Αρχική Μόνιμες Στήλες Κατά Μάρκον Η γενιά του 50, 60 Κρήτη

Η γενιά του 50, 60 Κρήτη

ΜούντροςΜε τα σημερινά δεδομένα, όλοι εμείς που ήμαστε μικροί στις δεκαετίες 50 και 60, για να μη βάλω τους παλαιότερους, σύμφωνα με τις στατιστικές δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει. Αυτό γιατί οι συνθήκες διαβίωσής μας ήταν, το λιγότερο, άθλιες. Βεβαίως είχαμε προσαρμοστεί σε αυτές, είχαμε αποκτήσει ανοσία σε πολλές αρρώστιες, πέρα από τα εμβόλια ή απλώς είμαστε τυχεροί που επιζήσαμε.

Θα επιδιώξω να σας μεταφέρω τις αναμνήσεις της παιδικής μου, και όχι μόνο, ηλικίας, από το χωριό και από την πόλη, όχι γιατί έχουν σημασία αυτές καθ’ αυτές μα γιατί μέσα από αυτές οι παλιοί θα θυμηθούν δικές τους αντίστοιχες καταστάσεις και οι νέοι κάτι θα μάθουν! Κάποιες τοποθεσίες που ονοματίζω είναι για μένα και τους χωριανούς μου προφανώς, όμως εσείς βάλτε τις αντίστοιχες δικές σας και θα βγάλετε κάποιο νόημα θαρρώ.

Στο χωριό

Περιβάλλον: Το χωριό μου, Μούντρος το λένε και είναι στο νομό Ρεθύμνης, με τα σημερινά δεδομένα, είναι ένα πανέμορφο μικρό χωριό. Δύο φαράγγια, περιμετρικά θεόρατοι κατακόρυφοι ριζιμιοί βράχοι, νερά που τα παλιά χρόνια έτρεχαν ασταμάτητα, πράσινο πολύ και τα δέντρα, φορτωμένα φρούτα, έγερναν στους δρόμους του.

Κάτω Βρύση καταρράχτηςΔύο βρύσες, η Πάνω και η Κάτω Βρύση με δεξαμενές και οργιώδη βλάστηση. Στην Κάτω βρύση ένας καταρράχτης έτρεχε συνεχώς από ψηλά, που ήταν ο δρόμος για το σχολείο, και οι πρωινές χαρές κρέμονταν σε όλη του τη διαδρομή, κρύβοντας στις φυλλωσιές τους χιλιάδες πεταλούδες. Πέταγες μια πέτρα εκεί, στο Ρούμα ή στον επαρχιακό δρόμο μετά την Παναγία και γέμιζε ο αέρας πεταλούδες. Όμορφες πεταλούδες σαν αυτές που υπάρχουν στη Ρόδο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πια ή είναι σπάνιες.

πάνω από την πάνω βρύσηΣτην Πάνω Βρύση μια τούρκικη δεξαμενή και απέναντι το Ενετικό Δικαστήριο του 1611 με επιγραφή από την Αινειάδα.  PER TOT DISCRIMINA RERUM    MDCXI.

Μια σειρά παλαιών σπιτιών και πιο δίπλα στην Καμάρα, μια στοά λιθόκτιστη με σπίτια από πάνω, τα κελιά, τρύπες για αρουραίους…

Πάνω από τη Βρύση ένας τεράστιος ίσιος βράχος (Τζιγιάννης)  με σπηλιές και την πηγή νερού στις ρίζες του.

Τζιγιάννης1Το Μούντρος είν’ καλό χωριό
μα εμένα δεν μ’ αρέσει
Γιατί έχει τον Τζιγιάννη του
που κρέμεται να πέσει!

Πολύ νερό τότε. Έσκαβες λίγο το χώμα και τσουπ! έτρεχε νερό, κάθε εποχή του χρόνου, όχι μόνο το χειμώνα.

Βρύση να κλείνει δεν υπήρχε. Το νερό έτρεχε ασταμάτητα από μια πέτρινη υδρορροή, σε γούρνες για τα ζώα και σε μια στέρνα για το πότισμα των κήπων.

per tot discrimina rerumΗ ποιότητα του νερού ονομαστή. Πολλοί από τα γύρω χωριά έρχονταν να γεμίσουν τα δοχεία τους.

