Αρχική Μόνιμες Στήλες Παρεμβάσεις από τον Θ. Γεωργάκη Γεράσιμος Γρηγόρης: Ο Τσέχωφ της Ελλάδος

Γεράσιμος Γρηγόρης: Ο Τσέχωφ της Ελλάδος

gerasimos-grigoris

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης.

Ο πανελληνίου κύρους λογοτέχνης, χαράκτης και διηγηματογράφος, ο Γεράσιμος Γρηγόρης κατάγεται απ’ το Σπανοχώρι, είναι γιός του Δημήτρη Γρηγόρη ή Διομήδη ή Δροσίνη. Αυτός, ο Δροσίνης, είναι λαϊκός ποιητής, ο οποίος χρησιμοποιούσε αυτά τα επίθετα, όταν έγραφε τα ποιήματά του, και τον οποίο ο Σπύρος Βρεττός, στο έργο του: «Οι λαϊκοί Λευκαδίτες ποιητές σαν κοινωνικό φαινόμενο», τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων λαϊκών ποιητών της Λευκάδος. Ο Γεράσιμος Γρηγόρης συγκαταλέγεται στους κορυφαίους έλληνες λογοτέχνες, ενώ εντυπωσιακά είναι και τα χαρακτικά του έργα, όπως το περίφημο «Όρθρου Βαθέος». Σπούδασε στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών και ξεκίνησε την καριέρα του σαν δημοσιογράφος.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1939, με την συλλογή διηγημάτων «Πορεία μέσα στη νύχτα». Εξέδωσε ακόμη μια πλειάδα συλλογών διηγημάτων με τίτλους: «Η πολιτεία ξέσκεπη», «Πέρα απ’την όχθη», «Εστία αντιστάσεως», «Τα καινούργια άρβυλα», «Φύλλα δάφνης», ενώ έχει πραγματοποιήσει έμμετρες μεταφράσεις των τραγωδιών του Σοφοκλή: «Τραχίνιες», «Αντιγόνη» και «Οιδίπους Τύραννος».

Η εφημερίδα «ΛΕΥΚΑΛΙΤΙΚΑ» (Δεκέμβριος 1959), την οποία εξέδιδε ο αείμνηστος Αντώνης Τζεβελέκης, και η οποία αποτελεί συλλεκτικό έντυπο, στην στήλη «Η Λευκάδα της Τέχνης και του Πνεύματος», την οποία έγραφε ο ίδιος ο Αντώνης Τζεβελέκης, παρουσιάζει μια σειρά κορυφαίων ανθρώπων των ελληνικών γραμμάτων, οι οποίοι εκθειάζουν το συγγραφικό έργο του Γεράσιμου Γρηγόρη. Γράφει, συγκεκριμένα, ο Αντώνης Τζεβελέκης, στην στήλη του, πενήντα πέντε χρόνια πρίν:

«Ο κ. Γεράσιμος Γρηγόρης, ο Τσέχωφ της Ελλάδος, όπως τον ονόμασε διακεκριμένος λογοτέχνης, καλύπτει σήμερα το σημαντικότερο μέρος της ελληνικής διηγηματογραφίας. Πολυσύνθετος και πολύπλευρος καλλιτέχνης, εργάζεται και κινείται λογοτεχνικά μέσα στην τελειότερη μορφή του διηγήματος και όχι απλώς εις τα πλαίσια της ελληνικής πραγματικότητας. Η Λευκαδολατρεία του, όμως, τον φέρνει και τον εντοπίζει στους μύθους και στη γλώσσα της Λευκάδος ».

Ο κ. Αιμίλιος Χουρμούζιος στην επιφυλλίδα του της «Καθημερινής» (5-3-1959) κάτω απ’ τον τίτλο «Βιβλία και συγγραφείς», γράφει:
«…Το ύφος του έχει μια στερεότητα, που προδίδει αμέσως την άνεση του γραψίματος και την αίσθηση της αναλογίας των φράσεων. Η εικόνα του έχει την ευθυβολία της άμεσης παρατήρησης και δεν μπερδεύεται σε περιττές διακοσμήσεις. Έτσι, με μιας ο διηγηματογράφος, δημιουργεί το κλίμα της πειστικότητας, που μπορεί να διατηρείται κι’ εκεί ακόμα όπου η φαντασία προειδοποιεί πως στήνει τα παιγνίδια της και πως δεν πρέπει ο αναγνώστης ν’ αναζητεί λογικούς συνειρμούς, σε μια φούχτα πούπουλα, που μετεωρίζονται στον άνεμο…»

