Αρχική Top Stories Αφιέρωμα στο έπος της 28ης Οκτωβρίου 1940!

Αφιέρωμα στο έπος της 28ης Οκτωβρίου 1940!

Του Σωτήρη Κων. Κάτσενου, Δημοσιογράφου

Αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου, Κωνσταντίνου Επαμεινώνδα Κάτσενου, στρατιωτικού της χωροφυλακής, που πολέμησε στο έπος του ΟΧΙ του 1940, μαζί με άλλους συμπολεμιστές του στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, ενάντια στη βία, τον ολοκληρωτισμό και την ανελευθερία, για να ζούμε όλοι εμείς σήμερα λεύτεροι!

Μια μικρή, αλλά αναγκαία και επίκαιρη εισαγωγή!

Έχουν περάσει 79 ολόκληρα χρόνια από το εθνικό «ΟΧΙ» του 1940! Και μετά, ήρτε η κατοχή, ο εμφύλιος, η Μακρόνησος και οι αλλεπάλληλες βίαιες αλλαγές των κυβερνήσεων! Και μετά, ήρτε η σκληρή, σκληρότατη επιδημία της μετανάστευσης και του ξενιτεμού! Και μετά, ήρτε μια ακόμα δικτατορία! Και μετά, ήρτε η αποκατάσταση της δημοκρατίας, η χαρά και η ευδαιμονία της Μεταπολίτευσης, το σοκ του Χρηματιστηρίου και το «μαζί τα φάγαμε»! Και μετά, ήρτε η είσοδος στην Ευρωζώνη και μια πολυδάπανη Ολυμπιάδα! Και μετά, ήρταν τρία, ίσως και τέσσερα μνημόνια … …

Έχουν περάσει 79 ολόκληρα χρόνια από ένα «ΟΧΙ», που  μετεξελίχτηκε σε εποποιία, αλλά και σε κατάρρευση! Κάποιες δε φορές και σε παρακμή! Παρόλα αυτά, όμως, αυτό το έθνος, αυτή η χώρα, η Ελλάδα, η πατρίδα μας, εξακολουθεί ν’ αντιστέκεται και να επιμένει! Να ζει, όμως, και να ζώνεται! Με δανεικά ακόμα, και με πολλές σκληρές θυσίες! Και που της αρέσει, βέβαια, να «χαριεντίζεται» με τους διαχειριστές της ήττας της, ακόμα κι αν δεσμεύει τις επόμενες γενιές της με προβλήματα και δυσβάσταχτα χρέη! Κι αυτό, το άλλοτε ωραίο κι άλλοτε τραυματικό ταξίδι συνεχίζεται … ο κόσμος γύρω μας αλλάζει … ξεκληρίζονται λαοί … χάνονται συνάνθρωποί μας … και δημιουργούνται με τα «έτσι θέλω των δυνατών» καινούριες πατρίδες … …

Η ιστορία όμως, εκεί, παρούσα! Αφού γλύκανε για κάποιες δεκαετίες το φάρμακο για τις ανάγκες μας, κι αφού ανέχτηκε τον καταναλωτικό μας οίστρο με δανεικά κι αγύριστα, όπως πίστευε κι ακόμα πιστεύει, ο πάντα αφελής και πάντα ευκολόπιστος ελληνικός λαός, ξαφνικά, μας γύρισε απότομα την πλάτη κι ακούστηκε μια μακρόσυρτη και ύποπτη σιωπή … …

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, αρχίζουν να παίρνουν τη θέση που τους αξίζει, οι πραγματικοί, οι αληθινοί πρωταγωνιστές! Αυτοί, που έδωσαν το αίμα τους και τη ζωή τους για τη χώρα τους, αυτοί, που πολέμησαν για το έθνος και την πατρίδα τους, για τις αξίες και τα ιδανικά της Ελλάδας μας! Και σ’ αυτό, το ίδιο πάλι σημείο, σιωπούν όλοι, άπαντες, για ν’ ακουστεί ο λόγος των πραγματικών πρωταγωνιστών, αυτών που θυσίασαν τις ζωές τους για να ζούμε όλοι εμείς σήμερα λεύτεροι!   

