Αρχική Top Stories Από το Δημοτικό Σχολείο Καβάλου στο Κοντομίχειο Λαογραφικό Μουσείο

Από το Δημοτικό Σχολείο Καβάλου στο Κοντομίχειο Λαογραφικό Μουσείο

Του Σωτήρη Κων. Κάτσενου, Δημοσιογράφος 

Σαν χρονογράφημα … 

Η αλήθεια, η πραγματική αλήθεια, είναι ότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να ξεχνάνε! Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, είναι πως ξεχνάνε πολύ εύκολα!

Στη ζωή υπάρχει πάντα μια ιστορία που μπορεί να διηγηθεί κάποιος. Ο καθένας άλλωστε έχει τη δική του προσωπική ιστορία. Όπως κάθε τόπος, έτσι και κάθε χωριό έχουν τη δική τους ιστορία. Η ιστορία του καθενός μας διαμορφώνεται ανάλογα με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει (ανδρώνεται), δημιουργεί, ζει, συνομιλεί και πράττει. Η ιστορία του κάθε τόπου και του κάθε χωριού που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε κι ανεξάρτητα αν ζούμε σ’ αυτόν, συντίθεται από γεγονότα και πράξεις, τα οποία τον οδηγούν προς το μέλλον του. Η ιστορία λοιπόν ενός τόπου και του κάθε χωριού, συντίθεται πάντα από τα γεγονότα του παρελθόντος, τα οποία διαμορφώνουν το παρόν και καθορίζουν το μέλλον.

 Προχώρησα σ’ αυτή την αναγκαία εισαγωγή κι αυτό, γιατί το σημερινό μου σημείωμα έχει προσωπική προσέγγιση και μαρτυρία. Κι αναφέρεται στο παλιό Δημοτικό Σχολείο του Καβάλου, του χωριού μου και που σήμερα έχει μετατραπεί σε Μουσείο και φέρει το τίτλο «Κοντομίχειο Λαογραφικό Μουσείο Καβάλου». Ας μου επιτρέψουν λοιπόν, οι εκλεκτοί αναγνώστες των «Ν.τ.Λ», να μιλήσω για το στολίδι του Καβάλου και της Λευκάδας, εν είδη χρονογραφήματος.

Το «Κοντομίχειο Λαογραφικό Μουσείο» λοιπόν, δεν είναι άλλο από το παλιό 2θέσιο Δημοτικό Σχολείο Καβάλου. Βρίσκεται νοτιοδυτικά του χωριού, λίγο πριν την έξοδό του και στα πόδια του περιμετρικά, απλώνεται ο ελαιώνας της Ποταμιάς και της Λίμπας, που καταλήγει στο δρόμο που ξεκινάει από τον Φρυά και τελειώνει στη Λαγκάδα(Πευκούλια), πηγαίνοντας δίπλα – δίπλα με το ξεροπόταμο (κοινώς Λίζενα), που ξεκινάει από τον Πρεμεντινό, «μαζεύει» τα νερά από την Παναγία στα Ασπρογερακάτα και τα εναποθέτει στη Λαγκάδα (Πευκούλια). Αγναντεύει τον «Κολουσουριά» και το «Βασιλάκι» και βλέπει κατάματα το χωριό και τον κεντρικό του δρόμο, απ’ τη στροφή στον Άγιο Γεράσιμο (εικόνισμα) ως τις εκκλησίες του χωριού την Αγία Αικατερίνη και τον Άγιο Νικόλαο. Περιτριγυρισμένο από ένα κατάφυτο πευκοδάσος, ατενίζει το καταπράσινο των βουνοπλαγιών κι εκεί που τελειώνει η ματιά μας, συναντάει το απέραντο γαλάζιο της Λαγκάδας (Πευκούλια) και του Ιονίου πελάγους.   

Ανατρέχοντας λοιπόν, στην ιστορία του σχολείου μου στο οποίο πέρασα τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, θ’ αποφύγω συνειδητά, ν’ αναφερθώ σε περισσότερες λεπτομέρειες τούτη τη στιγμή. Ίσως, αργότερα στο μέλλον, αποτολμήσω ν’ αναφερθώ πιο αναλυτικά και πιο ουσιαστικά. Οι λόγοι προφανείς. Θα ξεκινήσω όμως, αυτό το μικρό ταξίδι μνήμης και νοσταλγίας, από καρδιάς και προπαντός, με τον προσήκοντα σεβασμό ως ελάχιστη οφειλή σ’ αυτούς που συνέβαλαν στην ανέγερση αυτού του σχολείου και φυσικά στους δασκάλους μας, που τα φρόντιζαν και που σ’ αυτές τις αίθουσες, μας έμαθαν τα πρώτα μας γράμματα.

