Αρχική Μόνιμες Στήλες Παρεμβάσεις από τον Θ. Γεωργάκη Ο Βαλαωρίτης και οι Σφακιώτες

Ο Βαλαωρίτης και οι Σφακιώτες

valaoritis-kavalos

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε το 1824 και είναι πρωτότοκος γιός του Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας Τυπάλδου – Φορέστη. Η καταγωγή της οικογένειας Βαλαωρίτη πηγαίνει στην Βαλαώρα της Ηπείρου. Πρόγονος του ποιητή, ο Χρήστος Βαλαωρίτης, πήρε μέρος στον πόλεμο του 1684, όταν ο Φραγκίσκος Μοροζίνι κατέλαβε το κάστρο της Αγίας Μαύρας και ελευθέρωσε την Λευκάδα απ’ τον Τουρκικό ζυγό. (Κων/νου Μαχαιρά: «Η  Λευκάς επί Ενετοκρατίας.  Σελ. 22).

Τιμώντας ο Μοροζίνι την τεράστια προσφορά του Χρήστου Βαλαωρίτη, εγκατέστησε αυτόν μόνιμα στην Λευκάδα παραχωρώντας του γη και το νησάκι της Μαδουρής. Σ’ αυτό το νησί έζησε και μεγαλούργησε ο εθνικός μας ποιητής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, με τον οποίο εμείς οι Σφακισάνοι νοιώθουμε εκλεκτική πνευματική συγγένεια. Και τούτο εξ αίτιας του απαράμιλλου επικού του ποιήματος «Ο ΦΩΤΕΙΝΟΣ», η υπόθεση του οποίου εκτυλίσσεται στα χωριά των Σφακιωτών και κυρίως στην ευρύτερη περιοχή των Ασπρογερακάτων, στο νοητό τρίγωνο που εκτείνεται απ’ τον Φρυά, την Κόντρο και το βουνό της Αγίας Αικατερίνης.

Ο «ΦΩΤΕΙΝΟΣ»,  γράφτηκε απ’ τον ποιητή μέσα στην πόλη της Λευκάδος, και όχι στην Μαδουρή, αφού η επιβαρυμένη υγεία του του επέβαλε την παραμονή του στην Χώρα. Γράφτηκε σε διάστημα εντός τεσσάρων μηνών, (Γ.Π. Σαββίδη .  Αριστοτέλη  Βαλαωρίτη «ΦΩΤΕΙΝΟΣ» Σελίδα. 13), σύμφωνα με την μαρτυρία του πρωτότοκου γιού του Βαλαωρίτη, Ιωάννη ή Νάνου, ο οποίος συμπαραστεκόνταν στον άρρωστο (καρδιακό) πατέρα του.

Τον Φεβρουάριο του 1879, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, έγραφε στην γυναίκα του Ελοϊσία, που βρισκόνταν στην πορτογαλική Μαδέρα κοντά στον δευτερότοκο γιό τους Αιμίλιο, τα εξής: «… Τώρα εις τα γεράματα μου αίφνης εξύπνησεν ο ποιητικός μου οίστρος ακμαίος, ακμαιότατος και εν διαστήματι δύο ημερών μετέφρασα εις στίχους ομοιοκατάληκτους το άσμα του Ουγολίνου μετά πολλής επιτυχίας. Επεχείρησα δε την συγγραφήν δημοτικού ποιήματος αναγομένου εις την εποχήν της εν Ελλάδι Φραγκοκρατίας και το οποίον έχει ιn interet local. Χθες ετελείωσα το πρώτον άσμα εκ τριακοσίων στίχων..»  (Βίος και Έργα, Α’, Σελίδα 270.) 