«Γράμμα – μαρτυρία από έναν πολεμιστή του 1940!».

Εικόνα: «Στρατιώτης διαβάζει γράμμα. Αλβανία, 1940», φωτογραφία του  Δημήτρη Α. Χαρισιάδη από το: Μουσείο Μπενάκη.

Νέστορας Μάτσας

«Ένα γράμμα – μία μαρτυρία. Κάτι πιο πολυσήμαντο: Μια κραυγή εκ βαθέων, που προκαλεί ρίγος και δέος, γιατί προέρχεται από έναν αγωνιστή που έχει το δικαίωμα να κραυγάζει.

Τού το δίνουν τα τρία τραύματα από το μέτωπο, τού το δίνει η πολεμική του αναπηρία. Ένα γράμμα, λοιπόν, κραυγή, πάνω και πέρα από τον χρόνο και την ευτέλεια των καιρικών πολιτικών παθών.

Το έφερε στο γραφείο μου, ώριμος πια από τα χρόνια, με κάτασπρα τα μαλλιά και σκαμμένο το πρόσωπο, παλιός πολεμιστής στο μέτωπο του 1940.

Σεμνός, όπως όλοι οι πραγματικοί ήρωες, ήρεμος και πράος, χωρίς να κάνει χρήση των τίτλων του, χωρίς ν’ αναφερθεί στους αγώνες, στο μέτωπο και την αντίσταση που τού χάρισαν πολλά μετάλλια, μεγαλόσταυρους, τρία τραύματα και μια βαριά αναπηρία, άφησε το γράμμα λέγοντας απλά:

Αν νομίζετε ότι παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον, το δημοσιεύετε… Κι έφυγε

Ένας συνάδελφος που έτυχε να τον ξέρει είπε: Ήταν ένας αληθινός ήρωας… Παλικάρι πραγματικό! Και στο αλβανικό μέτωπο και στην Αντίσταση, στα πικρά χρόνια της κατοχής.

Διάβασα με συγκίνηση το γράμμα του με παραλήπτη «ένα νέο άνθρωπο», τον οποιοδήποτε νέο άνθρωπο, που ζει σ’ ένα δικό του κόσμο, «κατασκευασμένο» από χάρτινα λόγια και ψευδαισθήσεις, που δεν ξέρει (ή δεν τον έμαθαν) την βαθύτερη σημασία της Ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που καταμοιράζεται σε ίσο βάρος ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.

Αλλά το γράμμα, είναι τόσο εύγλωττο από μόνο του, που δεν χρειάζεται κανένα σχολιασμό. Λέει, λοιπόν, το γράμμα:

«Νέε μου φίλε,

Δεν έτυχε να με ξέρεις, ενώ εγώ είχα τη χαρά να σε συναντήσω πολλές φορές: Στα Πανεπιστήμια, στα γήπεδα, στους δρόμους, στην Αθήνα ή στην επαρχιακή πόλη που ζεις.

Το όνομά σου δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ούτε ο τόπος της καταγωγής σου, μπορεί να είσαι από την Αθήνα ή να κατάγεσαι από κάποιο χωριό…

Το αντιπροσωπευτικό σου γνώρισμα είναι τα νιάτα σου. Σε αυτά απευθύνομαι και στη φλόγα των ματιών σου, που κλείνει τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τη λαχτάρα σου να πετύχεις στο πανεπιστήμιο ή στη δουλειά που διάλεξες.

Αυτή η λαχτάρα, η τόσο ανθρώπινη, η τόσο νόμιμη, είναι ό, τι πιο ωραίο κλείνεις μέσα σου, γιατί σου δίνει την δύναμη να αγωνίζεσαι και να μην λυγίζεις στην πρώτη δυσκολία.

Σε σένα, λοιπόν, άγνωστε φίλε, στέλνω αυτό το γράμμα με κάποιο δικαίωμα που μού παραχωρούν η ηλικία και η πείρα μου. Θα τολμούσα να πω και οι αγώνες μου, αλλά δεν πιστεύω ότι έκανα τίποτα περισσότερο από το καθήκον, που φλόγιζε τα μεθυσμένα νιάτα μου σαν ξεκινούσαν για το μέτωπο, με το όραμα της νίκης ενάντια στη βία, τον ολοκληρωτισμό και την ανελευθερία.