Άχου Μουντριανό νερό
Και να’ χα ένα ποτήρι
Να στό’ δινα να το’ πινες
Να μου κρατάς χατήρι!

Λίγο το γόνιμο έδαφος μέσα στο χωριό μα, τα παιδικά μου χρόνια, το θυμούμαι γεμάτο περιβόλια. Οι χωριανοί πότιζαν με τη σειρά, από τις στέρνες στις βρύσες και τα τσιμεντένια αυλάκια που οδηγούσαν σε κάθε περιβόλι του χωριού. Μοσχοβολούσαν τα μποστανικά και παντού έβλεπες το κίτρινο των κολοκυθανθών…

Χρόνια αργότερα βεβαίως τα περιβόλια ξεράθηκαν, όχι από έλλειψη νερού, και οι χωριανοί αγόραζαν δυστυχώς ακόμη και τα βλίτα από τον πλανόδιο μανάβη. Εκεί οδηγηθήκαμε από τις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, που έδιναν έμφαση στις επιδοτήσεις των αγροτών, για να μην καλλιεργούν στην ουσία και στην καταστροφή της πρωτογενούς παραγωγής…

Τα γόνιμα χωράφια αρκετά μακριά, πάει να πει μεγαλύτερος ο βαθμός δυσκολίας για την επιβίωση.

φαράγγι001Ο έναστρος ουρανός απίστευτος! Σαν πολυέλαιος αναμμένος πάνω από το χωριό. Ο λόγος απλός. Το χωριό, βουλιαγμένο λες από καθίζηση πολλών μέτρων, περικλείεται από βουνά, ηλεκτρικό δεν υπήρχε και ο σκοτεινός ορίζοντας τόνιζε τη φωτεινότητα των άστρων.

Απού’ χει θηλυκό παιδί
Στο Μούντρος μην το δώσει
Γιατί βραδιάζει γρήγορα
Κι αργεί να ξημερώσει!

Πολλές οι εκκλησίες. Η διπλή της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου, ο Άγιος Κωνσταντίνος (με ένα γιασεμί, εκατοχρονίτικο τώρα, στην γωνία του απέναντι σπιτιού (λιοτρίβι) που μοσχομύριζε) , ο Χριστός, οι Άγιοι Ανάργυροι, μια μικρή και πάρα πολύ παλιά εκκλησία ( άνω των 1000 ετών) με τρούλο και απίστευτες αγιογραφίες στους τοίχους της. Δυστυχώς άσχετοι και αδαείς άνθρωποι την κατέστρεψαν, μετατρέποντάς την σε αποθήκη. Χάλασαν τον τρούλο και ασβέστωσαν τις αγιογραφίες. Κάτι σώθηκε αργότερα σε μια αποκατάσταση μα η ζημιά είναι τεράστια. Έξω από το χωριό η Αγία Παρασκευή δίπλα στο παλιό νεκροταφείο  και ο Αη Γιώργης. Προφανώς μια περιοχή με όνομα Αγία Φωτεινή θα είχε εκκλησία παλαιότερα, δεν την θυμούμαι όμως! Γιατί τόσες; Ποιος ξέρει…

Πολλά και τα καφενεία. Τρία θυμούμαι στο Πανωχώρι και τρία στο Κατωχώρι. Σε ένα χωριό που ο μεγαλύτερος ποτέ πληθυσμός του ήταν 150 – 200 άτομα ήταν πολλά και εξακολουθούν, με πολύ λιγότερο πληθυσμό, να είναι πολλά. Σήμερα είναι τέσσερα με πέντε. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια όμως και οι διαχωρισμοί Πανωχωρίτες – Κατωχωρίτες, δεξιοί και κεντρώοι (ήμουν από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού αριστερούς μετά τη χούντα, τώρα φαντάζομαι ότι πλήθυναν), δημιουργούσαν κάποιο κλίμα! Καφενεία – εμπορικά κάποια τότε, σήμερα υπάρχει και καφετέρια!