Έτσι, για το σχολείο μου (αφορά την παλαιά αίθουσα), το γνώρισα μέσα απ’ τις ζωντανές αφηγήσεις του πατέρα μου και της μητέρας μου που εκεί έμαθαν κι αυτοί τα πρώτα τους γράμματα. Αυτή η αίθουσα, ήταν για πολλά χρόνια το Δημοτικό Σχολείο του χωριού. Αργότερα και προφανώς επειδή οι μαθητές ήταν περισσότεροι, χρειάστηκε ν’ ανεγερθεί μια δεύτερη αίθουσα για να καλύψει τις ανάγκες του σχολείου. Έτσι, η ανέγερση της νέας αίθουσας, έγινε επί θητείας των Καβαλισάνων δασκάλων κ. Απόστολου Κάτσενου (Γιαννέτου) και της συζύγου του επίσης δασκάλας  κας Πολυξένης Ζαβιτσάνου. Συγκεκριμένα, ο κ. Απόστολος Κάτσενος, που ήταν και Διευθυντής του σχολείου, ήταν αυτός που ανέλαβε τις πρωτοβουλίες αλλά προχώρησε και στις απαραίτητες ενέργειες, στέλνοντας αλλεπάλληλες επιστολές, στον επίσης συγχωριανό μας φιλάνθρωπο και ευεργέτη Γεώργιο Λιβιτσάνο, που ζούσε στην Αμερική ζητώντας οικονομική βοήθεια, προκειμένου ν’ ανεγερθεί η δεύτερη σχολική αίθουσα. Καταλυτικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή και την οποία έφερε με επιτυχία σε πέρας, είχε, ο επίσης Καβαλισάνος, ευεργέτης του χωριού μας Παναγιώτης Λιβιτσάνος του Φωτίου, ανιψιός του Γεωργίου Λιβιτσάνου, που κι αυτός ζούσε μαζί του στην Αμερική. Η ανέγερση της δεύτερης (νέας) αίθουσας είναι πλέον γεγονός και με πρωτοβουλία του δασκάλου μας κ. Απόστολου Κάτσενου, τοποθετείται σε περίοπτη θέση, τιμητική πλακέτα με το όνομα του ευεργέτη της, Γεωργίου Λιβιτσάνου.   

Το κτήριο λοιπόν, συνολικά, αποτελείται από δύο ισομεγέθεις μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας και το γραφείο των δασκάλων με τη βιβλιοθήκη, που βρίσκονται στη μέση του κτηρίου. Θα μείνω λίγο ακόμη στην περιγραφή του σχολείου μας, λέγοντας ότι, στο προαύλιο του και περιμετρικά αυτού, όταν ήμουν μαθητής του μαζί με άλλους συμμαθητές μου και συμμαθήτριές μου και με τη φροντίδα και την επίβλεψη των άξιων δασκάλων μας, είχαμε φυτέψει τα πεύκα, που σήμερα αποτελούν όαση πρασίνου και δροσιάς, όχι μόνο για το χώρο του σχολείου αλλά και για το χωριό ολόκληρο. Και κάτι, που ίσως οι περισσότεροι δεν το γνωρίζουν, είναι πως, κάθε μαθητής που φύτευε κι από ένα πεύκο, ήταν τρόπο τινα και «ιδιοκτήτης» του, αφού είχε την υποχρέωση να το ποτίζει και να το φροντίζει καθημερινά. Με νερό που παίρναμε από τη «στέρνα» (δεξαμενή), που φτιάχτηκε επίσης, με δωρεά του Γεωργίου Λιβιτσάνου. Έτσι, πέρα από το μπροστινό προαύλιο, στο πίσω μέρος του σχολείου μας έχει δημιουργηθεί απαραίτητος χώρος για αθλητικές δραστηριότητες (ποδόσφαιρο και μπάσκετ). Κλείνοντας την κτηριακή περιγραφή του Δημοτικού Σχολείου Καβάλου, την οποία θεωρώ απαραίτητη και πριν περάσω στο εκπαιδευτικό και πολιτισμικό μέρος του σημειώματός μου, προσθέτω πως, το προαύλιο χώριζε από τα διπλανά χωράφια, χαμηλή πέτρινη «λιθιά» στην αρχή και συρματένια περίφραξη μετέπειτα, όπως είναι δηλαδή σήμερα.

