Αρχική Lefkada's Secrets Εξπρές Σάμινα – 12 χρόνια μετά

Εξπρές Σάμινα – 12 χρόνια μετά

samina

Αφιερωμένο στον Νίκο Μπαριάμη.

Γράφει η Στεφανία Αρέλη.

Τίποτα δεν με δυσκολεύει περισσότερο από το να γράψω για το ναυάγιο του Εξ. Σαμίνα.
Αν ήμουν παρατηρητής εκ του μακρόθεν , αντικειμενική κ αμέτοχη, ίσως να ήταν πιο εύκολο. Έχοντας όμως ζήσει εκ του σύνεγγυς όσα εκείνο το βράδυ συνέβησαν πάντα παρουσιάζω μια δυστοκία στο γράψιμο τέτοιου κειμένου.
Είναι πολύ «μικρές» οι λέξεις για να εκϕράσουν όσα έγιναν…
Είναι πολύ «λίγα» τα κομμάτια για να συμπληρώσουν την ϕρίκη…
Είναι «βαρύ» το συναισθηματικό ϕορτίο των ανθρώπων μου, των ανθρώπων του Αιγαιωτισσα ΙΙ που ήταν παρόντες στην διάσωση. Είναι βαριές, ασήκωτες οι διηγήσεις τους. Κρύβουν πόνο, κρύβουν θάνατο. Πως να το αποτυπώσεις με λέξεις…
Για μας οι ναυαγοί δεν είναι απλά ένα νούμερο, οι πνιγμένοι δεν είναι ένας αριθμός. Έχουν όνομα ( η Μαρία, η Μαρίνα , ο Σταμάτης, ο Σαμιώτης) , είναι εικόνες , είναι στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα στην μνήμη …δεν είναι αποστεωμένη περιγραϕή ενός τραγικού συμβάντος…Ενός σύγχρονου ναυάγιου…
Δώδεκα χρόνια μετά, μίλησα ξανά μαζί τους για το βράδυ εκείνο. Η ίδια ζέση στην ϕωνή, ο ίδιος πόνος, χείμαρρος οι λέξεις , χείμαρρος οι διηγήσεις κ το συναίσθημα –ετούτη τη ϕορά -να περισσεύει… Τότε ήταν όλα ανάκατα, όλα μπερδεμένα … το σκοτάδι, οι κραυγές , τα ουρλιαχτά , ο θάνατος… τρόμος, ϕόβος, αγωνιά κ έρεβος…
Εκείνη τη νύχτα τα συναισθήματα πάγωσαν, τα στόματα βουβάθηκαν , εκείνη τη νύχτα πάγωσε ο χρόνος… πάγωσαν κ οι ψυχές…

Και πονάνε ετούτες οι μνήμες… πληγές ανοιχτές είναι οι περιγραϕές.. Δώδεκα χρόνια μετά . Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε … δεν πρέπει να λησμονήσουμε … ϕόρος τιμής σε κείνους που χάθηκαν άδικα τότε… σε κείνους που δεν μπορέσαμε κ εμείς κ οι άλλοι να σώσουμε….

Οι αϕηγήσεις σκόρπιες, και οι εικόνες ανάκατες…, απολείπει ο ειρμός , τι να πρωτοσυγκρατησει , τι δομή μπορεί να έχει η έρμη μνήμη τέτοιες στιγμές?

Πίσω στο βράδυ εκείνο λοιπόν .
Τότε…
26 Σεπτέμβρη 2000 . Περί τις 22.00 βραδινή…. Η μοιραία ώρα…
Άγρια νύχτα σαν χειμωνιάτικη… Βόρειοι Βορειοανατολικοί οι άνεμοι, οχτάρι γεμάτο κ το Ικάριο να κατεβάζει χοντρό κύμα ζωντανό…

-«Βουλιάζει το Σαμινα». Αναγγέλλει ο αλαϕιασμένος Λιμενικός…Ανάμεσα σε Πόρτες – Βουβές – Αγια Ειρήνη. Εντολή για παράσχεση κάθε δυνατής βοήθειας.
«….Οι καιρικές συνθήκες από τις δυσμενέστερες. Πνέουν άνεμοι πολύ θυελλώδεις με ισχυρότατη αποθαλασσια. Το πλοίο διατοιχίζεται κ προνευστάζει. Πλοίο , πηδάλιο κ μηχανές υποϕέρουν….» η λιτή έγγραϕη του ημερολόγιου Γέϕυρας.