Παρατσούκλια, όπως σε όλα τα χωριά απανταχού της Ελλάδας. Τσούκνης, Καλλιτσουνάς, Σκλομπώνης, Σάββας, Κανιάς, Γύπαρης, Μαντάς, Χατζής, Αγρονόμος, Γεωργούλης, Ζούμπερος, Καούδης, Μηχανικός, Χαλκιάς, Φεσαράς, Κωσταντούλιος, Κωσταρός, Κύκλωπας, Μανιάς, Αγρίμης, Τάταρος, Μανέλης, Μακρές, Τυλίπης, Μαρνιέρος, Ξυρούχης, Τζιμπούκης, Σπαντής, Ερωντας, Μπουγιούκαλος, Κεφάλας, Κοντύλης, Καλέμης, Ορφανός, κ.α., παραφθορά των επωνύμων συνήθως, σε σημείο όμως να ξεχνάς τα πραγματικά επώνυμα! Ίσως να είναι και η επαναφορά των κανονικών επωνύμων γιατί, όπως είναι γνωστό το – άκης μας το επέβαλαν οι Τούρκοι προκειμένου να μας μειώσουν!

Κατά τα άλλα … πέτρα. Πολύ πέτρα. Οι περισσότεροι αγροτικοί δρόμοι ήταν ανοιγμένοι πάνω σε ριζιμιά βράχια. Σκαλισμένοι από τους χωριανούς στην ουσία. Τα μονοπάτια του χωριού που σήμερα μαγεύουν τον επισκέπτη, όσα έχουν μείνει δηλαδή γιατί η «πρόοδος» φέρνει και καταστροφή όταν δεν σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα, λαξευμένα στα βράχια και χτισμένα με λιθιές ένθεν κακείθεν, μόνο πεζή ή με γαϊδουράκια τα διάβαινες. Δύσκολα ακόμη και για τα ζώα!

Φτωχό χωριό λοιπόν και η επιβίωση δύσκολη.

Βάσανα

Τα βάσανα ξεκινούσαν από τη γέννησή μας κιόλας. Γεννιόμαστε στα σπίτια μας με τη βοήθεια μιας πρακτικής μαμής η οποία, με πρόχειρα μέσα, έκανε ότι μπορούσε. Σε κάθε περίπτωση δυσκολίας το αποτέλεσμα ήταν τραγικό συνήθως είτε για τη μάνα είτε για το παιδί. Η παιδική θνησιμότητα θεωρούνταν φυσιολογική και εκφράσεις του τύπου «έκανα οκτώ παιδιά και μου έμειναν πέντε» ήταν συνηθισμένες.

Μας φάσκιωναν, δίκην αιγυπτιακής μούμιας, για ένα περίπου χρόνο. Ζούσαμε δηλαδή τη φυλακή από την πρώτη μας ανάσα!

Ξυπόλητοι και κακοντυμένοι οι περισσότεροι, κοιμόμαστε, όλα τα παιδιά μαζί, σε πρόχειρα ξύλινα κρεβάτια, με στρώματα από άχυρο που τσιμπούσε απαίσια, ή σε κούνιες, όποιοι είχαν, βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο.

Σκεπάσματα από μπατανίες που έφτιαχνε η μάνα μας στον αργαλειό, σεντόνια δεν θυμούμαι. Όμορφες πολύχρωμες μπατανίες είναι αλήθεια!

Τα σπίτια μας είχαν τσιμεντένιο πάτωμα ή χωμάτινο, χωρίς στρωσίδια, με μια πολύχρωμη κουρελού το πολύ – πολύ, και αυτή φτιαγμένη στον αργαλειό από τη μάνα μας, με πρώτη ύλη λωρίδες από παλιά ρούχα!

Σπίτια για ανθρώπους και ζώα, σκεφτείτε στο πάνω πάτωμα οι άνθρωποι και στο ισόγειο ο στάβλος με τα ζώα, οι κοπριές, τα ούρα και η όποια άλλη βρωμιά και δυσωδία!

Στο ισόγειο και η αποθήκη. Πιθάρια με το λάδι και το κρασί, πατητήρι για τα σταφύλια, εργαλεία για το χωράφι ή το κτίσιμο (ακόμη θυμούμαι εκείνα τα οδοντωτά εργαλεία για την επεξεργασία της πέτρας), κ.α.

Σε μια γωνιά του δωματίου μια καταπακτή άνοιγε για να ρίχνουμε τα άχυρα, τροφή για τα ζώα το χειμώνα, στην αποθήκη του κατωγιού. Μπαίναμε μέσα για να τα πατήσουμε και αυτό ήταν μιας μορφής διασκέδαση, με τις τούμπες που κάναμε.

