Αρχική Top Stories Επισκέψιμος ο Ιερός Ναός του Παντοκράτορα και ο τάφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Επισκέψιμος ο Ιερός Ναός του Παντοκράτορα και ο τάφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ένας από τους πιο όμορφους και ιστορικούς ναούς της πόλης της Λευκάδας, άνοιξε τις πόρτες τους στους επισκέπτες της Λευκάδας.

Ο κτητορικός ναός της οικογένειας Βαλαωρίτη και Σταύρου, ιδρύθηκε το 1699/1700 μετά από αίτηση κατοίκων της πόλης που ήθελαν να χτίσουν ναό αφιερωμένο στον Παντοκράτορα σε ανάμνηση της απελευθέρωσης από τους Τούρκους στις 6 Αυγούστου του 1684.

Κατέρρευσε και έπαθε αρκετές φορές ζημιές από σεισμούς και το 1830 πήρε τις σημερινές του διαστάσεις. Στην ανοικοδόμηση του 1869 ανήκει η σημερινή πρόσοψη του ναού. Στο εσωτερικό αλλά και στον κήπο του ναού είναι θαμμένοι πολλοί αξιόλογοι Λευκαδίτες όπως ο Μόσχος Βαλαωρίτης, ο Μάρκος Αλεξ. Χαλικιόπουλος, ο Ανδρέας Σταύρου, ο Δ. Πετριτσόπουλος του Πετρο-Παύλου, ο Πέτρος Πετριτσόπουλος του Δημητρίου, ενώ πίσω από το Άγιο Βήμα είναι ο τάφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Τα έργα που κοσμούν το εσωτερικό του ναού είναι των Βεντούρα, του Διον. Καλιβωκά, του Κ.Θ. Ιωαννίτη κα.

Το τέμπλο, άγνωστου τεχνίτη είναι πιθανόν μετά του 1850 και είναι το πρώτο τέτοιου τύπου (νεοκλασικό) τέμπλο που έγινε στο νησί.

Ο Ι.Ν. Παντοκράτορα και ο τάφος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη είναι ανοιχτά κάθε Παρασκευή – Σάββατο και Κυριακή από τις 18:30 έως το 20:30. Μην χάσετε την ευκαιρία!

Λίγα λόγια για τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842). Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλύτη Γραμμάτων και επιστημών από το εκεί κολλέγιο), το Παρίσι (νομικά) και τέλος την Πίζα, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ νομικής στο εκεί πανεπιστήμιο. Μεσολάβησε (1846) προσβολή του από τυφώδη πυρετό και επιστροφή στη γενέτειρά του.

Ακολούθησαν ταξίδια του στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα μελέτησε γερμανική φιλοσοφία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Στιχουργήματα στην Κέρκυρα.

Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία. Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου Ελοϊσία, την οποία παντρεύτηκε το 1852. Από το γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δύο γιους, το Νάνο και τον Αιμίλιο. Μετά το γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άντρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει για την Ιταλία ξανά. Το 1856 πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του.

Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μνημόσυνα, που τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Την ίδια χρονιά απέκτησε το δεύτερο γιο του, τον Αιμίλιο και εξελέγη βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή, θέση την οποία κράτησε από το 1857 ως το 1864.

Το 1864 επισκέφτηκε την Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο της Ιονίου Βουλής και άλλους επιφανείς πολιτικούς και συνέταξε το σχέδιο για το ψήφισμα της Ένωσης. Η εμφάνισή του στην Εθνοσυνέλευση στέφτηκε από μεγάλη επιτυχία. Εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου (1865 και 1868), αρνήθηκε όμως να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα.

Μετά τις εκλογές του 1868, απογοητευμένος από την πολιτική αποσύρθηκε και απομονώθηκε στη Μαδουρή, ένα μικρό νησί κοντά στη Λευκάδα. Εκεί συνέθεσε το ποίημα Διάκος και τον Αστραπόγιαννο, έργα που τύπωσε μαζί το 1867. Κατόπιν πρόσκλησης του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1871 έγραψε και απήγγειλε με μεγάλη επιτυχία ένα ποίημα για τον Πατριάρχη στην αποκάλυψη του ανδριάντα του.

Πέθανε το 1879. Λίγο πριν το θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του Φωτεινού, έργου που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του. Ο Φωτεινός εντάχθηκε στο δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των έργων του που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, το 1891.

Στο έργο του Βαλαωρίτη συναντιέται η γλωσσική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής με εκείνη της Αθηναϊκής. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Ο επικός χαρακτήρας των έργων του, καθώς επίσης οι αγώνες του για την Πατρίδα, του χάρισαν τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή, ενόσω ακόμη ήταν εν ζωή. Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή (Παλαμάς, Ροΐδης, Σικελιανός) ως την πλήρη άρνηση (Πολυλάς, Πανάς, Βερναρδάκης)

Πληροφορίες: www.golefkas.gr