Αρχική Top Stories Το κράτος

Το κράτος

to kratosΚάποτε όλα τελειώνουν. Βρισκόμαστε στα 1945. Οι Γερμανοί φεύγοντας να πάνε στα τσακίδια είχαν αφήσει πίσω τους διάφορα. Αυτά που άφησαν τα πήραν οι ρημαγμένοι από μια πτώχευση, μια δικτατορία, μια Ιταλική και μια Γερμανική κατοχή. Ανάμεσα σ΄αυτά ήταν και ένα  Γερμανικό κράνος αξιωματικού που έλαχε να πάρει μια φτωχειά οικογένεια. Είπε πως ήταν καλό για τις σωματικές ανάγκες της νυκτός.

Όπως  συνηθίζεται και είναι γραμμένο από τον καιρό που κυκλοφόρησαν οι λάσπες την κατοχή την διαδέχεται η σκοτεινή περίοδος της αναμπουμπούλας που ο καθένας προσπαθεί να βάλει στο χέρι και να κάνει ότι θέλει αυτόν τον δυστυχισμένο λαό που του έλαχε να ζει σ΄ αυτή τη άκρια του Σύμπαντος.

Έτσι όταν ήρθαν τα πάνω κάτω και οι «συνεργασθέντες»- αυτοί οι μονίμως συνεργαζόμενοι με τους πάντες- κρίθηκε αναγκαίο να χωθούν στα σκέλια των κερδισμένων (συμμάχων) για να παίξουν τον ρόλο του αφανούς κράτους  σε βάρος των «άλλων» και αυτού του πάντα και έτσι ή αλλιώς  νικημένου λαού.

Το φανερό κράτος ήταν άλλο. Ήταν αυτοί που κρατούσαν τα τουφέκια και διαχειρίζονταν την νομιμότητα και δεν τολμούσε κανένας να τους κουνηθεί.

Είπαμε πως μια φτωχειά οικογένεια  της έλαχε ο κλήρος να λάβει ένα γερμανικό κράνος  αξιωματικού για τις ανάγκες της νυκτός.

Και δεν της έλαχε μόνο αυτό αλλά  και τύχη το διπλανό σπίτι που ανήκε σε άνθρωπο της καταστάσεως να νοικιαστεί σε ένα από τα αποσπάσματα των μάηδων για να το χρησιμοποιήσει  κάτι σαν αστυνομία.

Μια μέρα ο σκοπός της νυχτός άκουσε μέσα απ΄ το σπίτι  μια φωνή να λέει « Φέρε μ΄ ορή το κράτος.» και μια φωνή να της απαντάει « βαστάξ΄!». Η φωνή ματαφώναξε: «Φέρε μ΄ το Κράτος  να χέσω, είπα!!». Η Άλλη απάντησε «Έρχομαι . και τσώπα μη μας ακούσ΄νε οι φασίστες και σ΄ πω αποκοντά. Έρχομαι σού΄πα»

Ειδοποιεί αμέσως όλη την δύναμη και με πιστόλια, τουφέκια, ξιφολόγχες και αυτόματα μπήκαν να συλλάβουν τα  ανατρεπτικά στοιχεία που δεν σέβονταν το Κράτος.

Σπάσανε την πόρτα. Μπήκαν και βρήκαν την γριά που σφιγγόντανε να χέσει το κράτος.

Μέσα στην αναμπουμπούλα η γριά φώναζε «Θα μ΄ αφήστε ορέ να χέσω ή δεν θα μ΄ αφήστε; Ούτε να χέσει  άνθρωπος δεν κουτάει σ΄αυτό το τόπο»

Ηλίας Τσάκαλος