Αρχική Top Stories Έφυγε από την ζωή ο Γεράσιμος Γερασίμου. Διαβάστε την ιστορία του πασίγνωστου...

Έφυγε από την ζωή ο Γεράσιμος Γερασίμου. Διαβάστε την ιστορία του πασίγνωστου “Μάκη Γάτου”

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Μάκης ο Γάτος, μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές των παραδοσιακών πανηγυριών της Λευκάδας αλλά και των γειτονικών περιοχών, πέθανε χθες σε ηλικία 88 ετών.

Διαβάστε παρακάτω την πολυτάραχη ζωή του Μάκη Γάτου έτσι όπως ο ίδιος μας την είχε αφηγηθεί το 2010.

Ο “Μάκης Γάτος” γεννήθηκε το 1929 στο χωριό Βουρνικά της Λευκάδας. Το μοναδικό αγόρι από τα 4 παιδιά της οικογένειας. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και ασχολήθηκε με τις αγροτικές δουλείες βοηθώντας την οικογένεια του τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Τα καλοκαίρια όμως που γίνονταν τα πανηγύρια στο χωριό του και βλέποντας τους μουσικούς της εποχής ένιωσε την έλξη για την μουσική και ξεκίνησε σιγά-σιγά να κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής τραγουδώντας δημοτικά τραγούδια. Σε ηλικία 20 χρονών παντρεύεται την κ. Ασπασία με την οποία απέκτησε 5 παιδιά.

Τελειώνοντας την 36μήνη στρατιωτική του θητεία στο πυροβολικό επέστρεψε στην Λευκάδα και αγόρασε ένα αυτοκίνητο με το οποίο γυρνούσε στα χωριά κάνοντας εμπόριο με διαφορά προϊόντα όπως λάδι, κρασί κ.α.. Αυτό το αυτοκίνητο έμελλε να του αλλάξει το όνομα και αυτό γιατί πάνω στον μουσαμά του είχε τυπωμένο από τον προηγούμενο κάτοχο του ένα «Μαύρο Γάτο». Έτσι λοιπόν πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό και βλέποντας ο κόσμος τον γάτο πάνω στο αυτοκίνητο λέγανε «ήρθε ο Μάκης ο Γάτος».

Οι καιροί όμως τότε ήταν δύσκολοι, το εμπόριο δεν πήγε καλά και τα χρέη ανάγκασαν τον Μάκη τον Γάτο να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον για αυτόν και την οικογένεια του αλλά και ένα τρόπο να βγάλει λεφτά για να μπορέσει να ξεπληρώσει τα χρέη του. Έτσι, παίρνει την γυναίκα του, αφήνει τα 4 τότε παιδιά του στους γονείς του και φεύγει μετανάστης στην Γερμανία. Εκεί πιάνει δουλεία στο εργοστάσιο της Bosch.

Παράλληλα όμως δουλεύει και σε ελληνικά μαγαζιά σαν τραγουδιστής. Τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα και μετά από μερικά χρόνια ανοίγει το δικό του μαγαζί στο οποίο διοργάνωνε εκδηλώσεις όπως γάμους, συνεστιάσεις και χορούς των Ελλήνων μεταναστών, φέρνοντας από την Ελλάδα μεγάλους τραγουδιστές και μουσικούς της εποχής, κυρίως της δημοτικής μουσικής. Όταν μάζεψε αρκετά λεφτά επιστρέφει στην Λευκάδα με σκοπό να ξεχρεώσει τα χρέη που είχε. Έτσι και έκανε ξεχρεώνοντας όλους όσους χρωστούσε και αποκαταθιστώντας το «όνομά» του και την φήμη του.

Επιστέφει στην Γερμανία για μερικά χρόνια ακόμα όπου και αποκτά και το πέμπτο παιδί του, πουλάει το μαγαζί και γυρίζει στην Λευκάδα φέρνοντας μαζί του τα ηχοσυστήματα τα οποία είχε στο μαγαζί του, μηχανήματα τα οποία στην Ελλάδα δύσκολα έβρισκε κανείς, πόσο μάλλον στην Λευκάδα εκείνης της εποχής.

Με αυτά τα μηχανήματα αλλά και με την αγάπη του για την δημοτική μουσική αρχίζει να διοργανώνει πανηγύρια σε όλη την Λευκάδα και στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Γυρίζοντας από χωριό σε χωριό και από μαγαζί σε μαγαζί προτρέπει τους καταστηματάρχες να βάλουν «όργανα» στο πανηγύρι του χωριού και ξέροντας όλους τους διάσημους τραγουδιστές και μουσικούς της εποχής, μιας και τους έφερνε στο μαγαζί του στην Γερμανία, κανόνιζε την ορχήστρα και τον τραγουδιστή που θα έρχονταν στο πανηγύρι. Έτσι λοιπόν γρήγορα γίνεται γνωστός σαν διοργανωτής αλλά και σαν καλλιτεχνικός μάνατζερ της εποχής.

Ξυλοδαρμοί, «αιωρούμενες» καρέκλες, φασαρίες για την σειρά προτεραιότητας στον χορό αλλά και όμορφες στιγμές με τους συναδέλφους και με χιλιάδες κόσμο να χορεύει και να διασκεδάσει, είναι μερικά από τις πολλές στιγμές που έχει ζήσει ο Μάκης ο Γάτος όλα αυτά τα χρόνια στα αμέτρητα πανηγύρια που έχει διοργανώσει και έχει τραγουδήσει, ακόμα και η πάντα προσεγμένη εμφάνιση του με το πάντα μαύρο μαλλί και το περιποιημένο μουστάκι κάνει τον καθένα να το παρατηρήσει και να τον προσέξει όταν τον συναντήσει.

Μια προσωπικότητα που σίγουρα θα απασχολήσει τον λαογράφο του μέλλοντος, μιας και αν δεν υπήρχε τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών θα είχαν πάψει να γιορτάζονται με γλέντι, μουσική και χορό και ο κόσμος δεν θα είχε την ευκαιρία να βρεθεί με τους συγχωριανούς του να διασκεδάσει και να νιώσει την ξεχωριστή ομορφιά που προσφέρει μια καλοκαιρινή βραδιά στην πλατεία του χωριού με τους ήχους της δημοτικής ορχήστρας και τον Μάκη τον Γάτο να βρίσκεται σε μεγάλα κέφια τραγουδώντας γερμανικά τραγούδια με την συνοδεία του κλαρίνου, λέγοντας στο φινάλε του τραγουδιού το κλασικό πλέον «Όξου κι όξου» αλλά και το συνεχόμενο μέτρημα από το ένα μέχρι το τρία για να δοκιμάσει τον ήχο πριν ξεκινήσει η βραδιά.