Τα σπίτια χτίζονταν με ομαδική δουλειά από τους άντρες του χωριού. Πήγαιναν όλοι και βοηθούσαν κουβαλώντας πέτρες ή με τον τενεκέ το τσιμέντο.

Τα παράθυρα με φτενά τζάμια και πρόχειρα παντζούρια, φτιαγμένα με τάβλες, έμπαζαν από παντού.

Για τουαλέτες δεν συζητάμε, ύπαιθρος και ρομάντζο πάει να πει, με «χαρτί» ένα φύλλο τετραδίου, κάποιο φύλλο δέντρου ή και κάποια πέτρα πολλές φορές.

Βρύση στο σπίτι δεν υπήρχε, μια κοινή σε κάθε γειτονιά στην καλύτερη περίπτωση, εκείνο το δοχείο με το βρυσάκι μόνο και το πράσινο σαπούνι, άντε το μοσχοσάπουνο στους έχοντες και ένας μικρός καθρέπτης κρεμασμένος στον τοίχο δίπλα του! Το νερό το κουβαλούσαμε από τη βρύση, αν είχαμε κοντά, αλλιώς από τη δεξαμενή του χωριού.

Για μπανιέρα μια σκάφη και … άγιος ο Θεός! Μια φορά τη βδομάδα μπάνιο και πολύ μας έπεφτε…

Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκίτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά, κοιλιακά, ορμήγγους( με εκείνα τα απαίσια άσπρα σκουλήκια) κ.α. Πουντιάζαμε και η μύξα έτρεχε μόνιμα από τη μύτη μας πηχτή και απαίσια. Γιατροσόφια για θεραπεία, ζεστά ροφήματα, εντριβές με πετρέλαιο ή οινόπνευμα και κούπες (βεντούζες), κοφτές κάποιες φορές! Τα φάρμακα ελάχιστα, χωρίς καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια και ενέσεις με τη γυάλινη σύριγγα που έπρεπε να τη βράσεις πρώτα σε ένα κατσαρόλι.

Βεβαίως είχαμε πάθει και κάποιου είδους ανοσία. Πέρα από τα ομαδικά εμβόλια που μας έκαναν, τις περίφημες βατσίνες, είχαμε συνηθίσει την, ελάχιστη είναι αλήθεια, μόλυνση. Πίναμε νερό απ΄ ευθείας από τα ρυάκια, τρώγαμε άπλυτα τα πάντα και δεν παθαίναμε τίποτα. Κάποτε ένας ξάδελφός μου ήρθε από την Αθήνα, ήπιαμε από το ίδιο νερό, φάγαμε τα ίδια πράγματα και… έπαθε τύφο! Εγώ τίποτα!
Ζεσταινόμασταν με το τζάκι, μαγκάλια, σόμπες με ξύλα ή με θερμάστρες πετρελαίου οι έχοντες. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε (εδώ δεν είχαμε ρεύμα…).

Στο τζάκι, παρασιά για μας, μαγειρεύαμε στην κατάμαυρη αλουμινένια κατσαρόλα ή στο μαυροτήγανο, ψήναμε πατάτες και κουκιά στη χόβολη και, στο έξω μέρος της καμινάδας του, σε μια στερεωμένη τάβλα, τοποθετούσαμε τα καρβέλια με το σπιτικό ψωμί, το τυρί μας, το ανθόγαλο (Θεέ μου τι νοστιμιά) και ότι άλλο για τη μαγειρική.

Στην παρασιά ζεσταινόμαστε, εκεί η γιαγιά μας έλεγε ιστορίες εκεί, όταν καθόμαστε κοντά στη φωτιά, παθαίναμε «κούκληδες»  δηλαδή κάνανε κάτι κόκκινα σημάδια τα πόδια μας, δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω περισσότερα! «Κούκλης» είναι πάντως ο κόκκορας!

Ηλεκτρικό ρεύμα είχαν λίγα χωριά. Λάμπα πετρελαίου λοιπόν, λυχνάρι με λάδι, με αυτό κάναμε και εντριβές, και λουξ μόνο στα καφενεία. Έτσι διαβάζαμε, κάτω από το λυχνάρι ή τη λάμπα, άθλιος φωτισμός πάει να πει.