Ο «Ανεξάρτητος Τύπος» εξ άλλου, όχι στη στήλη της κριτικής βιβλίου, αλλά σε σχόλιο του ερανιστού του, γράφει:
«Σεμνός και δοκιμασμένος εργάτης του πεζού λόγου ο Γεράσιμος Γρηγόρης, εμφανίζεται και πάλι, ύστερα από πολλά χρόνια σιωπής, με ένα τόμο διηγημάτων, που φέρει τον τίτλο: «Η πολιτεία ξέσκεπη». Αναγνωρίζει κανείς και πάλι τις διαπιστωμένες αρετές του πεζογράφου, τον δημιουργικόν ρεαλισμόν του, το νευρώδες και λιτόν ύφος, την ζωντάνια του περιεχομένου του. Γενικά μια σημαντική προσφορά στον τομέα του νεοελληνικού διηγήματος, του δυσκολώτερου, ίσως, είδους του πεζού λόγου.»

Ακόμη, ο Κώστας Καραντίνος, γράφει στη Σαββατιάτικη του στήλη «Ο Κόσμος της Τέχνης και του Βιβλίου», της «Αθηναϊκής»:
« Στην σειρά των διηγημάτων, που περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του κ. Γεράσιμου Γρηγόρη, υπάρχουν μερικά που τα χαίρεσαι στ’ αλήθεια και είναι πεζογραφικά αριστουργήματα. Σ’ αυτά ο διηγηματογράφος δείχνει όλη την δεξιοτεχνία του και χρωματίζει, όπως εκείνος γνωρίζει πάντα χωρίς περιττά στολίδια τις εικόνας εκείνες, που με επιτυχία ξεχωρίζει. Μερικά απ’ τα διηγήματά του κινούνται στα χρόνια της κατοχής. Εγγίζουν το καυτό υλικό των χρόνων και των γεγονότων, που έχουν μείνει χαραγμένα βαθειά στη μνήμη. Στα χέρια του, όλο αυτό το υλικό, πλάθεται και δέχεται μια μετουσίωσι, που λίγα βιβλία του είδους αυτού, γνωρίζουν να την δώσουν. Θα συνιστούσε κανείς το ωραίο εκείνο διήγημα του κ. Γερασίμου Γρηγόρη «Το τρελλό παιδί».

Το υλικό ανήκει στην κατοχική περίοδο, αλλά καθώς ξετυλίγεται η ιστορία, ο συγγραφέας μας δείχνει πόσο καλά γνωρίζει να μας δίνει ψυχικές καταστάσεις και πόσο επιδέξια μπορεί να φωτίζει το εσωτερικό τους βάθρο. Και κοντά σ’ αυτό είναι η γερή, η στέρεα θεμελιωμένη αρχιτεκτονική του διηγήματος, που αποδεικνύει διηγηματογράφο με πείρα. Ο κ. Γεράσιμος Γρηγόρης έχει ακόμη ένα προσόν: Βρίσκεται σε καλές σχέσεις με την γλώσσα, γνωρίζει καλά να χειρίζεται το γλωσσικό όργανο, να ζωγραφίζει μ’ αυτό τα πρόσωπα του διηγήματος του και να αφήνει στα χείλη των ή στα μάτια των τον πόνο ή την χαρά. Ο διηγηματογράφος, Επτανήσιος την καταγωγή, έχει όλη του τόπου του, την αίσθηση και την ευαισθησία του».

Ο Γεράσιμος Γρηγόρης, όπως αναφέρει ένας άλλος διακεκριμένος Σφακισάνος, ο Φίλιππος Λάζαρης ή Γραμματέας, ο οποίος παρουσιάζεται στο λευκαδίτικο κοινό, τελευταία, έστω και μετά θάνατον, με το έργο του «Μιά φορά κι έναν καιρό…», γράφει πώς, ο Γεράσιμος Γρηγόρης, οσάκις επισκέπτονταν το Σπανοχώρι, αρέσκονταν σε πνευματικούς περιπάτους μέχρι τον Άγιο Θωμά, εκκλησία στο ανατολικό στόμιο των Σφακιωτών, πάνω στον δρόμο που ενώνει τους Σφακιώτες με Νικιάνα, Κατούνα και Καρυώτες, και έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθει όλα τα τοπωνύμια των Σφακιωτών.