Πάση δύναμη οι μηχανές κ ξαϕνικά ένα χάος αναπάντεχο… Μες στο σκοτάδι κ την μαυρίλα της ανταριασμένης θάλασσας , εκατοντάδες λαμπιόνια ϕέγγουν, εκατοντάδες ναυαγοί έρμαια των κυμάτων κ του αντιμαμαλου … κ το βαπόρι ήδη στο βυθό βουλιαγμένο δίχως ϕώτα …δίχως το παραμικρό σημάδι..
Κρατει απότομο , οι ρεβερσες να αγκομαχούν . Σκάϕη τριγύρω πολλά, ένας συϕερτος καϊκιών, ψαράδικων, ανεμοτρατών, ϕουσκωτών , ιστιοϕόρων , ότι πλεούμενο της Παροικίας παρόν. Κ τούτο εδώ το σκάϕος το μεγαλύτερο το πιο δυσκίνητο για την μανούβρα αυτή…

«… Τις κινήσεις μας δυσκολεύουν τα μέγιστα, σχοινιά , οι ναυαγοί κ το πυκνό σκοτάδι…»

Και σε τούτη τη γέϕυρα – κ στις άλλες- ,να πρέπει να επικρατήσει η ψυχραιμία… χειρουργικές οι κινήσεις, ακρίβειας… κ ο προβολέας να ϕωτίζει , σκάϕη, ξερές, βράχια , ναυαγούς… να μην τσακιστούν, να μην σκοτώσουν κανέναν… Δυο ϕορές νόμιζαν πως βρήκανε σε Βραχιά… ήταν τα κύματα. Μια λέμβος κάτω από της πρύμης τον ναινά. ..
–«Μην κανείς κίνηση, θα τους πάρει η προπέλα»

Και ετούτη τη γέϕυρα να την καπελώνει από την πρύμη μέχρι την κόντρα γέϕυρα το κύμα…. Έξι – εϕτά μέτρα θεόρατο…
Και να ουρλιάζει ο ασύρματος… και εκεί ϕωνες απόγνωσης … και οδηγίες … κ συντονισμός…
-«ϕως, δωστε μας ϕως» …. να εκπληπαρουν οι ψαραδες, τα καικια…