Α, νέε μου, να μπορούσες έστω και λίγο να ζούσες την έξαρση και την παλλαϊκή συμμετοχή εκείνης της εθνικής μέθης.

Όλοι μας, εμείς που ξεκινούσαμε για το μέτωπο κι οι άλλοι που θα έμεναν στα μετόπισθεν, όλοι μας, ο ανώνυμος ψυχωμένος λαός και οι επώνυμοι ανώτεροι αξιωματούχοι, άνθρωποι των γραμμάτων και επιστήμονες, απλές αγράμματες γυναικούλες, νέοι και γέροι, όπου και αν βρισκόμαστε, όπου και αν ζούσαμε, όποια δουλειά κι αν κάναμε, είχαμε γίνει μία ενιαία εθνική ψυχή.

Δεν μάς χώριζαν διαφορές, δεν μάς δηλητηρίαζαν πολιτικά μίση, δεν μάς διαιρούσαν τάξεις, ιδέες, φρονήματα.

Είμαστε το Γένος ενιαίο και αδιαίρετο, που έπρεπε να πολεμήσουμε για την ελευθερία, που μάς χάρισαν με αίμα και θυσίες οι πρόγονοι και που εμείς είχαμε απαράβατο χρέος, πάλι με αίμα και θυσίες να την διαφυλάξουμε, για να την κληρονομήσουμε σαν ιερή επιταγή και παρακαταθήκη στα παιδιά και στα εγγόνια μας.

Θα έφταναν εκείνες και μόνο οι στιγμές, οι φορτισμένες με ιδανικά και οραματισμούς για το Γένος, για να καταξιώσουν ολόκληρη την ιστορική μας διαδρομή, τριών χιλιετηρίδων.

Δεν πολεμούσαμε έναν επώνυμο και συγκεκριμένο εχθρό. Πολεμούσαμε την ανώνυμη και πολυπρόσωπη βία, πολεμούσαμε το ολοκληρωτισμό και την μισαλλοδοξία.

Και δώσαμε εμείς οι μικροί και ανίσχυροι στην πανίσχυρη Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο το ύψιστο ηθικό μάθημα που το εκφράζει τόσο επιγραμματικά στον στίχο του ο ποιητής ότι «θέλει αρετή και τόλμην η ελευθερία».

Ματώσαμε, πληγωθήκαμε, δοκιμαστήκαμε σκληρά αντιμετωπίζοντας τις πολυάριθμες σιδερένιες δυνάμεις του Άξονα αλλά δεν λυγίσαμε. Με το κεφάλι ψηλά στο μέτωπο, με το κεφάλι ψηλά στα μετόπισθεν κι έπειτα με το κεφάλι ψηλά στην αντίσταση.

Το ξέρω, νέε μου φίλε, πως όλα αυτά σου φαίνονται κάπως υπερβολικά. Κι ίσως μέσα σου διατυπώνεις την σκέψη ότι είναι ‘εκτός εποχής’. Η εποχή δεν στέκεται πια σ’ αυτές τις ιδέες που φαίνονται κάπως ξεπερασμένες!

Άλλοι οι στόχοι των ανθρώπων, άλλες οι επιδιώξεις τους: μία καλύτερη και πιο άνετη ζωή, η εύκολη επιτυχία, πληρωμένη με οποιοδήποτε τίμημα. Ο κατασκευασμένος ευδαιμονισμός. Κι ακόμη, τα τείχη που χωρίζουν τους ανθρώπους.

Τα πολλαπλά χαλύβδινα τείχη που έχουν στηθεί ανάμεσά τους από τους καιροσκόπους και τους χαμαιλέοντες. Η αδίστακτη κομματικοποίηση που έχει εισχωρήσει παντού, ακόμη και μέσα στην οικογένεια.

Από την μια όχθη του ποταμού ο πατέρας, από την αντίθετη ο γιος, κι ανάμεσά τους ποτάμι αδιάβατο το πολιτικό πάθος.