Το σχολείο λοιπόν, είναι σίγουρα, από τους πιο αγαπημένους θεσμούς τόσο των μικρών όσο και των μεγάλων κοινωνιών του τόπου μας ειδικότερα και της πατρίδας μας γενικότερα. Αναφορές στα μαθητικά μας χρόνια, πάντα συγκινούν και ενθουσιάζουν. Έτσι, ό,τι υπάρχει αποτυπωμένο στο μυαλό και στη καρδιά μας εκείνης της εποχής, παραμένει καλά φυλαγμένο κι αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων. Στις τάξεις του σχολείου μου, φοίτησαν εκατοντάδες συγχωριανοί μου, αγρότες, εργάτες, επιστήμονες, άνθρωποι, που στο διάβα της ζωής τους θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία τα πρώτα τους μαθητικά χρόνια και κατ’ επέκταση το πρώτο τους σχολείο. Γενιές και γενιές παιδιών του Καβάλου, που περάσαμε από τα μαθητικά αυτά θρανία του 2θέσιου δημοτικού σχολείου, με τις υφαντές μας σάκες, που έκαναν πιο όμορφα τα γυμνά θρανία μας, θα θυμόμαστε με πολλή αγάπη τους δασκάλους μας και με τη πρώτη ευκαιρία, όταν επιστρέφουμε στο χωριό μας – που στην ουσία ποτέ δεν φύγαμε – θα επισκεπτόμαστε με εξίσου θερμή ζέση τους χώρους, όπου μάθαμε τα πρώτα μας γράμματα. Εκεί, που συλλαβίσαμε τα πρώτα μας φωνήεντα και σύμφωνα. Εκεί, που τρέξαμε και παίξαμε. Εκεί, που μαλώσαμε και συμφιλιώσαμε. Εκεί, που «φυτέψαμε» τα πρώτα μας θέλω και πιστεύω μας. Εκεί, που σφυρηλατήσαμε τη πίστη μας στο Θεό και την αγάπη μας για την Πατρίδα. Με την καθημερινή έπαρση και υποστολή της σημαίας, αφήναμε τα όνειρά μας να πετάξουν ελεύθερα στον καθαρό ουρανό, όπως λεύτερη κι υπερήφανη, κυμάτιζε η γαλανόλευκη στο ψηλότερο σημείο του ιστού της. Εκεί, που με λίγα λόγια, όταν γυρνάμε η συγκίνηση κι η νοσταλγία περισσεύει!  

Με τους άξιους δασκάλους  μας, τους  κ.κ. Απόστολο Κάτσενο, Πολυξένη Ζαβιτσάνου, Γεώργιο Ροντογιάννη από τους Τσουκαλάδες, που αργότερα παντρεύτηκε τη συγχωριανιά μας Αλεξάνδρα Κούρτη, Διονύσιο Κούρτη, Φρειδερίκη Λάζαρη και άλλους εκλεκτούς εκπαιδευτικούς που βοήθησαν τα μέγιστα και στους οποίους όλοι εμείς χρωστάμε και οφείλουμε πολλά. Προσωπικά και φαντάζομαι πως όλοι οι μαθητές του σχολείου, οφείλουμε το σεβασμό και την εκτίμησή μας για όλα όσα μας προσέφεραν. Η προσφορά τους στη μαθητιώσα νεολαία του Καβάλου είναι σπουδαία κι ανεκτίμητη.   

 Ερχόμενος τώρα, στο σήμερα, το Δημοτικό Σχολείο Καβάλου μπορεί να είναι κλειστό κι έρημο από παιδικές φωνές και τραγούδια, όπως σχεδόν τα περισσότερα σχολεία της Περιφέρειας και της χώρας μας, όμως η μετατροπή του σε Μουσείο και η μετονομασία του σε «Κοντομίχειο Λαογραφικό Μουσείο Καβάλου», μας κάνει το ίδιο υπερήφανους κι ευτυχείς όχι μόνο εμάς τους Καβαλισάνους, αλλά θέλω να πιστεύω κι όλους τους Λευκαδίτες, όπου κι αν είναι όπου κι αν βρίσκονται. Αφού έλαβε και φέρει το όνομα, ενός άξιου τέκνου του Καβάλου κι ενός εξαιρετικού εκπαιδευτικού με πλούσιο και σημαντικό λαογραφικό και όχι μόνο συγγραφικό έργο για τη Λευκάδα, Καθηγητή και Γυμνασιάρχη Πανταζή Κοντομίχη του Αναστασίου. Ένα φτωχόπαιδο, με ήθος και δίψα για μάθηση, που έπαιρνε τα βιβλία του στο χωριάτικο σακούλι και πήγαινε στο κάτω μέρος του σχολείου μας, στο «ραχούλι» του Αγίου Νικολάου για να διαβάσει. Εμείς, που είχαμε τη τύχη να τον γνωρίσουμε και ως μαθητές αλλά και ως συγχωριανοί του, θα θυμόμαστε πάντα με αγάπη τον Δάσκαλο – Άνθρωπο, Πανταζή Κοντομίχη.   

 Τέλος και γυρνώντας στη προσφορά των δασκάλων μας, προσωπικά θεωρώ πως ήταν αρκετά σημαντική και με την πολύχρονη παραμονή τους στο χωριό μας προσέθεσαν μια μεγάλη μορφωτική και πολιτισμική υπεραξία στη πρόοδο του χωριού μας.      

 πηγή:nealefkadas.gr