Αλλά και στις 23 Μαΐου 1879 σε επιστολή προς τον φίλο του Τιμολέοντα Ι. Φιλήμονα γράφει, σχετικά με το δημιουργούμενο τότε κορυφαίο πνευματικό του πόνημα, τον «ΦΩΤΕΙΝΟ»:“… Επεχείρησα μακρόν ιστορικόν ποίημα και ήδη έφθασα εις το τέλος του τρίτου άσματος. Αλλά θα προφθάσω να το φέρω εις πέρας; Το θέμα μου είναι πάντοτε το αυτό, ανταγωνισμός διαρκής του Ελληνισμού κατά της κατακτήσεως και του ξενισμού. Άλλοτε είχα να κάνω με την Τουρκοκρατίαν τώρα δε με την Φραγκοκρατίαν…».

ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ. Νοέμβριος 1356,  σ’ ένα χωράφι στους Σφακιώτες.

Ο εβδομηντάρης Φωτενός, παλιός κλέφτης και πολεμάρχος οργώνει το χωράφι του με τον γιό του, τον Μήτρο. Ο καινούργιος αφέντης της Λευκάδος, Γρατιανός Τζώρτζης, μαζί με την έφιππη ακολουθία του έχει βγει για κυνήγι. Τα λαγωνικά του βαρδαλωνίζουν την σπορά του Φωτεινού. Ο γέροντας προστάζει τον Μήτρο, τον γιό του, να τα διώξει, αλλά εκείνος φοβάται. Τότε ο ίδιος ο γέρο – ζευγολάτης με πέτρες σκοτώνει ένα σκυλί και τραυματίζει ένα άλλο.

Καταφθάνει ο Τζώρτζης και χτυπάει προσβλητικά το κεφάλι του γέροντα. Η περήφανη στάση του, όμως, εξοργίζει τον Φράγκο δυνάστη, ο οποίος διατάζει να του κατασχέσουν τα βόδια και να συντρίψουν με πέτρα τα δάχτυλα του Φωτεινού,  πάνω στο σταβάρι του αλετριού. Ο γέρο – ζευγολάτης υποφέρει αγόγγυστα. Κυρίαρχη σκέψη του είναι η εκδίκηση και η απαλλαγή της πατρίδος απ’ τον τύραννο. Και πάνω σ’ αυτή την εκδίκηση ορκίζει και τον γιό του, τον Μήτρο.

ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ. Μάρτης του 1357 στον Πύργο του γερό – Φωτενού πάνω στο ύψωμα του Κόντρου. Γύρω απ’ την αναμένη φωτιά διηγείται στην αγαπημένη του κόρη, την Θοδούλα, παλιά του κατορθώματα στα Σταυρωτά και στην Ελάτη.

Έχει μαντέψει ο Φωτεινός πως, η κόρη του,  αγαπά τον Λάμπρο, γιό του παλιού του συμπολεμιστή Φλώρου Κτενά, η δε Θοδούλα αντιλαμβάνεται πως ο πατέρας της με άλλους διαλεχτούς Σφακισάνους ετοιμάζουν επανάσταση κατά του Γρατιανού. Καταφθάνει και ο Φλώρος Κτενάς, που είχε πάει να ξεσηκώσει τα πίσω χωριά της Λευκάδος και του αναγγέλουν τα αρραβωνιάσματα της Θοδούλας και του Λάμπρου.

ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ. Η Θοδούλα κοιμάται και ο απαράμιλλος Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στιχοπλέκει το «νανούρισμα της Θοδούλας», ξεκινώντας με τον περίφημο στίχο: «Σε παράμερο λαγκάδι κατεβαίνει μιαν αυγή, διψασμένο ένα κοπάδι και ξανοίγει μια πηγή».

Εδώ θα ανοίξουμε μια παρένθεση για να επισημάνομε πως,  οι πέντε στροφές αυτού του νανουρίσματος,   μελλοποιήθηκαν από άγνωστο   και πέρασαν στην παράδοση  σαν τραγούδι χορευτικό, που χορεύονταν σε ρυθμό συρτού, μέχρι την δεκαετία του 1960 στα σχολεία των Σφακιωτών.

