Αρχική Μόνιμες Στήλες Παρεμβάσεις από τον Θ. Γεωργάκη Τα Πτερέοντα Όντα

Τα Πτερέοντα Όντα

angel-papadiamantis copy

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης.

Αλέξανδρος υιός παπά-Άδαμαντίου, κατά κόσμον Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ένας άνθρωπος των ελληνικών γραμμάτων, μιά κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία, η οποία, πάει καιρός τώρα, που έχει περάσει στο περιθώριο, θέλεις γιά τον χαρακτηρισμό του «Κοσμοκαλόγηρος», αφού ότι έχει σχέση με την έκκλησία, τούτη την εποχή του άκρατου ευδιαμονισμού, μοιάζει με συντήρηση και αναχρονισμό, γιά τους εμπόρους της τρυφηλής και άνετης ζωής, θέλεις γιατί, τούτος ο νεο-Φειδίας των ελληνικών γραμμάτων, χρησιμοποιεί την … καταραμένη και δαιμονοποιημένη απ’την θολοκουλτούρα της θολοαριστεράς καθαρεύουσα, «θού Κύριε φυλακήν τω στόματί μου«, γιατί καραδοκεί και η …Ρεπούση, θέλεις γιατί, λένε κάποιοι, εκφράζει δυσνόητα νοήματα και βλέπεις αυτό τον καιρό της τυποποίησης και των μικροτσίπς στους ανθρώπινους εγκεφάλους δέν υπάρχει ευχέρεια και χρόνος για εμβάθυνση, για όλα αυτά τα φληναφήματα των «προοδευτικών», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έχει τεθεί εκ ποδών απ’την ελληνική πνευματική ζωή. Τεράστια αδικία, όμως, για έναν λογοτέχνη, που μόρφωσε γενιές ολόκληρες, που ηθογράφησε μιά εποχή αγνή και ανεπιτήδευτη, που μάς ταξίδευσε, με τα απαράμιλλα διηγήματά του, σέ κόσμους ονειρικούς, εκεί που όλα μοιάζουν σάν… Παίδες ευαγείς εν τη καμίνω.

Εμείς ασφαλώς και δέν θα πτοηθούμε από οποιαδήποτε μικρόνοια και κακόνοια, σαφώς και ασμένως θα αποδεχθούμε τον τίτλο του αναχρονιστή, απ’την Σκύλα και την Χάρυβδη της ψευτοδιανόησης, που με μέτρο κρίσης το ιδεολογικό της υπόβαθρο και μόνο, ξετιμώνει τά πάντα, και θά προχωρήσουμε στην δημοσίευση ενός δοκιμίου του μεγάλου εργάτη των Ελληνικών Γραμμάτων, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο είναι άγνωστο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, αλλά τόσο επίκαιρο και λόγω των Χριστουγέννων, μα και εξ ίσου αποκαλυπτικό, καυστικό και τόσο διαχρονικό, γιά την έλλειψη κάθε πνευματικής ανάτασης στην πεζή εποχή μας, ενώ, δέν διστάζει, να ψέξει και τον Φαρισαϊσμό των ανθρώπων της εκκλησίας, αυτός ο άνθρωπος, που είναι ολάκερος εκκλησία.

Τίτλος: ΤΑ ΠΤΕΡΕΟΝΤΑ ΔΩΡΑ.

» Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθε την παραμονήν από τα ύψη, συστείλας τας πτέρυγας,όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, διά να φιλεύσει τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήταν ο καλό άγγελος της πόλεως.

Εκράτει εις την χείραν έν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.

Εισήλθεν εν πρώτοις εις έν αρχοντικό μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις το πρόσωπον του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθε.

Επήγεν εις την καλύβα πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την εσπέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’αποκοιμίση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθεί. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της, αυτή τον ύβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν,εκείνος την έδειρεν με την ράβδον την οζώδη και μετ’ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχή των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. Έφυγεν εκείθεν ο άγγελος.

Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένο, ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας, και επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην.Ο Άγγελος εκάλυψεν το πρόσωπο με τας πτέρυγά του, δια να μή βλέπει, κι έφυγε δρομαίος.

Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους απ’τα καπηλεία, οινοβαρείς,και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε να ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Αϊ Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψεν με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μήν ακούη , και αντιπαρήλθεν.

Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον που δέν είχαν παιγνιόχαρτα εις τας χείρας, και εις το βάθος αντίκρυσε έναν άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα, ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Tον Δεσπότην και Αρχιερέα!

Ο άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερέοντα δώρα του, το άστρον, το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς, και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίους αψίδας.»

Με την ευχή ο άγγελος να μπορέσει, να βρεί εκείνες τις συνθήκες, που θα του επιτρέψουν να εναποθέσει τα δώρα του σε κάθε καρδιά, ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.