Και στο κατάστρωμα … η κουπαστή να έρχεται ένα με την θάλασσα σε κάθε πλαγιοκοπημα σε κάθε μποτζαρισμα… Ο θάνατος κ η ζωή… και οι προσπάθειες υπεράνθρωπες, εκεί που τα όρια τα ανθρώπινα προ πολλού ξεπεράστηκαν … Κανένας δεν νοιώθει τίποτα… Ούτε ϕόβο… Ούτε οδύνη … Μόνο ένα υπέρτατο καθήκον, ένα χρέος να σωθούν ετούτοι που βρίσκονται μες το νερό…
.
Και ένα μελαχρινό αγόρι , ένα παλικάρι 25νταχρονο με καρό πράσινο-μαύρο πουκάμισο σκάει πνιγμένο στου σκάϕους τα έξαλλα , άψυχο κουβάρι δίπλα στην πλαϊνή τη σκάλα..
-«Θεέ μου ..ένας πεθαμένος» το ουρλιαχτό… και η ϕράση που έμεινε σε όλους μέχρι σήμερα, η πρώτη πρώτη εκείνη του καπετάνιου ορντινα :
-« Αϕήστε τους πεθαμένους πάμε για τους ζωντανούς»
Και οι ζωντανοί περικυκλώνουν το καράβι… Από τα αριστερά τους πήγε ο καιρός, εκεί που ούτε σκάλα υπήρχε , ούτε απάγκιαζε… πώς να αρπαχτουν απ το ψηλο τακαδο?
Και πετιούνται σχοινιά , και κουλούρες και μπαλόνια και βελαγια… Ότι υπάρχει εύκαιρο… από ότι μπορούν να κρατηθούν.
-«Μη ϕοβάστε , είμαστε δίπλα σας…» οι κραυγές μέχρι που έκλεινε η ϕωνή … μπας κ δεν νοιώσουν μόνοι… Λόγια που σκορπά ο άνεμος…
-«Κάντε κουράγιο, λίγο ακόμα»
Δυο κοπέλες , η μια δεν ξέρει μπάνιο… με το σωσίβιο απεγνωσμένα προσπαθεί να πιαστεί από την σκάλα . Μοιάζει παιδί. Μικρό παιδί…
-«Το παιδί… να σώσετε το παιδί…»
Την σπρώχνει με δύναμη η άλλη. Σκαλώνει η πλεχτή ζακέτα της στα ρέλια… την αρπάζουν… Την απιθώνουν στο σαλόνι… κουβέρτα πρόχειρη κ κονιάκ για την υποθερμία… και κλάμα … και θρήνος…
-«Μη μιλάς, μην λες τίποτε, κάνε το σταυρό σου, εσύ είσαι ζωντανή…»
Και ανεβαίνει η πιο ψύχραιμη των ναυαγών ,αυτή που ανέλαβε να ϕροντίσει τους υπόλοιπους…
Και πιάνουν ένα παλικάρι Καριωτη κ αυτός κατάχαμα στο σαλόνι με ένα κουβα γατζωμένο στα χέρια να προσπαθεί να βγάλει τη θάλασσα που κατάπιε…
Και το σκάϕος να κουπασταρει , και να χαροπαλεύουν όλοι μαζί διασώστες κ διασωθέντες….
Και μια μικρομανα με το παιδί της σϕιχταγκαλιασμένη , εκλιπαρεί, δεν έχει αντοχές , δεν έχει κουράγια, και πριν ϕτάσει σε κείνη ο κάβος , έρχεται το κύμα κ την πνίγει…
Και ο μεσήλικας που πρόλαβε να πιάσει το σχοινί μα δεν πρόλαβε να σωθεί… Επιθανάτιο τίναγμα κ το σώμα σπαρταρά παραδομένο. Την ώρα εκείνη που βγαίνει η ψυχή..
Και μια λέμβος σωσίβια τουμπαρισμένη κ ο ναύτης με το ένα πόδι πάνω να προσπαθεί να την δέσει κ γαντζωμένοι δυο άνθρωποι από τα σχοινιά της αναζητούν την σωτήρια…
Και οι κουλούρες οι πορτοκαλιές – το πιο πολύτιμο μέσο – με το βιλαι να πετιόνται σε οποίο ζευγάρι χέρια είναι πιο κοντά…
Και από τον εργάτη της πρύμης να βιράρουνε τον ναυαγό… Και να γλιστρά, να τον χάνουν…και τον αρπάζουν βιαία για να σωθει…
Και ο άντρας ο σαμιώτης βγαίνει σωος…Και αγκαλιάζει το κατάρτι κ ουρλιάζει…
-«την γυναίκα μου …πιάστε την γυναίκα μου» που το κύμα , το αντιμαμαλο, ο άνεμος ,τα ρέματα την περνούν μακριά…. Και ο σωσμένος ετούτος κάνει απεγνωσμένη προσπάθεια να ξαναπέσει στο νερό , η να πνίγει ή να την σώσει ….
Και αντάμα με τους Έλληνες και τέσσερις αλλοδαποί…
Και στο σαλόνι … με τα έπιπλα σωρό , την θάλασσα ξερασμένη στα χαλια…ένα τοπίο βομβαρδισμένο … άνθρωπος να μην μπορεί να σταθεί ορθός από το μπότζι . κλεισμένα παραθύρια κ πόρτες , και κουβέρτες κ ρούχα, οι ναυαγοί κατάχαμα ξαπλωμένοι, πειθήνια άκουγαν οδηγίες… το βλέμμα τους λέει απλανές, σαν να χάθηκε εκεί στις Πόρτες … σαν να ήταν αλλού… το πλοίο διατοιχιζετε συνεχώς … και ένα τηλέϕωνο περνά από χέρι σε χέρι…και κλάμα κ οδύνη κ πόνος…
-«πάρτε τα σπίτια σας , να πείτε πως είστε ζωντανοί»…
Και άλλο τηλεϕωνημα από ανυποψιαστους ϕοβισμενους συγγενεις… το λιμεναρχειο στο μακρυνο νησι τους λεει λογος ανησυχιας δεν συντρεχει κανενας… Εχουν σπευσει τα πολεμικα για περισυλλογη κ ο καιρος είναι καλος…
Η απαντηση προσγειωνει:
– «Η θαλασσα εχει γεμισει πτωματα»
-«Τι θέλετε?» η ερώτηση την ώρα της καταγραϕής των ονομάτων για μεταβίβαση στο θάλαμο επιχειρήσεων…
-«ένα μόνο, να πιάσουμε στεριά» παράκληση θερμή κ ικεσία απεγνωσμένη όλων…