Σε είδα, νέε μου φίλε, αρκετές φορές να φανατίζεσαι με έξαλλο πάθος για την μια ή την άλλη παράταξη και να ξοδεύεις τον πολύτιμο δημιουργικό σου χρόνο χωρίς νόημα και σκοπό για να υποστηρίξεις τις θέσεις σου.

Κι οι θέσεις αυτές δεν ξεκινούσαν από μία βαθύτερη πίστη σε μιαν ιδέα που είχες συνειδητοποιήσει και αγωνιζόσουν δίκαια γι’ αυτήν, αλλά από την επιπόλαιη επίδραση του άλλου που σε έβλεπε σαν όργανό του.

Κι όμως η ζωή είναι γεμάτη ακόμη από ενδιαφέροντα, από στόχους, από ιδανικά. Δεν έχει αδειάσει, όπως θέλουν να νομίζουν κάποιοι, δεν έλειψαν εντελώς οι γέφυρες επικοινωνίας.

Στο χέρι σου είναι να τις στεριώσεις για να μπορείς να δεις τον συνάνθρωπο όχι σαν αντίπαλο για αναμέτρηση, αλλά σαν φίλο για συνεργασία… νέε μου άγνωστε φίλε.

Από εκείνη την Μεγάλη Ώρα του ’40 έχουν περάσει πολλά χρόνια… Είμαστε άλκιμοι νέοι τότε όταν χυνόμαστε ασυγκράτητοι στον αγώνα της Λευτεριάς και τώρα κυρτώσαμε, γεράσαμε, ζούμε στο περιθώριο της ζωής.

Τώρα είναι ο δικός σας κλήρος, η δική σας σειρά. Ο τόπος περιμένει από σας! Οι άνθρωποι περιμένουν από σας! Μεγάλο το χρέος, μεγαλύτερη ακόμη η χαρά.

Λέγαμε όταν κινούσαμε για το Μέτωπο:

– Όλοι μαζί αδέλφια, για την Λευτεριά μας! Κι αυτές οι απλές λέξεις, αυτό το «όλοι μαζί αδέλφια», ήταν βίωμα,  σκοπός και αποστολή.

Όλοι μαζί αδέλφια! Όπου μάς λάχαινε ο κλήρος… Σε κάποιαν απρόσιτη βουνοκορφή της Πίνδου ή στα μετόπισθεν που κι αυτά πολεμούσαν για τους ίδιους σκοπούς και με την ίδια μέθη.

Α, εκείνες οι ώρες!… Εκείνες οι μέρες, οι φορτισμένες από πίστη και αγώνα! Είναι πια Ιστορία αλλά και ζωντανή μνήμη για μάς που ακόμη τις κλείνουμε μέσα μας με την ίδια συγκίνηση και με την ίδια αγωνιστική διάθεση, όπως τότε.

Ζήτησε, νέε μου, να γνωρίσεις μέσα από κείμενα και μαρτυρίες αυτές τις μεγάλες ώρες του ’40, αυτό το νεώτερο έπος του Γένους.

Μέθυσε από τη μέθη τους, πάρε δύναμη από την πίστη τους. Για να μπορείς ολοκληρωτικά και απόλυτα να κατανοήσεις τη βαθιά, την καίρια και τελεσίδικη σημασία της κραυγής:

– Όλοι μαζί αδέλφια!…

Και όχι μόνο στην μεγάλη ώρα του Πολέμου αλλά και στην μεγάλη ώρα της Ειρήνης! Που χρειάζεται κι αυτή μέθη, αγώνα κι αγρυπνία.

Με αγάπη
Ένας παλιός πολεμιστής του 40».

 

Παρουσιάζω με συγκίνηση αυτό το γράμμα, χωρίς κανένα άλλο σχόλιο και το απευθύνω με την ίδια συγκίνηση στον άγνωστο παραλήπτη, ίσως τον προβληματίσει κι ίσως σταθεί στις τελευταίες του γραμμές για τη μεγάλη ώρα της Ειρήνης, που όπως γράφει και ο παλιός πολεμιστής του ’40 χρειάζεται κι αυτή μέθη, αγώνα και αγρύπνια.

Το τελευταίο πριν από όλα: Αγρύπνια…».

Άρθρο του Νέστορα Μάτσα συγγραφέα, από το περιοδικό «Πεμπτουσία» τεύχος 18.