ΚαμάραΓιατροσόφια

Η πρακτική ιατρική ήταν το μοναδικό μας σχεδόν αποκούμπι, όταν αρρωσταίναμε. Ο αγροτικός γιατρός ερχόταν σπάνια και τον καλούσαν μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις!

Η Κρήτη έτσι κι αλλιώς φημίζεται για τα βότανά της αλλά και για τους πρακτικούς γιατρούς της (Αγάπιος μοναχός κ.λ.π).

Στα χτυπήματα, κατάπλασμα με κρεμμύδι στο χτυπημένο μέρος.

Στους καλόγερους ψήνανε ξερό κρεμμύδι στη χόβολη, το κοπανίζανε ζεστό όπως είναι και το βάζανε επάνω στο σπυρί

Στο κρύωμα,  βραστάρια (αφεψήματα) φασκόμηλο, χαμομήλι ή σταμνόχορτο,

Στο πονίτιασμα (πούντα) εντριβές με πετρέλαιο ή οινόπνευμα και κούπες (βεντούζες). Σε σοβαρή περίπτωση τις έκαναν κοφτές, πάει να πει έκοβαν με ξυραφάκι το δέρμα! Πολλά τα εγκαύματα που παθαίναμε ειδικότερα όταν μας έτριβαν με πετρέλαιο!

Στον πυρετό έβαζαν στο κούτελο ένα μαντήλι βρεγμένο με ξύδι και ρακή.

Στον πονόκοιλο ζεσταίνανε στην χόβολη ένα βίσσαλο, το τυλίγαν σ’ ένα μάλλινο ύφασμα και το έβαζαν εκεί που πονούσαν.
Στους ορμήγκους και στα κοιλιακά, φρέσκο λάδι.

Στις πληγές  έβαζαν πάσπαρο(χώμα σκόνη) και βουτσέ(κοπριά) πάνω στην πληγή!

Στον πονόδοντο κάπνιζαν τσιγάρο(οι γυναίκες) και μάσαγαν γαρύφαλλο! Έκαναν και γαργάρες με ρακή.

Όταν κουνιόταν κάποιο δόντι, το δέναμε με ένα σπαγκάκι (κόκκινο θυμούμαι) και το βγάζαμε τραβώντας το σπαγκάκι! Γίνεται και τώρα φαντάζομαι!

Στις αμυγδαλές γαργάρες με λεμόνι και αλατόνερο, σκέτο αλάτι ή ιώδιο που μας έβαζαν πάνω τους με το δάκτυλο.

Στον πονόλαιμο, καταπλάσματα εξωτερικά με κοπανισμένους σπόρους (μάλλον λιναρόσπορους), ή έπιναν ζεστή ρακί με ζάχαρη (ή ρακόμελο).

Όταν πονούσε η μέση μας, μας σήκωναν το φάλι (αφαλός). Τσιμπούσαν δηλαδή το δέρμα πάνω από τη σπονδυλική στήλη από πάνω προς τα κάτω και όταν έφταναν στη μέση, το τραβούσαν απότομα προς τα πάνω!

Στα πληγωμένα ζώα, κατουρούσαν την πληγή!

Στα ζώα με πρόβλημα στα δόντια, τους τα έβγαζαν με τανάλιες χωρίς αναισθητικό (βάρβαρο).

Διασκέδαση

Αυτοκίνητο δεν βλέπαμε πέρα από το λεωφορείο της γραμμής. Όταν το βλέπαμε να έρχεται, από τον αμαξωτό απέναντι από το χωριό, τρέχαμε φωνάζοντας έντο, έντο, νάτο δηλαδή!

Που και που κάποια κούρσα ερχόταν στο χωριό και τη …χαζεύαμε.

Σινεμά βλέπαμε στον τοίχο της εκκλησίας σπάνιες φορές, αν τύχαινε και κάποιος πλανόδιος έφερνε ελληνική ταινία και αν είχαμε λεφτά φυσικά. Το ίδιο συνέβαινε με άλλους πλανόδιους, σχοινοβάτες, μασίστες κλπ. Θυμούμαι έναν που κάρφωνε τεράστιες πρόκες σε σανίδες και τις έβγαζε με τα δόντια του ή έβαζε στην κοιλιά του ένα γεμάτο βαρέλι και το σήκωνε με καθισμένους ανθρώπους πάνω του (Ο Αγρονόμος μάλιστα, καθισμένος διάβαζε εφημερίδα)!