… « Τους μεταϕέρουμε στο Λιμάνι της Παροικίας , απ όπου με ϕροντίδα λιμενικών κ ασθενοϕόρων μεταϕέρθηκαν για τα περαιτέρω. Εμείς επιστρέψαμε στο χώρο του ναυάγιου καθ ότι είχα επισημάνει στην βραχονησίδα Κακία Σκάλα ναυαγούς.»

Τώρα οι ϕωτοβολίδες ϕώτιζαν , τα ποσταλια σε μιλιών απόσταση αμέτοχοι παρατηρητές …το Πρεβελης σχεδόν 3 μιλιά μακριά συντονίζει…και στα 200 μέτρα ναυαγός… ζωντανός ακόμη… κ ο άνεμος αγγελιοϕόρος των κραυγών του… ουρλιάζει για βοήθεια… Άπειρες απεγνωσμένες προσπάθειες να τον προσεγγίζουν. … και το σκάϕος να μην ακούει…. Να μην υπακούει …και οι κραυγές να επιμένουν μέχρι που ξεψυχισμένες χάθηκαν… κ όχι δεν είχε κοπάσει ο αγέρας που τις έϕερνε σιμά…

… «δυσκολεύομαι πολύ με τις μηχανές κ τις κινήσεις καθ όσον υποπτεύομαι ότι στους έλικες έχω πάρει σχοινιά…»

Και ϕως , να ϕωτίζει στο βράχο τους ναυαγούς … τους ναυαγούς που χάνονταν από τα μάτια σε κάθε κύμα….

….«Ειδοποιήθηκα από το λιμεναρχείο Πάρου ότι επίκειται άϕιξη ελικόπτερου για την διάσωση των ναυαγών. Εγώ προσπαθώ να κρατώ το σκάϕος πλησίον της βραχονησίδας και να ϕωτίζω με τον προβολέα για εμψύχωση των ναυαγών μέχρι το πέρας της διάσωσης.»

05.00 « επιστρέψαμε. Αγκυροβολιση – πρυμνοδετηση»
10.00 «απελευθερώσαμε τους έλικες από τα σχοινιά, ιδιοις δυναμεις»…
Πιο λακωνικά δεν γίνεται… πονάνε οι λέξεις…
Επιστροϕή στην παροικία… κ τα στόματα βουβά πια…. πονάνε οι κουβέντες..
Τα ϕορτοταξι στην προβλήτα ϕορτώνουν πλαστικές σακουλές πτωμάτων πια… σαν να μην πρόκειται για ανθρώπους..
Το κεϕάλι χτυπάει στο μπουλμε… μια μονη ϕραση …- «Γιατί Θεέ μου , γιατί?»… υπάρχει απάντηση ικανη να ξορκίσει την απόγνωση?

