθώσιν, ότε αίφνης οι Γραικοί επέπεσον πάντοθεν επ’ αυτούς και αιματώδης συνεκροτήθη αγών. Μόνον δε χάριν ετοίμως πεμφθείσης παρά του στόλου βοηθείας ευμοίρησαν (ευτύχησαν) να σωθώσιν οι συγκεκλεισμένοι, άλλ’ ο Γρατιανός και ο Νικόλαος απήχθησαν εις την επισκοπίαν αιχμάλωτοι και δέσμιοι…»

Ο Γρατιανός παραδόθηκε στον Νικηφόρο Β’, ο οποίος τον φυλάκισε. Τον ίδιο χρόνο, όμως (1357) σε μάχη στον Αχελώο, μεταξύ Νικηφόρου Β’ και του αλβανού Καρόλου Θώπια, σκοτώθηκε ο Νικηφόρος, ο δε Γρατιανός ελευθερώθηκε απ’ τον Θώπια και επέστρεψε στην Λευκάδα. Το 1362 πέθανε ο Γρατιανός και οι Λευκάδιοι, χωρίς να υπακούσουν στον γιό του Βερνάρδο, κάλεσαν τον σύμαχό τους στην εξέγερση Λεονάρδο Τόκκο, τον Α’, στον οποίο ειρηνικά παρέδωσαν το νησί, που σαν «Δουκάτο Λευκάδος», μαζί με την Κομητεία της Κεφαλλονιάς και την Ζάκυνθο, αποτέλεσε το «βασίλειο των Τόκκων» με πάνω από εκατό χρόνια (1362 – 1479) διάρκεια, κατά την οποία συνέβησαν κοσμογονικές αλλαγές στην πληθυσμιακή σύνθεση και διαστρωμάτωση της Λευκάδος με υπερδιπλασιασμό των κατοίκων του νησιού, από πέντε χιλιάδες επι Ανδηγαυών σε δώδεκα χιλιάδες. Τότε, επί Τόκκων, φαίνεται πως δημιουργούνται και οι Σφακιώτες με την σημερινή μορφή τους, όταν οι πρόδρομοι μικροοικισμοί-αχυροκαλύβες, που εισαγωγικά αναφέραμε, ενώθηκαν με πληθυσμό που μετέφεραν οργανωμένα οι Τόκκοι απ’την Κρήτη μέσω Ζακύνθου και Κεφαλλονιάς, απ’την Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας και απ’την Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία.

Η εξέγερση και η νικηφόρα έκβαση της μάχης κατά των Φράγκων του Γρατιανού, ενέπνευσε τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος δημιούργησε το εξαίρετο επικολυρικό του έργο τον «ΦΩΤΕΙΝΟ», ελάχιστους μήνες πριν τον προδώσει η άρρωστη καρδιά του και οδηγηθεί στο θάνατο(1879). Πρόκειται για ύμνο του Λευκάδιου ποιητή εναντίον της ξενοκρατίας και ανάταση της άδολης και ανιδιοτελούς πατριδολατρείας, έτσι όπως μοναδικά γνώριζε ο εθνικός βάρδος να «παιανίζει». Ιδού ένα μικρό δείγμα από επιστολή του, το 1859, προς τον Ανδρέα Λασκαράτο, όταν ετοιμάζονταν να γράψει το έγο του: «Βλέπω όπου η κοινωνία μας κάθε μέρα εξευγενίζεται και με τον εξευγενισμό της σαρώνει όλα όσα οι πατέρες μας μάς άφησαν και τα πετά και τα καταφρονεί και δεν τα καταδέχεται, και εστοχάστηκα να κάμω το δυνατό μου να γλιτώσω ότι ημπορέσω από τον εξευγενισμό όπου καταντά να είναι καταποντισμός».

Η διαχρονική αξία των απόψεων του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Οποία ομοιότητα, αν στον όρο «εξευγενισμός», αντιπαραθέσομε τους όρους «ευδαιμονισμός» και «ανάπτυξη φούσκα», τα οποία και τα δύο οδήγησαν σε εθνικό καταποντισμό και σε απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Τούτη την φορά όχι με ήττες στα πεδία των μαχών, αλλά με ολοσχερή καταστροφή απ’ το παγκόσμιο αγοροτραπεζικό τοκογλυφικό σύστημα, στα κελεύσματα του οποίου, λέγε με «μνημόνιο», σύρθηκε η χώρα, με συνακόλουθη εξαθλίωση των Ελλήνων, που ποιος γνωρίζει για πόσες δεκαετίες θα κατατρύχει την ζωή μας, με τις εκρηκτικές διαστάσεις που έχει λάβει ο εξωτερικός δανεισμός και το τεράστιο χρέος.