Ενώ η Θοδούλα κοιμάται ο Φωτεινός με τον Φλώρο μιλούν για τον γάμο, αλλά καταστρώνουν και το σχέδιο της επανάστασης εναντίον του Γρατιανού, ώστε και τα δύο μαζί να συμπέσουν την Κυριακή του Θωμά, αμέσως μετά το Πάσχα.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης δεν πρόφθασε να δημιουργήσει το τέταρτο άσμα. Τον πρόλαβε ο θάνατος, αφού η υγεία του, αντιμετώπιζε πρόβλημα καρδιακό, επιδεινώθηκε ραγδαία, ίσως και απ’ την υπερπροσπάθεια του να παραδώσει στον λαό αυτό το μακρύ ιστορικό του ποίημα, κατά την προσφιλή του έκφραση. Στο τέταρτο άσμα, σκόπευε ο ποιητής να περιγράψει τους γάμους της Θοδούλας και του Λάμπρου με όλα τα Σφακισάνικα και Λευκαδίτικα έθιμα, ενώ στο πέμπτο άσμα θα περιέγραφε,  με τον δικό του δεινό ποιητικό οίστρο,  την μάχη κατά των Φράγκων, την πανωλεθρία και την αιχμαλωσία του Τζώρτζη Γρατιανού.

Όμως, όπως σημειώνει εύστοχα ο Γ.Π. Σαββίδης:  «… Στο τέλος του τρίτου άσματος δεν μένουμε καθόλου ξεκρέμαστοι. Το δραματικό τόξο τεντώθηκε καλά, το βέλος έφυγε και θα βρει άσφαλτα τον στόχο του. Δεν πρόκειται εδώ για τραγωδία που της λείπει η κάθαρση της ή για αίνιγμα χωρίς λύση…».

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ταυτίστηκε με το χωριάτικο στοιχείο της Λευκάδος και ιδιαίτερα αυτό των Σφακιωτών. Τρανή απόδειξη ο απαράμιλλος πλούτος των γλωσσικών ιδιωματισμών της Σφακισάνικης ντοπιολαλιάς, που περνά μέσα στο έργο του, αλλά συγχρόνως και η περιγραφική του δεινότητα για τοποθεσίες, τα ονόματα των οποίων μόνο μόνιμος κάτοικος των Σφακιωτών θα γνώριζε.

Οι επισκέψεις του στα χωριά των Σφακιωτών ήταν τακτικότατες και σαν κυνηγός  και σαν πολιτικός. Αλλά κυρίως σαν επισκέπτης,  σε αμέτρητα φιλικά Σφακισάνικα σπίτια, όπου έστηνε γλέντια, εκμαιεύοντας και ρουφώντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής,  κάτω απ’ την μύτη των Άγγλων τότε κατακτητών.

Χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος Σάντας, απ’ την οικογένεια των Σανταίων στα Κοντράτα του Πινακοχωρίου, στο βιβλίο του: «Η εκ Λευκάδος οικογένεια Σάντα», αναφέρει πως,  ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, βάπτισε τον πατέρα του Σωτήριο Σάντα, μετέπειτα ιερέα του Πινακοχωρίου και τον δίδυμο αδερφό του Δημήτριο, ανήμερα της Παναγίας, τον Δεκαπενταύγουστο του 1867. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Αλέξανδρος Σάντας, ήταν τόσο καταπληκτική η ομοιότητα των νεοβαπτισθέντων διδύμων, που ο Βαλαωρίτης, εκεί στο τραπέζι, έβαλε στοίχημα είκοσι πέντε δραχμές, ποιος θα αναγνωρίσει τον Σωτήριο και ποιος τον Δημήτριο.

Πάντα απ’ το βιβλίο του Αλέξανδρου Σάντα θα μνημονεύσουμε άλλο ένα χαρακτηριστικό εδάφιο, σχετικά με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος κατά την πολιτική του σταδιοδρομία, μετά την απελευθέρωση του 1864, είχε κομματάρχη στους Σφακιώτες, τον Σπυρίδωνα Σάντα, θείο του ανωτέρω Αλέξανδρου.