Μια κοπελιά αμήχανη έρχεται. Ψελλίζει ένα-« ευχαριστώ … με σώσατε…» χάνεται στο μουδιασμένο πλήθος.
Αναζήτηση εναγωνιωδης στο Κέντρο υγείας των ονομάτων… Στους επιζωντες..Μια κουβέρτα να σκεπάζει το κρύο της ψυχής…-«Θεια κρατά μου το χέρι»..

Δώδεκα χρόνια μετά…. Ζήτω από όλους να ανακαλέσουν τις μνήμες…
-«δύσκολα βάζεις.»
-«Τι έχει μείνει?»
Κανείς δεν ξέχασε ούτε μια στιγμή. Τίποτα δεν έσβησε από την μνήμη. Κάποιοι με «βρίζουν» με αγάπη … Και τους ναυαγούς? Πώς να τολμήσω να τους ρωτήσω?
-« Με το μαλακό… σιγά σιγά , να δεις αν σηκώνει».
-«τι έχει μείνει? Ρώτας τι έχει μείνει?» Κρύβει θυμό, κρύβει οργή., κρύβει νεύρο…
-«Τα πάντα μείνανε»
-«Ένα σου λέω να μην αξιώσει ο θεός κανένα να το ζήσει. Να σε εκλιπαρούν για βοήθεια κ να μην μπορείς να την προσϕέρεις…» αυτό έχει κατασταλάξει, αυτό έχει μείνει στην ψυχή…

Τι έχει μείνει επιμένω πεισματικά και καταγράϕω ….σαν να προσπαθώ να συλλέξω να ταξινομήσω τα άπειρα κομμάτια ενός γιγαντίου παζλ.

… Το σημάδι της πλώρης… Δώδεκα χρόνια μετά το πρόσεξα… παλαμισμένο κ ϕρεσκοβαμμένο – από καρνάγια -το σκαρί κ εκεί στην μάσκα την πλώρια στα δεξιά το μαδέρι χτυπημένο, σημαδεμένο…
– «Ετούτο εδώ γιατί έχει μείνει έτσι, πως δεν στοκαρίστηκε?
-«Αυτό είναι από το ναυάγιο σημάδι… Κανείς δεν το πειράζει .Ποτέ..»

… Ένα καντήλι που καίει μόνιμα…στην Νάξο… Και δίπλα, σιμά στο εικόνισμα… ένα σωσίβιο, μια μπλούζα δανεικιά κ η ϕωτογραϕία του σκαριού μας…
– «Η μανά μου με γέννησε την πρώτη τη ϕορά …έτυχε… Ετούτοι εδώ δεύτερη…με ξαναναστησανε γιατί το θέλανε»…
… Κ άλλο καντήλι στην Ικαρία… με τον Αη Νικόλα δίπλα μας…

…Ένα τηλεϕωνημα δώδεκα χρόνια τώρα… σε κάθε μέρα γιορτινή… ποτέ δεν απολείπει… κ το κλάμα βουβό…από γονείς ηλικιωμένους… -«κάποια μέρα να σμίξουμε, να σε γνωρίσουμε καπετάνιε από κοντά…»

…Ένα σπιτι , – ίσως κ αλλα σπίτια- που τα Χριστούγεννα μένει δίχως λαμπιόνια , δίχως δέντρο… γιατί οι στολισμοί οι εορτινοι στο σκοτάδι ζωντανεύουν σαν των σωσίβιων τα λαμπάκια…γιατί όταν πήδησε από το κατάστρωμα … γύρισε πίσω κ τ αντίκρισε την ώρα που βούλιαζε κ στο μυαλό ϕάνταξε σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο… μόνο που το συνόδευαν κ το στοίχειωσαν οι ϕωνές εκείνων που βούλιαζαν μαζί του εγκλωβισμένοι

… Φόβος ,-« από τότε ϕοβήθηκα την θάλασσα… έβλεπα μετά κόσμο να κολυμπά στα βαθιά κ σϕάλιζα τα μάτια… τους θωρούσα όλους ναυαγούς…»
… Και άλλος Φοβος… από τοτε δεν μπορεί να ταξιδέψει με ποσταλι… Πανικός και σύγκρυο … κ κάθε ϕορά που πρέπει , βρίσκει στην γέϕυρα καταϕύγιο κ εκεί το πλήρωμα – που πάντα ξέρει- δεν ρωτά… μόνο καλαμπούρια λέει να μην της θυμίζει…
… Και άλλος Φοβος… δεν ξαναμπήκε σε καράβι… δεν ξαναέϕυγε από το νησί… δεν βγήκε από του σπιτιού την πόρτα… ϕοβόταν το κόσμο… το πλήθος.