Τα γλέντια μας λίγα. Ένας γάμος στο χωριό ήταν διαδικασία και χαρά. Το κουβάλημα της προίκας από το χωριό της νύφης, οι γαμοκουλούρες, το γλέντι του γάμου με τα σφαχτά και τα άλλα φαγητά, οι λυρατζήδες και ο χορός, τα κουφέτα …

Κάποιο πανηγύρι στη γιορτή του πολιούχου του χωριού Αγίου Κωνσταντίνου, κάποια σπάνια χοροεσπερίδα, αποτελούσαν διέξοδο.

Εκεί πάντα οι χαρακτηριστικοί τύποι του χωριού «ξεσάλωναν» και όσοι δεν άντεχαν το ποτό σέρνονταν στο δρόμο να μην πω σε τι χάλια.

Εκεί οι νέοι του χωριού φλερτάριζαν με τις λέφτερες κοπέλες ή έλεγαν κάποια μαντινάδα όλο νόημα σε κάποια παντρεμένη που ορέγονταν… Ξέρετε τώρα, σαν αυτή την παραδοσιακή «μια παντρεμένη αγαπώ, κι έχει και δυο παιδάκια κ.λ.π.». Ευκαιρία για παρεξηγήσεις πάει να πει και καυγάδες ενίοτε!

Κατά τα άλλα καφενείο, τάβλι, κολτσίνα, ξερή, πρέφα, 66, για τους άντρες και βεγγέρα για τις γυναίκες σε κάθε γειτονιά. Μαζεύονταν και συζητούσαν, ξεθεωμένες μετά την ημερήσια δουλειά και κάποιες «κανάτιζαν», κοιμόντουσαν όρθιες δηλαδή.

Ενδιαφέρον είχε το κουτσομπολιό και η στιχοπλασία σε περιπτώσεις που κάποιο ζώο του χωριού, κυρίως γάιδαρος, ψοφούσε. Κάθε μια και κάθε ένας, στην παρέα της βεγγέρας, έφτιαχνε και ένα σατιρικό στιχάκι για τον άμοιρο ιδιοκτήτη του ζώου. Θυμούμαι ακόμη μερικά, κάποια μάλιστα τα είχα φτιάξει εγώ, από τότε έχω το χούι…

Εψόφησε ο γάιδαρος
απού’ τρωγε τα χόρτα
και δεν θα ξαναπάει μπλιό
στου …….. την πόρτα.

Εγλάκαγε κι η ……..
και τσούραγε στους δέτες
για να τσι δώσουν τ’ άντερα
να κάνει καλτσοδέτες.

Πάρε Μ….. μια μπουκιά
να φάνε τα παιδιά σου
ο Μ….. Σου κι ο Γ…… σου
κι όλη η οικογένειά σου

Για τη Γ….. έκοψα
ξεχωριστή μερίδα
γιατί με παρηγόραγε
στο δρόμο η κακομοίρα…

Πηγαίναμε και εμείς στα καφενεία του χωριού για κάποια γκαζόζα ή πορτοκαλάδα, όταν είχαμε λεφτά ή όταν μας κέρναγαν. Κάποιο λουκουμάκι επίσης γλύκαινε το στόμα μας, μόνο που πολλές φορές μας έβγαινε ξινό!. Βλέπετε οι μεγάλοι, θέλοντας να παίξουν μαζί μας, έδεναν ένα τετράγωνο λουκούμι σε ένα σπάγκο, το σήκωναν ψηλά και μας έλεγαν να πηδήσουμε, να το φτάσουμε και να το φάμε! Αν ήμαστε μόνοι μας, καλώς κάτι καταφέρναμε. Μετά από ταλαιπωρία φυσικά. Ήταν φορές όμως που μας έβαζαν δυο, δύο αντικριστά να … μονομαχήσουμε για το λουκούμι και τότε … Μια φορά ο Ηλίας μάτωσε τη μύτη του Λαμπρινού, δαγκώνοντάς την αντί το λουκούμι!