Αυτός, ο Σπυρίδων Σάντας, την ημέρα των εκλογών, πήρε μια ομάδα «Βαλαωριτικών» Σφακισάνων, και απ’ τον Φρυά, πήγαιναν ομαδικά να ψηφίσουν στο Δημαρχείο, που ήταν στα Λαζαράτα. Ο αντίπαλος κομματάρχης, με άλλη ομάδα, έταξε πέντε τάλληρα σε κάθε μέλος της ομάδας του, για να αναχαιτίσουν το μπουλούκι του επελαύνονται απ’ τον Φρυά Σάντα. Μάλιστα επινοήθηκε και σχετικό δίστιχο. «Πέντε τάληρα τον ψήφο και τον Σάντα κάντε πίσω».  Κανένας, όμως, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τον Σάντα, και όπως αναφέρει ο συγγραφέας: «ο Βαλαωρίτης πήρε σχεδόν παμψηφία στον Δήμο Σφακιωτών».

Πέραν, όμως, της οικογένειας των Σανταίων στο Πινακοχώρι, ο Βαλαωρίτης είχε στενούς δεσμούς φιλίας με οικογένειες και στα άλλα χωριά των Σφακιωτών. Στα Λαζαράτα,  με την οικογένεια του Κωνσταντή Λάζαρη (Κουβέλη). Στο Σπανοχώρι με την οικογένεια Κατσαρέλη, παρατσούκλι των οικογενειών Γρηγόρη. Στον Κάβαλλο με την οικογένεια Παπόρη, παρατσούκλι μιας εκ των οικογενειών Κούρτη, όπως διέσωσε ο Φίλιππος Λάζαρης (Γραμματέας).

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αγαπιέται  και λατρεύεται  απ’ τους Σφακισάνους, οι οποίοι τον θεωρούμε  κομμάτι της πολυκύμαντης ιστορίας  μας.  Είναι ο δικός μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο άνθρωπος που εξύμνησε και εξιστόρησε το αδούλωτο και ανυπότακτο  Σφακισάνικο φρόνημα, έτσι όπως εκδηλώθηκε μέσα απ’ την επανάσταση της Βουκέντρας το 1357 κατά των Φράγκων, τον Ξεσηκωμό του 1819 κατά των Άγγλων και την  Εξέγερση των Αμπελουργών το 1935 για να αποκτήσουν στον ήλιο μοίρα.

Όμως ο μεγάλος λευκαδίτης και εθνικός βάρδος αγγίζει τις καρδιές των Σφακισάνων ακόμη περισσότερο γιατί περιέγραψε τις τιτάνιες προσπάθειές τους για το  έρμο το ψωμί, τον μόχθο να κεντρώσουν την αγριλίδα για μια στάλα λάδι, τον κόπο να ξελογκώσουν τις κακοτράχαλες πλαγιές και να φυτέψουν αμπέλια, την μοναξιά του ξεμόνιου,  για να βοσκήσουν τα ζωντανά. Ολάκερη εκείνη την σκληρή βιοπάλη που γνώρισε ο Σφακισάνος στο διάβα των αιώνων, που σφυρηλάτισαν τον τραχύ και αλέγκρο χαρακτήρα του.

Ήταν τόσο μεγάλη ή  «Βαλαωριτολατρεία»  των Σφακισάνων, που, η χαρακτηριστική του φωτογραφία με τα γένια, ήταν κρεμασμένη στο υποτυπώδες σαλόνι κάθε σπιτιού, στα δε δημοτικά σχολεία των Σφακιωτών παιζόνταν κάθε χρόνο, σαν θεατρική παράσταση, την 25η Μαρτίου ο «ΦΩΤΕΙΝΟΣ».

Ακόμη αντηχούν στα αυτιά μας το: «παρ’ ένα σβώλο Μήτρο και διώξε κείνα τα σκυλιά που μας χαλούν τον φύτρο».

Και ακόμη, κάθε Σφακισάνος, αναβαπτίζεται και πέτεται με μεγάλη υπερηφάνεια επαναλαμβάνοντας πάλιν και πολλάκις το:

ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ: Πούθε κατάγεσαι μωρέ;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ:  Εδώθε. Σφακισάνος.