… Τίποτα… «δεν μου έμεινε τίποτα…»

…Σεβασμός… « ποτέ δεν τη ϕοβήθηκα την θάλασσα, πάντα την σεβόμουν… κ τότε κ τώρα που σώθηκα» … «Κάποιοι δεν την σεβάστηκαν όμως αρκετά…»

… Ένα πορτοπαραθυρο που σϕαλίζει τρομαγμένο στην Νάουσας την παράλια… Κάθε που δένουμε… του θυμίζουμε μας μαρτυρά ο νερουλάς, εκείνο το βράδυ κ δεν τ’ αντέχει…

…μια χειραψία καποτες στο ντοκο λιμανιού και μια ζεστή αγκαλιά από καπετάνιο άγνωστο – «έκλαψα , σαν μικρό παιδί έκλαψα τότε σαν τα διάβασα»

…Ένα τραγούδι … ένα στίχος … «Σε μια εικόνα έχω κρυϕτεί , θ ανοίξω την καρδιά μου, ας είναι ο θάνατος γλυκός»… στρατιώτη – ναυαγού Π/Ζ στην Σάμο η μελωδία …

… Και ο μικρος ο ναυτης –αδερϕός του τραγουδοποιού – κάθε ϕορά που από της πόρτες περνά αποστρέϕει το βλέμμα με πόνο….

… ένα απόκομμα της γερμανόϕωνης εϕημεριδας… με τις περιγραϕές του αυστριακού του επιβάτη… «ξέρει πια γιατί σε κάθε καραβι βλέπει του αη Νικόλα την εικόνα…»

… ένα μετάλλιο Α’ ταξης στης γέϕυρας το συρτάρι , σε κουτί βελούδινο σκονισμένο – ανοίχτηκε αραγες ποτέ? , πλάι με το παλιό το ημερολόγιο…

…Δυο σωσίβια αδειανά…στο πλωριό μας το στριντζο καταχωνιασμενα…

…Οι εϕιάλτες που τα βράδια τυραννούν κ ζωντανεύουν…

… και η ϕτεναδα στην καρδια …

…και το δάκρυ που βουρκώνει τα μάτια κάθε ϕορά που ξεκινά αϕήγηση για την νύχτα εκείνη την αποϕράδα…

Πονάνε οι μνήμες, πονάν οι στιγμές, πονάν οι εικόνες…Έτσι πρέπει …

Και αυτό που αποκόμισα 12 χρόνια μετά, με κάθε σεβασμό στις αϕηγήσεις τους, προσπαθώντας να μην βεβηλώσω τον πόνο είναι πως….
Κανείς δεν ξέχασε , κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει…
Κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει…
Κανείς δεν θέλει να ξεχάσει…


My Lefkada : Νιώθουμε την ανάγκη να αφιερώσουμε το άρθρο αυτό στην μνήμη του Νίκου Μπαριάμη από το Βλυχό ο οποίος ήταν ένας από τους φαντάρους που βρίσκονταν στο Εξπρές Σάμινα εκείνο το μοιραίο βράδυ. Ο Νίκος μετά από πολλές ώρες στα παγωμένα νερά του Αιγαίου, περισυνελέγει ζωντανός από ψαράδες της Πάρου. Δυστυχώς όμως η μοίρα τον είχε βάλει σημάδι και έτσι τον περασμένο Μάρτη έφυγε από αυτόν τον άδικο κόσμο σε ηλικία 29 ετών χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Καλό ταξίδι Νίκο…

bariamis

Το άρθρο της Στεφανίας Αρέλη δημοσιεύτηκε στο τρεχον τευχος του περιοδικου Εφοπλιστης.